ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Γυναίκες εναντίον κορωνοϊού

Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Αθήνα: Τρεις Ελληνίδες της επιστήμης μιλούν στο «Κ» από την πρώτη γραμμή της έρευνας για την πανδημία για την ισότητα στα εργαστήρια - και όχι μόνο.

Γυναίκες εναντίον κορωνοϊού

Τα αγόρια έχουν μεγαλύτερη κλίση στις θετικές επιστήμες, ενώ τα κορίτσια τείνουν προς τις θεωρητικές· αυτή η παρωχημένη ιδέα, που την έθρεψε διαχρονικά μια σειρά στερεοτυπικών αντιλήψεων, φαίνεται πως δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως ακόμα και στις πιο προοδευτικές κοινωνίες: οι γυναίκες που δραστηριοποιούνται παγκοσμίως στον τομέα του λεγόμενου STEM (Science, Technology, Engineering, Mathematics) εξακολουθούν να είναι λιγότερες από τους άνδρες και συγκεκριμένα στον χώρο της έρευνας οι γυναίκες καλύπτουν περίπου το 30%, σύμφωνα με στοιχεία της UNESCO. Βεβαίως, αυτό το ποσοστό συνιστά κατάκτηση των τελευταίων ετών. 

«Αν συγκρίνουμε πόσες θέσεις εργασίας καλύπτονταν από γυναίκες πριν από 15 χρόνια στον κλάδο της ιατρικής και της έρευνας σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά», λέει στο «Κ» η Στεφανία Κούμπα, γιατρός που εργάζεται στην Αγγλία και που κατά τη διάρκεια της πανδημίας συμμετείχε σε μια ερευνητική ομάδα του UCL που μελέτησε την πιθανότητα ο κορωνοϊός να προκαλεί βλάβη στην ακοή, παρακολουθώντας την περίπτωση ενός ασθενούς στον οποίο αυτό πράγματι συνέβη. «Η συμβολή των γυναικών συναδέλφων μου ήταν εξίσου παρούσα και πριν από την πανδημία, αλλά αναδείχθηκε τώρα. Πολλές γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή στην αντιμετώπιση του ιού και αυτό φυσικά μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως απόδειξη εξέλιξης της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και της κοινωνίας ολόκληρης, όμως δεν παύει να χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση», προσθέτει η κ. Κούμπα. «Είναι πολύ σημαντικό για τη νέα γενιά επιστημόνων να καθοδηγούνται από μέντορες που δεν είναι μόνο γένους αρσενικού, αλλά και θηλυκού. Αυτό λειτουργεί ευεργετικά και επιτρέπει στα νέα κορίτσια να κυνηγούν τα όνειρά τους όπως και να διεκδικούν εργασιακές θέσεις που παλαιότερα δεν θα αποτελούσαν πιθανή επιλογή γι‘ αυτές. Ο χώρος εξακολουθεί να είναι ανδροκρατούμενος, όμως όλα τα παραπάνω είναι ελπιδοφόρα».

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΧΡΟΝΟ

Την ίδια στιγμή, στη Νέα Υόρκη και στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλερ η ιολόγος Θεοδώρα Χατζηιωάννου ερευνούσε την αντίδραση του ανοσοποιητικού και της παραγωγής αντισωμάτων. Είναι η επιστημονική κοινότητα ανδροκρατούμενη; «Ήταν ανδροκρατούμενη όπως και πολλά άλλα επαγγέλματα, όμως τώρα αυτό έχει αλλάξει, ιδιαίτερα στις χαμηλότερες βαθμίδες», λέει η κ. Χατζηιωάννου. «Για να φτάσεις στην κορυφή, χρειάζονται χρόνια και σήμερα ακόμα βλέπουμε κυρίως άντρες στις υψηλές θέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι συνεχίζεται η διάκριση εναντίον γυναικών στον ίδιο βαθμό με πριν, αλλά ότι πρέπει να περάσει ακόμη καιρός μέχρι να αλλάξουν τα δεδομένα».  

