ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ευθύμη Φιλίππου, από ποια γυναίκα θα ήθελες να πάρεις συνέντευξη;

O βραβευμένος σεναριογράφος απαντά στην πρόσκληση του «Κ» με ένα πρόσωπο-έκπληξη: την Παυλίνα Βοσινάκη, υπεύθυνη κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

eythymi-filippoy-apo-poia-gynaika-tha-itheles-na-pareis-synenteyxi-561292426

Πού γεννήθηκες, Παυλίνα;
Γεννήθηκα στην ωραία Θεσσαλονίκη (γελάει ξαφνικά). Σε ένα σπίτι στην παραλία. 

Η μητέρα σου πώς λεγόταν και από πού ήταν;
Η μητέρα μου, η Ελένη, ήταν από την Αθήνα. Ζούσαν στην οδό Χάρητος σε μια διπλοκατοικία, όπου από τον δεύτερο όροφο έβλεπες τη θάλασσα, και μετά, περίπου το 1940, μετακόμισαν στην οδό Αγίου Μελετίου, καθώς στην Αγίου Μελετίου τότε είχε κήπους και χαμηλά σπίτια. Ναι. Ο πατέρας της μητέρας μου είχε πεθάνει νέος, η μητέρα της ήταν φυλακισμένη από τους Γερμανούς και ο μετέπειτα πατέρας μου, ως οικογενειακός φίλος, τη βοηθούσε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν και η μητέρα μου μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, καθώς εκεί ήταν το εργοστάσιο του πατέρα μου. Τον πατέρα μου τον έλεγαν Γιώργο. Το εργοστάσιο παρήγε κάλτσες ζέρσεϊ, ρούχα, τέτοια πράγματα. Της είπε ότι θα μείνουν για λίγο καιρό στη Θεσσαλονίκη. Φαντάζομαι δεν της έλεγε ψέματα, φαντάζομαι το πίστευε τότε που της το έλεγε. Εκείνη όμως, εκτός από τον Γιώργο, ερωτεύτηκε και τη Θεσσαλονίκη. Κι έμειναν για πάντα εκεί. Της άρεσε, έλεγε, να βλέπει να πλοία που φόρτωναν πορτοκάλια στο λιμάνι. Μετά γεννήθηκα εγώ. Αδέρφια δεν έχω και οφείλω να ομολογήσω πως δεν ένιωσα ποτέ καθόλου την ανάγκη ενός αδερφού ή μιας αδερφής, ούτε μικρή ούτε τώρα. Είχα τότε μια αγαπημένη φίλη από τεσσάρων ετών κι έτσι δεν ένιωσα ποτέ μοναξιά. Ύστερα μετακομίσαμε σε ένα άλλο σπίτι ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και στο Πανόραμα. Εκεί είχαμε έναν μεγάλο κήπο με κατοικίδια ζώα. Συχνά οργανώναμε με άλλα παιδιά αποστολές σε έναν λόφο δίπλα, για να βρούμε τον δράκο του Σέιχ Σου, ήταν τόσο ωραία τότε εκεί σε αυτό το σπίτι. Θυμάμαι την Αμαλία Μεγαπάνου, που ερχόταν καμιά φορά με τον Καραμανλή στο σπίτι –ο πατέρας μου είχε παντρέψει την Αμαλία με τον Καραμανλή–, να ξετυλίγει τον κότσο της και να μου ζητάει να συγκρίνουμε τις πλεξούδες μας, να μετράμε ποια έχει περισσότερους κόμπους. Ήταν αδιανόητα όμορφη. Ήταν για μένα κάτι σαν αρχαία θεά. Για τον Καραμανλή δεν θα μπορούσα να έχω γνώμη, ήμουν πολύ μικρή και για μένα ήταν απλώς ένας κύριος που όταν ερχόταν σπίτι μου, τότε ο κήπος μου, η αυλή μου και το σαλόνι μου γέμιζαν με ανθρώπους υπεύθυνους για την ασφάλειά του. Μόνο αυτό. Μετά από πολλά χρόνια ξανασυναντηθήκαμε με την Αμαλία μέσω της ξαδέρφης της, Εύης Μελά. Ένα μεσημέρι με είχε καλέσει σπίτι της να φάμε και ένα μικρό σκυλί Cavalier King Charles έκοβε βόλτες στο σαλόνι. Τη ρώτησα κάποια στιγμή λοιπόν: «Αμαλία, πόσων χρονών είναι το σκυλί;». Και μου απάντησε: «Πόσων ετών είναι το σκυλί δεν θα ήθελα να σου πω. Πόσων ετών είμαι εγώ μπορώ να σου πω ευχαρίστως». Και τώρα καταλαβαίνω κάπως τι ήθελε να πει. Πήγαινα και την έβλεπα πού και πού. Δεν μου ζητούσε ποτέ τίποτε. Ήταν μόνη της κι έτσι ήθελε να είναι. Τέλος πάντων, τελειώνοντας το σχολείο πήγα στη Φλωρεντία για να σπουδάσω διακόσμηση.

