ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

23 χρόνια και 4 μήνες μετά

Η Σοφία Μπεκατώρου μιλά στη Στέλλα Κάσδαγλη.

23 χρόνια και 4 μήνες μετά

Το #metoo δεν θα φτάσει ποτέ στην Ελλάδα. Καμία γυναίκα δεν θα μιλήσει για τη σεξουαλική παρενόχληση και σε κανέναν χώρο δεν θα επιτραπεί να διαρρεύσει ένα τέτοιο σκάνδαλο. Τους πρώτους μήνες μετά την έναρξη του κινήματος στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, ακούγαμε με δυσπιστία και κρυφή ελπίδα τον παραπάνω αφορισμό. Τον περασμένο Νοέμβριο, όμως, με την πανδημία να κυριαρχεί στους προβληματισμούς και στις προτεραιότητες όλων, η πιθανότητα να ανοίξει κάποτε ουσιαστικά και στη χώρα μας η δημόσια συζήτηση γύρω από τη σεξουαλική παρενόχληση και τη βία στην εργασία φάνταζε πιο απομακρυσμένη από ποτέ, ίσως γιατί κανείς ακόμη δεν ήξερε ότι η Σοφία Μπεκατώρου ετοιμαζόταν να φέρει μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έχουν γίνει ποτέ στις σχέσεις των φύλων στην Ελλάδα.

Όταν η καταγγελία της για τη σεξουαλική κακοποίηση που δέχτηκε το 1998 από τον πρώην αντιπρόεδρο της Ελληνικής Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας βγήκε στη δημοσιότητα, συνέβησαν δύο πράγματα, και μάλιστα πιο γρήγορα και αποτελεσματικά απ’ όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί: το ένα ήταν ότι η δική της αποκάλυψη προκάλεσε ένα ντόμινο καταγγελιών που δεν περιορίστηκαν στον χώρο του αθλητισμού. Το δεύτερο, ότι πολύς κόσμος στην Ελλάδα άρχισε να αμφισβητεί τον χαρακτήρα του «φυσιολογικού» που εδώ και αιώνες έχουμε την τάση να αποδίδουμε στα περιστατικά βίας και παρενόχλησης.

Τελευταία, η Σοφία Μπεκατώρου δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Μιλάει, όμως, με απλά λόγια και ξεκάθαρη εστίαση για τα πράγματα που έγιναν, τα πράγματα που θα έπρεπε να έχουν γίνει και τα πράγματα που σίγουρα πρέπει να γίνουν από δω και πέρα. «Τώρα δεν πρέπει να μιλάω εγώ», λέει. «Πρέπει να μιλήσουν οι άνθρωποι που δουλεύουν χρόνια πάνω στο ζήτημα αυτό και ξέρουν τι πρέπει να αλλάξει». Αφού, όμως, μέσα από τα δικά της λόγια οδήγησε μια κοινωνία να συζητήσει πράγματα που μέχρι τώρα προτιμούσε να αγνοεί, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να την ακούσουμε.
 
Τι ήταν αυτό που σε προετοίμασε ώστε να κάνεις το βήμα που μας έφερε σήμερα εδώ; Ποιοι είναι οι παράγοντες που πυροδοτούν μια αλυσιδωτή αντίδραση όπως αυτή που προκάλεσες; 
Από μικρή ηλικία είχα μια ευαισθησία σε σχέση με τους γύρω μου και είχα την τάση να κάνω περίεργα πράγματα για να τους βοηθήσω – για τα οποία συχνά με μάλωνε η μαμά μου. Πηγαίναμε με τους φίλους μου, μετά το σχολείο, και βοηθούσαμε μια ηλικιωμένη κυρία να καθαρίσει το σπίτι της, έφερνα στο σπίτι αδέσποτα… Αισθανόμουν ότι, εφόσον μπορώ να κάνω κάτι για να βοηθήσω, έπρεπε να βοηθήσω. Πριν από μερικά χρόνια, μου ανέφερε μια φίλη μια ένωση κακοποιημένων γυναικών. Βγήκαμε τότε μαζί με άλλες Ολυμπιονίκες για να πούμε τα κάλαντα και να συγκεντρώσουμε χρήματα για να τις υποστηρίξουμε. Μας είπαν τότε κάποιοι: «Μα είναι δυνατόν να βγαίνετε και να λέτε τα κάλαντα;». Εγώ όμως θεωρώ ότι, εφόσον μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει μια ιδιότητά του για καλό σκοπό, πρέπει να το κάνει. Όταν έγινα μητέρα και είχα αποκτήσει πλέον το βήμα, συνειδητοποίησα ότι, όσο κι αν εγώ μπορούσα να αντιμετωπίσω αυτό που μου είχε συμβεί, δεν θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου το να αφήσω να πάθει κάποιο άλλο παιδί κάτι. Άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι ότι έπρεπε να μιλήσω.

