ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Όσα λένε δύο συγκρατούμενοι μεταξύ τους

Ο Μανουέλ Πουίχ και το αριστουργηματικό «Φιλί της γυναίκας-αράχνης».

osa-lene-dyo-sygkratoymenoi-metaxy-toys

Κατά τη διάρκεια κυρίως του 20ού αιώνα και ακόμα περισσότερο μεταπολεμικά, μετά τη χαρούμενη έλευση της μεταμοντέρνας οπτικής, εμφανίστηκαν στο σώμα της λογοτεχνίας διάφορες ευφυείς κατασκευές και ευφάνταστες προτάσεις όσον αφορά τις πιθανές αφηγηματικές μορφές μιας ιστορίας. Ένα πρόβλημα αυτών των πειραματικών κειμένων ήταν/είναι ότι λειτουργούν τελικά εις βάρος της ανάγνωσης, καθώς το τεχνικό κομμάτι υπερκαλύπτει ατυχώς συχνά το περιεχόμενο, δημιουργώντας ένα περίτεχνο κενό. Υπάρχουν φυσικά και περίφημες εξαιρέσεις, από τον Κορτάσαρ και τον Καλβίνο μέχρι τον Γουάλας και τον Ντανιελέφσκι. Κάπου εκεί χωράει και το όνομα του Μανουέλ Πουίχ (1932-1990), όχι ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο πλέον, αλλά με μεγάλο ειδικό βάρος τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο Αργεντινός συγγραφέας έγραψε ανάμεσα σε άλλα και το πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά «Το φιλί της γυναίκας-αράχνης» (εκδ. Carnivora). Ασφαλώς πειραματικό και εν μέρει μια σπουδή στις δυνατότητες της αφήγησης, συγχρόνως όμως απολύτως βατό αναγνωστικά, απολαυστικό και στοχαστικό.

Βρισκόμαστε στο Μπουένος Άιρες του 1975, δηλαδή αμέσως μετά τον θάνατο του Περόν και κατά τη διάρκεια μιας μακράς και προβληματικής πολιτικής περιόδου, με την προεδρία να βρίσκεται στα χέρια της τρίτης συζύγου του Περόν, Ισαμπέλ, πλήρως ακατάλληλης για το αξίωμα. Ο Πουίχ τοποθετεί την ιστορία του στο κελί μιας φυλακής, το οποίο μοιράζονται δύο ετερόκλητοι κρατούμενοι: ο Μολίνα, ομοφυλόφιλος που έχει καταδικαστεί για παρενόχληση ανηλίκου, και ο Βαλεντίν, νεότερός του, κομμουνιστής, καταδικασμένος εξαιτίας της πολιτικής του δράσης. Το «Φιλί της γυναίκας-αράχνης» είναι επί της ουσίας μια διακοπτόμενη συζήτηση των δυο τους με θέμα τις ταινίες που θυμάται ο πρώτος και αφηγείται στον δεύτερο για να περάσει η ώρα τους – η συζήτηση διακόπτεται ώστε οι δύο ήρωες να κοιμηθούν και διακόπτεται επίσης από κάποιους (λίγους) εσωτερικούς μονολόγους, από κάποιες συζητήσεις με τις σωφρονιστικές αρχές και από την παράθεση ορισμένων υπηρεσιακών σημειώσεων. Απουσία κάποιου αφηγητή που θα έδινε ίσως κάποιες κατευθύνσεις, ο αναγνώστης συνθέτει μόνος του τις πληροφορίες που σχηματίζουν τελικά μια γενική εικόνα. 

Ο διάλογος των δύο ανδρών δεν είναι ρεαλιστικός, από την άποψη ότι δεν αποτυπώνει μια πιθανή πραγματικότητα· είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι οι δύο συγκρατούμενοι τη χρονική εκείνη στιγμή θα συζητούσαν με τον τρόπο που συζητούν για ταινίες (και μέσω αυτών για τη ζωή τους). Ο διάλογος όμως είναι απολύτως φυσικός, ρέει σαν απομαγνητοφωνημένη συζήτηση, ο αναγνώστης νιώθει ότι κρυφακούει όσα λέγονται τη στιγμή που συμβαίνουν.
 
Συνολικά το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί (απλώς) ως ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα με μια πειραματική-αντισυμβατική δομή και κάποιες θαυμάσιες ανατροπές και εκπλήξεις, ως μια εξερεύνηση της σεξουαλικότητας (ο συγγραφέας «παίζει» προσθέτοντας κάποιες, ας πούμε, επεξηγηματικές σημειώσεις στο τέλος) ή ως ένα σχόλιο για την κοινωνική-πολιτική ασφυξία της εποχής (ο Πουίχ έγραψε το «Φιλί» στο Μεξικό το 1976, κυνηγημένος από το καθεστώς στην Αργεντινή). Το βιβλίο επίσης μπορεί να διαβαστεί και και ως μια απόπειρα ενσωμάτωσης της κριτικής εντός της λογοτεχνίας, αφού τελικά μέσα από τον διάλογο παρακολουθούμε τις διάφορες απόπειρες ερμηνείας των ιστοριών που αφηγείται ο Μολίνα. 

Το «Φιλί» μεταφέρθηκε στο σινεμά (φωτογραφία) το 1985 από τον Έκτορ Μπαμπένκο, με τον Γουίλιαμ Χαρτ ως Μολίνα (κέρδισε Όσκαρ) και τον Ραούλ Τζούλια ως Βαλεντίν.

osa-lene-dyo-sygkratoymenoi-metaxy-toys0