Η μητέρα μου αγαπούσε πολύ τη Φλωρεντία και προσπαθούσε να με πείσει να σπουδάσω σχέδιο κοσμημάτων – τη γοήτευαν πολύ τα κοσμήματα, παρότι δεν φόραγε ποτέ στη ζωή της. Όταν έφτασα στη Φλωρεντία, έπεσα πάνω στο ταραχώδες και πολύ σημαντικό –και για μένα– 1968, άρχισα να καπνίζω χωρίς να μου αρέσει, το σταμάτησα λίγο αργότερα. Έμεινα τέσσερα χρόνια, τελείωσα τη σχολή και επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη. Το εργοστάσιο του πατέρα μου είχε πια κλείσει –θυμάμαι το εργοστάσιο δεν μου άρεσε, ντρεπόμουν πάντα πολύ όταν κάποιος αναφερόταν σε αυτό, δεν ήθελα καθόλου να πηγαίνω–, αλλά υπήρχε ένα κατάστημα σαν συνέχεια της επιχείρησης, στο οποίο άρχισα να δουλεύω. Ήμουν δυστυχής, τα πάντα γύρω κόχλαζαν, ο φεμινισμός, οι διεργασίες της Αριστεράς, τα πάντα, κι εγώ δυσανασχετούσα μέσα σε ένα κατάστημα ρούχων. Λίγο καιρό αργότερα, γνώρισα τον άντρα μου και παντρεύτηκα. Η παιδική μου φίλη με παρακάλεσε να πάω σε ένα χριστουγεννιάτικο πάρτι της. Εκεί γνωριστήκαμε. Είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Λονδίνο και έμενε στην Πάτρα. Είχε έρθει για λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη. Μου είπε πως το όνομά του είναι Ντόντος. Λίγες μέρες αργότερα, τον πήγα σε ένα άλλο πάρτι, του ΚΚΕ εσωτερικού, και τον ρώτησα ποιο είναι το πραγματικό του όνομα, γιατί ντρεπόμουν να τον συστήσω στους συντρόφους ως Ντόντο. Μου είπε πως το όνομά του ήταν Νεοπτόλεμος. Τον ερωτεύτηκα –λειτούργησε κάπως το οιδιπόδειο εκεί–, είχε αρκετά κοινά με τον πατέρα μου. Μιλούσαμε μόνο στο τηλέφωνο στην αρχή, λόγω της απόστασης –κατέστρεφα τους λογαριασμούς του τηλεφώνου για να μην τους δουν οι γονείς μου–, μετά από έναν χρόνο παντρευτήκαμε και βρέθηκα στην Πάτρα. Στην Πάτρα διαπίστωσα πως είχαν μανία με τα υποκοριστικά ονόματα: ένας συνεργάτης του Νεοπτόλεμου λεγόταν Ντίντης ενώ τον βάφτισαν Κώστα και την αδερφή του Νεοπτόλεμου τη φώναζαν Τιτίκα ενώ τη βάφτισαν Χριστίνα. Την πρώτη φορά που βρέθηκα στην Πάτρα ήταν Αύγουστος. Είχαμε καθίσει σε ένα παγκάκι μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Έσκυψα και του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. Μας πλησίασε ένα όργανο της τάξης, αστυφύλακας, χωροφύλακας, δεν ξέρω τι, κρατώντας μια αλυσιδίτσα στο χέρι, και μας ρώτησε αν είχαμε πάει εκεί για να δούμε τον ναό ή για να φιληθούμε. Εγώ απάντησα «και για τα δύο», εκείνος εκνευρίστηκε και μας πήγε στο Τμήμα. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή μου με την πόλη. Αργότερα έμαθα ότι οι παπάδες της εκκλησίας βάζανε λάδι στα παγκάκια έξω, για να μην κάθονται ζευγάρια. Δύσκολη πόλη τότε η Πάτρα. Δεν είχα και καλή σχέση με τις Απόκριες, ξέρεις. Δεν τις συμπαθούσα τις Απόκριες. Μείναμε χρόνια μαζί με τον Νεοπτόλεμο, μετά χώρισαν οι δρόμοι μας και μείναμε καλοί φίλοι. Ήρθα στην Αθήνα. Βρήκα ένα σπίτι στον Λυκαβηττό, τέρμα Μαρασλή, όπως ανεβαίνεις πολύ ψηλά, εκεί που κάνει ένα γάμμα ο δρόμος. Ανηφόρα πολλή, αλλά τότε την άντεχα. Πηγαίναμε κάθε μέρα βόλτα στον Λυκαβηττό με ένα λυκόσκυλο που είχα τότε. Ξέρεις πόσα σκυλιά, Ευθύμη, είναι θαμμένα στον Λυκαβηττό; 