Τι σε κρατούσε;
Είχα παίξει πολλές φορές το σενάριο στο μυαλό μου –τι μπορεί να φέρει αυτό, πώς θα το κάνω– και το σκεφτόμουν καιρό, αλλά δεν άντεχα να κάνω την κίνηση. Κουβαλούσα ήδη μια εξουθενωτική δικαστική διαμάχη δέκα χρόνων, με πρώην συναθλήτριά μου, και ήξερα πώς είναι κάποιος να σε κατηγορεί, είχα ζήσει την απουσία στήριξης από το περιβάλλον μου, είχα ακόμη τις ουλές και τις συνέπειες από κάθε τέτοια φορά που έχω βγει μπροστά. Με αυτές τις συνέπειες συνεχίζεις να ζεις όταν σβήνουν τα φώτα της δημοσιότητας. Όλοι πάνε στο σπίτι τους κι εσύ παλεύεις με τους δαίμονες. Λένε ότι είμαι ηρωίδα, αλλά κάθε ήρωας έχει και τον δικό του σταυρό. Φτάνω 43 χρονών και δεν έχω ζήσει μια περίοδο γαλήνης στη ζωή μου. Σκεφτόμουν, λοιπόν, «είμαι έτοιμη να μπω σε έναν ακόμα κύκλο που μπορεί να σημαίνει ότι θα βρίσκομαι για αλλά 10 χρόνια στα δικαστήρια;». Ήταν ανασταλτικός παράγοντας για μένα αυτός. Όποιος σκέφτηκε ότι τελείωσε η καριέρα μου και βρήκα κάτι άλλο να ασχοληθώ, είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα, τη δική μου τουλάχιστον. Ήμουν πολύ έτοιμη να ασχοληθώ επιτέλους περισσότερο με τον εαυτό μου και τα παιδιά μου.

Και πώς άλλαξε αυτό; Χρησιμοθηρικά ρωτάω, για να βρούμε τα βήματα και να τα αναπαραγάγουμε.
Είχα ήδη ξεκινήσει θεραπεία και προσπαθούσα να αναρρώσω και να προστατεύσω τον εαυτό μου, αναλύοντας τον βιασμό και βγαίνοντας από τη θέση του θύματος και των ενοχών. Αυτό είναι που σε κρατάει χωμένη μέσα στην κατάσταση. Το ότι μπαίνεις σε μια διαδικασία εκλογίκευσης και κατηγορείς τον ίδιο σου τον εαυτό. Χρειάζεσαι βοήθεια από επαγγελματία για να βγεις από αυτό και να το αντιληφθείς στις πραγματικές του διαστάσεις. Όταν το κατάφερα, άρχισα να σκέφτομαι πώς θα κάνω το σωστό νομικά, πώς θα προετοιμάσω τους δικούς μου. Είχα πει σε κοντινούς μου ανθρώπους ότι ήθελα να βγω και να μιλήσω, αλλά το περιβάλλον μου δεν ήταν ούτε υποστηρικτικό ούτε έτοιμο. Όχι επειδή δεν με αγαπούσαν, αλλά επειδή μια τέτοια κίνηση βγάζει την οικογένεια από τη ροή της, αλλάζει το πώς σου φέρεται ο κοινωνικός σου περίγυρος, πώς σε αντιμετωπίζει. Κάποιοι πιστεύουν ότι έκανα το καλό που βγήκα και μίλησα, αλλά τα στερεότυπα είναι τόσο βαθιά μέσα μας, που υπήρξαν και άνθρωποι, κοντινοί μου, που μου έλεγαν –καλοπροαίρετα από τη δική τους πλευρά– «κανείς δεν θα σε θέλει τώρα, γυναίκα πειραγμένη».