Την ίδια άποψη έχει και η Δανάη Μανωλέσου, μέλος της Μονάδας Βιοϊατρικής Τεχνολογίας της Α΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής, που σε συνεργασία με το Κέντρο Νέων Βιοτεχνολογιών και Ιατρικής Ακριβείας της Ιατρικής Σχολής κατασκεύασαν προστατευτικές ασπίδες προσώπου μέσω εκτυπωτών και τις πρόσφεραν σε νοσοκομεία και κλινικές που είχαν ελλείψεις. «Στην πανδημία που διανύουμε αναδεικνύεται ότι πολλές γυναίκες βρίσκονται και βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή», μου λέει και επικαλείται τα στοιχεία του ΠΟΥ, σύμφωνα με τα οποία το 70% του παγκόσμιου υγειονομικού προσωπικού είναι γυναίκες. «Ωστόσο, παρά το εντυπωσιακό αυτό ποσοστό, μόνο το 25% των θέσεων λήψης αποφάσεων στον χώρο της υγείας καταλαμβάνονται από γυναίκες. Νομίζω ότι η μεγάλη αυτή αντίθεση απεικονίζει ένα μικρό μέρος των ανισοτήτων που υπάρχουν ακόμα και σήμερα».

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Έχει περισσότερες ευκαιρίες ένας άντρας από μια γυναίκα να σταδιοδρομήσει στην επιστημονική έρευνα σήμερα; «Το πόσες ευκαιρίες δίνονται σε ένα άτομο έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες, όπως το πώς και το πού μεγάλωσε, τα ερεθίσματα και την εκπαίδευση που έλαβε, τις οικονομικές δυνατότητες που υπήρχαν, την κοινωνικοποίηση», λέει η κ. Μανωλέσου. «Αν όλους αυτούς τους παράγοντες τους δούμε και υπό το πρίσμα του φύλου, τότε η απάντηση στην ερώτηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Όσον αφορά το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούμαι τα τελευταία χρόνια, έχω παρατηρήσει ότι πολλές επαγγελματικές ειδικότητες στον χώρο της υγείας αντιμετωπίζονται ακόμα στερεοτυπικά ως “ανδρικές” και άλλες ως “γυναικείες”, ενώ παράλληλα η στερεοτυπική αυτή διάκριση συνοδεύεται και από μια μισθολογική διαφορά».

Είναι προφανώς αδύνατον και επιπόλαιο να εξάγουμε κάποιο γενικό συμπέρασμα, καθώς τα δεδομένα διαφέρουν ανάλογα με τον εκάστοτε χώρο αλλά και τη χώρα. Η κ. Κούμπα αναφέρει ότι νιώθει τυχερή που βρίσκεται στην Αγγλία, όπου της δίνεται η ευκαιρία να εξελίσσεται σε έναν χώρο που οι ευκαιρίες δίνονται αξιοκρατικά. «Ανεξαρτήτως φύλου και οικογενειακής κατάστασης, απονέμονται και αναγνωρίζονται τα ίδια δικαιώματα και πλέον προβλέπεται ίση επαγγελματική εξέλιξη», λέει. Αντίστοιχα στην Αμερική η κ. Χατζηιωάννου δεν θεωρεί ότι έχει αντιμετωπίσει κάποια διάκριση στην καριέρα της λόγω φύλου. «Από την εμπειρία μου επίσης σε διάφορες επιτροπές αξιολόγησης, δεν έχω δει ποτέ κριτικές που βασίζονται σε στοιχεία έξω από τα αποτελέσματα και το ιστορικό επιστημόνων. Αναλύσεις δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά δείχνουν ότι, βάσει του ποσοστού των μελετών που κατατίθενται, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα άρθρα από γυναίκες που καταλήγουν να δημοσιευτούν σε σύγκριση με αυτά από άντρες – αναφέρομαι σε επικεφαλής εργαστηρίων». 

Πάντως, σύμφωνα με μια πρόσφατη διεθνή έρευνα (eLife), οι δημοσιεύσεις που έγιναν μέσα στο 2020 και στις οποίες επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας ήταν μια γυναίκα, μειώθηκαν κατά 19% σε σχέση με το 2019. Η μείωση ήταν ιδιαίτερα εμφανής κατά την περίοδο του πρώτου κύματος και των λοκντάουν της περσινής άνοιξης – το συμπέρασμα ήταν ότι η καραντίνα, τα κλειστά σχολεία, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και οι ανατροπές στην καθημερινότητα επηρέασαν περισσότερο τις γυναίκες από τους άντρες. Ανεξάρτητα δηλαδή από το επίπεδο της ισότητας εντός ενός εργαστηρίου, ενός πανεπιστημίου ή ενός νοσοκομείου, η κοινωνία αποδείχτηκε ανέτοιμη να αντιμετωπίσει την πρόκληση της πανδημίας με ισότιμο τρόπο.  