Σε κλόνισε αυτό; Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να σε δουν οι άλλοι;
Εμένα προσωπικά δεν με άγγιξε, γιατί είχα ζήσει πολύ το «τι θα πουν οι άλλοι» στην οικογένειά μου. Υπήρχε, για παράδειγμα, μεγάλη αντιπαράθεση με τους γονείς μου, που είχαν μεγαλώσει αλλιώς και φοβόντουσαν για το τι θα πει ο κόσμος. Είχαμε πονέσει και είχαμε συγκαλύψει πολλά πράγματα που ζήσαμε, με στόχο να διατηρήσουμε μια καλή εικόνα προς τα έξω. Μας έλεγαν πως όλες οι οικογένειες έχουν τα προβλήματά τους και είναι φυσιολογικό, πράγμα που σε κάνει να πιστεύεις ότι όλα είναι φυσιολογικά και ότι πρεπει να συμβεί κάτι ακραίο και να έχεις την υποστήριξη των γύρω σου για να μιλήσεις. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι ιδανικές προϋποθέσεις για να μιλήσεις δεν θα υπάρξουν ποτέ. 

Πόσο πιο ακραίο δηλαδή; Πιστεύεις ότι τα κορίτσια είναι πιο ευάλωτα σε αυτή την πίεση του «τι θα πει ο κόσμος»; 
Δεν νομίζω ότι είναι θέμα φύλου. Γενικά, δεν μας αρέσει η διαφοροποίηση, δεν αρέσει αυτός που θα ρωτήσει τον δάσκαλο «γιατί το κάνουμε έτσι αυτό;». Δεν είμαστε εκπαιδευμένοι να δεχόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις φοβόμαστε. Βλέπουμε ένα παιδί να κανει περισσότερη φασαρία και θεωρούμε ιδανικό παιδί αυτό που δεν κάνει φασαρία και δεν σκεφτόμαστε ότι ένα παιδί είναι λογικό να αντιδρά στα ερεθίσματα. Έτσι, σιγά σιγά καλλιεργούμε στα παιδιά χαρακτηριστικά που θα τα βοηθήσουν να είναι συμβατά με το περιβάλλον και όχι παιδιά που έχουν άποψη. Εγώ θα ήθελα να βοηθήσω να αλλάξει αυτό. Σε μια ομάδα χρειάζεσαι τις διαφορετικές απόψεις για να καλύψεις όλους τους παράγοντες, ένας μόνος του δεν μπορεί να τους καλύψει. Άρα πρέπει να μας ικανοποιεί η αντιπαράθεση, το να μη συμφωνούμε όλοι. Πρέπει να έχουμε καθηγητές που αντέχουν να κάνουν debate με τους μαθητές τους και δεν χρησιμοποιούν την εξουσία τους για να πουν ότι «αυτό είναι, αυτό πρέπει να μάθεις». Αλλά κι εμείς, για να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από παραβιαστικές συμπεριφορές, πρέπει να τους μάθουμε να κρίνουν. Να ξέρουν ότι το σώμα τους είναι δικό τους, να σέβονται την επιθυμία τους, να μπορούν να λένε «όχι». Και πρέπει να αφήσουμε ανοιχτή τη δίοδο επικοινωνίας για να μοιράζονται αυτό που τους προβληματίζει. Το θέμα είναι, μπορούμε να αντέξουμε το παιδί μας να μην είναι αυτό που θα θέλαμε να είναι;

23 χρόνια και 4 μήνες μετά-1

Οι δικοί σου γονείς άντεξαν; Άντεξαν ότι τελικά μίλησες;
Οι δικοί μου δεν άντεχαν ποτέ, το ξέρω. Το μόνο που άντεχαν ήταν το ότι έκανα ιστιοπλοΐα. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, βρήκα τον τρόπο να ζήσω. Σε όλα τα άλλα πεδία ήμουν εκτός του πλαισίου που ήθελαν: δεν φορούσα φούστες, δεν μιλούσα όπως έπρεπε, σαν κοριτσάκι. Ο χαρακτήρας που ήθελαν οι γονείς μου να έχω δεν με εξυπηρετούσε στον αθλητισμό: πήγαινα στην προπόνηση με το σεις και με το σας και, όταν ξεκινούσαμε να τρέξουμε από την αφετηρία, μου έδιναν όλοι αγκωνιές για να μείνω πίσω. Σιγά σιγά άλλαξα και έμαθα πώς να αμύνομαι – άλλαξα όμως τόσο πολύ, που γύριζα στο σπίτι και μου έλεγε η μαμά μου «σιγά, κορίτσι μου, ούτε στο λιμάνι δεν μιλάνε έτσι». Όμως, εγώ είχα βρει τη φωνή μου και τον τρόπο να απομακρύνω όλους αυτούς που ήθελαν να ξεκινήσω τελευταία και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί η μαμά μου με ήθελε κάπως αλλιώς. 

Τα δικά σου παιδιά τα προετοίμασες πριν μιλήσεις; Πώς αντέδρασαν;
Φυσικά έπρεπε να τα προετοιμάσω και οι πρώτες αντιδράσεις τους δεν ήταν αυτές που θα ήθελα. Χρειάστηκε να μιλήσουμε πολύ για να τους εξηγήσω ότι δεν γινόμαστε ρεζίλι όταν μιλάμε για τα πράγματα που μας συνέβησαν ή όταν είμαστε διαφορετικοί. Τους εξηγώ ότι δεν μπορώ να γίνω πρότυπο μαμάς όπως είναι άλλες. Θα είμαι αυτό που νιώθω, κι εσείς, παιδιά μου, πρέπει να με αποδεχτείτε. Τα παιδιά μάς δημιουργούν πολλές φορές ενοχές και πρέπει να τους εξηγήσουμε ότι αυτοκαθοριζόμαστε μέσα από την προσωπικότητά μας. Αλλιώς μεγαλώνουν και σου λένε «μα δεν έχεις ζωή;». Μας βλέπουν να είμαστε αυτοί που είμαστε και η δική μας ζωή είναι το μεγαλύτερο μάθημα γι’ αυτά. Εγώ ήθελα πλέον να είμαι καλά, όχι μόνο να φαίνομαι καλά. 

Αυτό ήταν το σημείο μηδέν; Θα μπορούσε να έχει έρθει νωρίτερα;
Το σημείο μηδέν ήρθε όταν βρέθηκα μάρτυρας υπεράσπισης του Νίκου Κακλαμανάκη στην αγωγή που είχε υποβάλει εναντίον του η Ομοσπονδία. Ήταν η πρώτη ευκαιρία που είχα ποτέ να βρεθώ μπροστά από έναν ανακριτή στη ΓΑΔΑ και με έκανε να σκεφτώ «να, έτσι γίνεται». Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρειάζεσαι χρόνο για να θωρακιστείς. Εγώ είχα πολύ καιρό να βρεθώ σε θέση ισχύος. Αυτό δεν έχει να κάνει με την αναγνωρισιμότητα και δεν έχει να κάνει ούτε με την κατάχρηση της εξουσίας μόνο. Έχει να κάνει με τη χειραγώγηση. Πώς είναι ο ελέφαντας, που πιστεύει ότι το σκοινάκι με το οποίο τον είχε δέσει κάποιος όταν ήταν μικρό ελεφαντάκι τον κρατά φυλακισμένο ακόμα και τώρα που μεγάλωσε; Κάπως έτσι νιώθεις, πιστεύεις ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις. 