ΤΙ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ;

Εδώ και έναν χρόνο το ενδιαφέρον μας για την πρόοδο που σημειώνεται στα εργαστήρια έχει πολλαπλασιαστεί – κατέστη εξαρχής σαφές ότι τη λύση στην πανδημία δεν θα τη δώσουν ούτε οι κυβερνήσεις μας ούτε η ατομική δράση. Θα τη δώσει η επιστήμη. «Αν με ρωτούσατε πριν από έναν χρόνο αν θα πίστευα ότι το μοριακό τεστ, το RNA ή ότι τα αντισώματα θα ήταν έννοιες ευρέως γνωστές και στο επίκεντρο των σημερινών συζητήσεων, θα δυσκολευόμουν να το φανταστώ», λέει η κ. Κούμπα. «Εύχομαι ο κόσμος να συνεχίσει να εκτιμά τη δουλειά που γίνεται καθημερινά στον επιστημονικό κλάδο της ιατρικής και μετά την πανδημία. Πολλές επιστημονικές ομάδες έχουν χρηματοδοτηθεί για την καταπολέμηση της Covid-19, αλλά είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας και το πλήθος των προσπαθειών που στοχεύουν στην εξέλιξη της ιατρικής έρευνας για νόσους όπως ο καρκίνος, ο διαβήτης ή η άνοια. Ελπίζω η παροχή οικονομικών πόρων που διατίθεται για τον κορωνοϊό να συνεχιστεί σε κάποιο βαθμό και για άλλες νόσους μετά την αντιμετώπισή του». Θα συνεχίσουμε να ενδιαφερόμαστε για τη δουλειά που γίνεται στα εργαστήρια; Η κ. Χατζηιωάννου δεν είναι καθόλου σίγουρη. «Η μνήμη των πολιτικών αλλά και του κοινού είναι κοντόφθαλμη», λέει.

Και η ζωή; Η δουλειά; Τα δεδομένα άλλαξαν για όλους μας ανεξαρτήτως ιδιότητας, αλλά πώς επηρεάστηκε η καθημερινότητα στο εργαστήριο; «Άλλαξε πολύ και σε πολλούς τομείς», λέει η κ. Χατζηιωάννου. «Πρώτα στη συνεργασία. Δουλεύουμε με αλλά εργαστήρια πιο στενά από ποτέ. Ο καθένας μας εκτελεί τα πειράματα στα οποία είναι άκρως εξειδικευμένος, μοιραζόμαστε τα στοιχεία και όλοι μαζί προχωράμε την έρευνα εξαιρετικά γρήγορα. Πάντα δουλεύαμε σκληρά, αλλά όχι συνεχώς για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Από τον προηγούμενο Μάρτιο δεν έχουμε σταματήσει, αλλά το γεγονός ότι προσφέρουμε κάτι σε αυτή τη μάχη με τον ιό είναι εξαιρετική κινητήρια δύναμη». 

Τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, κάθε άλλο. «Δυστυχώς, επειδή πρόκειται για έναν καινούργιο ιό, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακόμη τις ακριβείς μακροχρόνιες επιπτώσεις του στον οργανισμό μας», λέει η κ. Κούμπα, εξηγώντας ότι η έρευνα θα συνεχιστεί, ώστε να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Η ίδια πέρασε το προηγούμενο διάστημα ανάμεσα στο νοσοκομείο και το εργαστήριο. Η κ. Χατζηιωάννου μού περιγράφει ότι η δουλειά της συνεχίζεται με τη συμπερίληψη εμβολιασμένων ατόμων στις μελέτες, αναζητώντας τις αντιδράσεις του οργανισμού έναν χρόνο μετά την ίωση, ενώ συνεχίζεται και η έρευνα για το πώς οι μεταλλάξεις στην ακίδα επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Η κ. Μανωλέσου, μετά τη δημιουργία των ασπίδων προσώπου, συμμετείχε στη συγγραφή ενός άρθρου (θα δημοσιευτεί στο περιοδικό Signum) σχετικά με πιθανά διδάγματα για τη διαχείριση της Covd-19, και ειδικότερα των ασθενών με παρατεινόμενα συμπτώματα της νόσου. «Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στον χώρο της υγείας είναι να διατηρεί κάποιος την ψυχραιμία του και να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στις αυξημένες απαιτήσεις και ευθύνες», λέει, «παρά την ένταση, την αβεβαιότητα, τον φόβο ή την απώλεια». ■