Και πώς ξεφεύγεις τελικά;
Ο αθλητισμός με έχει μάθει να αντέχω. Μου έχει διδάξει ότι οι αγώνες δεν κερδίζονται μόνο με μία μάχη. Πολλές φορές πρέπει να περάσεις από πολλές μάχες και να χάσεις για να κερδίσεις στον τελικό. Όταν αποδεχτείς ότι θα υπάρξει κόστος, χασούρα, λες «τι είναι το περισσότερο που μπορώ να χάσω, ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;». Και τότε βρίσκεις τρόπο να το αντιμετωπίσεις. Συνειδητοποίησα τότε ότι αυτόν τον αγώνα αξίζει να τον δώσω.

Τώρα συνειδητοποιείς πόσο μεγάλη είναι η αλλαγή που έχεις φέρει;
Δεν ξέρω. Θυμάμαι παλιότερα, όταν είχε ξεκινήσει στα social media το #metoo, που έβλεπα τις φωτογραφίες με τα χέρια και σκεφτόμουν «δεν είναι αρκετό αυτό». Καλές οι καμπάνιες, αλλά πρέπει κάπου να καταλήγουν. Και, ναι, τώρα με τα social media είναι πιο εύκολο να σπάσουμε την κλίκα των μέσων και να αντιδράσουμε. Όμως, ο σκοπός δεν είναι να χρησιμοποιούμε τα social media για να φτιάξουμε την κοινωνία μας. Πρέπει οι θεσμοί να εκσυγχρονιστούν. Έχουμε περάσει σε μια νέα εποχή, αλλά το σύστημα είναι πολύ αργό. Αυτό πρέπει να φτιάξουμε. Όταν μπήκα στη διαδικασία, μίλησα με ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο να αλλάξουν αυτό το σύστημα, συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ σημαντικό το τι θα πάμε να κάνουμε από δω και πέρα.

23 χρόνια και 4 μήνες μετά-2

Πώς πρέπει να αλλάξει το σύστημα;
Το ότι εγώ, για παράδειγμα, άργησα να μιλήσω δείχνει την απουσία μιας σαφούς διαδικασίας, δείχνει ότι υπάρχουν πολλά κενά που εμποδίζουν κάποιον να βγει και να πει ότι κάτι δεν λειτουργεί με τον σωστό τρόπο. Δεν ήξερα σε ποιον έπρεπε να μιλήσω. Δεν υπάρχει ένας φορέας στον οποίο θα μπορούσα να απευθυνθώ. Η Ομοσπονδία έχει ένα πειθαρχικό όργανο, ωστόσο εκεί δεν μπορείς να καταγγείλεις την ίδια την Ομοσπονδία. Στη δική μου περίπτωση, δηλαδή, τον αντιπρόεδρό της. Στο Πειθαρχικό της Ολυμπιακής Επιτροπής, πάλι, πρέπει να ξαναπεράσεις τη διαδικασία της καταγγελίας και μετά να καλέσουν μάρτυρες. Αλλά σε μια κακοποίηση δεν υπάρχουν μάρτυρες, οπότε εκεί τίθεται το ζήτημα του τι αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο σε μια τέτοια περίπτωση. Υπάρχουν, λοιπόν, κενά κι έτσι το περιβάλλον αρχίζει να αποδέχεται αυτό που δεν λειτουργεί σωστά. Οι διαδικασίες είναι ασαφείς, πολλές φορές στη διάρκεια μιας διαδικασίας καταγγελίας εξαρτόμαστε από ανθρώπους που δεν είναι εκπαιδευμένοι. Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που βλέπουν κακοποιητικές και παραβατικές συμπεριφορές και ο λόγος που δεν εκφράζουν μια άποψη είναι το ότι φοβούνται μήπως μπλέξουν. Δεν είμαι η πρώτη, ούτε η τελευταία που το λέει, όμως μέχρι τώρα το σύστημα δεν είχε κινητοποιηθεί. 

Πριν μιλήσεις, είχες προβλέψει πόσο θα κινητοποιήσεις τελικά το σύστημα;
Όχι, καθόλου. Απλώς είχα αποφασίσει ότι μπορώ να τρέξω τον αγώνα μόνη μου, χωρίς κανέναν άνθρωπο μαζί μου. Μέχρι τις 6 Νοεμβρίου που έκανα την κατάθεσή μου, δεν είχα πει σε κανέναν ότι θα μιλήσω, δεν είχα καμία προσδοκία. Λίγες ημέρες μετά, μπήκα τυχαία στην εκδήλωση του Ιδρύματος Ωνάση και, βλέποντας τις πολύ αξιόλογες γυναίκες που συμετείχαν να μιλούν για το θέμα της βίας, συνειδητοποίησα ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει. Πήρα κουράγιο βλέποντάς τες και άφησα αυθόρμητα ένα σχόλιο στο chat, για τη δική μου εμπειρία. Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγα δημοσίως, στο ίντερνετ. Στην αρχή δεν έγινε κάτι, οπότε κάπου ησύχασα. 

Ανησυχούσες;
Προβληματιζόμουν. Όταν λίγο αργότερα επικοινώνησαν μαζί μου για την πρώτη συνέντευξη, φοβήθηκα ότι η μαρτυρία μου θα εντασσόταν στο πλαίσιο του ότι οι αθλητές προσπαθούμε να πολεμήσουμε την Ομοσπονδία. Κάθε φορά που κάποιος από εμάς έβγαινε και έλεγε κάτι, εκείνοι έβρισκαν μια λογικοφανή εξήγηση για το κοινό. Έριχναν το φταίξιμο στους αθλητές, ότι όλο κάτι θέλουν, και ο κόσμος το πίστευε, δεν το έψαχνε περισσότερο. Όμως οι αθλητές που έχουμε διαγράψει μια σημαντική πορεία νιώθουμε χορτασμένοι. Δεν μας λείπει η δόξα, το να μας αναγνωρίζουν στο σούπερ μάρκετ. Δεν το έχουμε ανάγκη αυτό. Παρ’ όλα αυτά αυτοί οι άνθρωποι πάντα μας κέρδιζαν.

Ενώ τώρα; Νιώθεις ότι, μετά από αυτά τα χρόνια που ένιωθες αδύναμη, βρίσκεσαι ξαφνικά σε κυρίαρχη θέση;
Τώρα, μαγικά, ο κόσμος έχει συσπειρωθεί, ακούει. Η ευχή μου είναι να αρχίσουμε να ακούμε περισσότερο και για άλλα θέματα, γιατί έχουμε μεγαλύτερη δύναμη απ’ ό,τι νομίζουμε. Και αυτό μπορεί να αλλάξει όλη την πολιτική ζωή της χωρας. Η μάζα που συσπειρώνεται αποτελεί μια τεράστια δύναμη. Δεν θέλουμε να γίνουμε ένας όχλος που κινείται με μίσος. Ο στόχος μας είναι να αναδείξουμε το πρόβλημα και μετά να βρούμε τις λύσεις. Δεν έχει νόημα να συζητάμε με πολλές λεπτομέρειες για τα πράγματα, ούτε να κάνουμε μια έκρηξη στα μίντια και μετά τίποτα. Πρέπει σταδιακά και με υπομονή να γίνεται έκθεση των ελλείψεων που υπάρχουν στη χώρα μας. Βγήκαμε εμείς από τον αθλητισμό, βγήκαν οι ηθοποιοί, εύχομαι να βγουν και από άλλους χώρους. Μου γράφουν καμιά φορά από την επαρχία, ειρωνικά, «εδώ τίποτα, Σοφία, ούτε ένας κακοποιητής». Δεν μιλάει κανείς επειδή υπάρχει στίγμα. Και αυτό πρέπει να αλλάξει.■