Όχι.
Πολλά, πολλά. Αποφάσισα να σπουδάσω ξανά, συντήρηση έργων τέχνης αυτή τη φορά. Ήμουν πια 46 ετών. Με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έμπλεξα εξαιτίας ενός τότε φίλου –και μετέπειτα συζύγου– της  Έρσης Σωτηροπούλου, του Μισέλ Δημόπουλου. Μου ζήτησε να τον βοηθήσω μια χρονιά πριν από είκοσι –και βάλε– χρόνια με την κριτική επιτροπή και δεν έφυγα ποτέ. Κάθε χρόνο ανεβαίνω για τις ημέρες του Φεστιβάλ πάνω και μου αρέσει, να ξέρεις, που το κάνω. Είναι πολύ σημαντικό αυτό το Φεστιβάλ γι’ αυτή την πόλη. Πριν από επτά-οκτώ χρόνια, μετακόμισα σε αυτό εδώ το σπίτι στο Παλαιό Ψυχικό. Το οικόπεδο ήταν της γιαγιάς μου. Το σχέδιο ήταν να πάρουν οι τρεις αδερφές από έναν όροφο. Όταν πια το σπίτι τελείωσε, η μητέρα μου δεν ήθελε με τίποτα να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Έμεινε το σπίτι κενό κι έτσι βρέθηκα εδώ. Όταν έφτιαχνε το σπίτι η μητέρα μου, ήθελε να βάλει παρκέ στο πάτωμα, κι εμένα τότε το παρκέ μού φαινόταν παλιομοδίτικο, αλλά τώρα πια χαίρομαι πολύ που το σπίτι αυτό έχει παρκέ. Στο Παλαιό Ψυχικό μένουν και συμπαθητικοί και αντιπαθητικοί άνθρωποι. Το ίδιο και στο Κολωνάκι όμως. Το ίδιο και σε όλο τον κόσμο όμως. Η διαφορά του Παλαιού Ψυχικού με το Κολωνάκι είναι ότι το ταξικό θέμα εδώ το νιώθεις πιο έντονα, γίνεται πιο αντιληπτό. Στο Κολωνάκι τα πράγματα είναι πιο ανακατεμένα, θα έρθουν και για καφέ ή για βόλτα άνθρωποι που δεν κατοικούν εκεί, θα φέρουν μια μικρή ισορροπία, θα μπλέξουν με τις ξεχασμένες κυρίες που έχουν απομείνει ακινητοποιημένες εκεί. Εδώ είναι αλλιώς. Εδώ είναι νεκροταφείο. Δεν αλλάζει τίποτα. Η ίδια ησυχία έξω πριν από την πανδημία, η ίδια και τώρα. Ξυπνάω κάθε μέρα στις επτά. Έχω έναν σκύλο και δύο γάτες. Φοράω την ίδια κολόνια, την Ιnfusion d’Iris, πολλά χρόνια, όχι επειδή έχω εμμονή με τη συγκεκριμένη, αλλά επειδή βαριέμαι να ψάξω κάποια καινούργια. Δεν έχω πια την ικανότητα να διοργανώνω τραπέζια σπίτι μου. 

Γιατί;
Κουράστηκα. Μεγάλωσα. Έχει αλλάξει και το πλαίσιο πολύ, βλέπεις. Δεν μπορείς πια να φωνάξεις έναν άνθρωπο να έρθει σπίτι σου να φάει και να σερβίρεις μια μακαρονάδα. Ή φακές. Έχουν γίνει τα πράγματα πιο πολύπλοκα για κάποιον λόγο. Πρέπει να οργανωθεί προσεκτικά ένα τραπέζι, πρέπει να έχει πρώτα και δεύτερα, και σολομούς και δύο σαλάτες, και κάποιοι δεν τρώνε κρέας και άλλοι δεν τρώνε γλουτένη, και βαριέμαι πια λίγο. Με στενοχωρεί, δεν ξέρεις πόσο, που βαριέμαι, αλλά το νιώθω. Δεν θυμώνω ποτέ. Παλιά είχα σκεφτεί να επισκεφτώ ψυχίατρο, γιατί μάλλον δεν είναι φυσιολογικό αυτό, αλλά ισχύει. Νιώθω ανίκανη να θυμώσω. Δεν τσακώνομαι καθόλου. Μόνο με τον σκύλο θυμώνω καμιά φορά όταν κάθεται στη θέση μου. Ή μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί να θυμώσω, αλλά το κάνω μόνο με πράγματα που αφορούν άλλους, όχι με πράγματα που σχετίζονται μ’ εμένα. Αν κάποιος μου πει ότι αδικήθηκε ή ότι κακοποιήθηκε ή ότι τον εκμεταλλεύτηκαν ή οτιδήποτε, τότε θα νιώσω θυμό. Ή τέλος πάντων κάτι που μοιάζει με θυμό. Δεν ένιωσα ποτέ στη ζωή μου ότι έπρεπε να καταβάλω περισσότερη προσπάθεια για κάτι απλώς και μόνο επειδή είμαι γυναίκα, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα, γιατί εγώ έτυχε να ζήσω ευνοημένη. Από πολλές απόψεις. Στα χρόνια της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών, όσο βρέθηκα εκεί, είδα και άκουσα αυτό που συμβαίνει εκεί έξω. Και ήταν δύσκολο αυτό το εκεί έξω. Το συγκεκριμένο φεμινιστικό κίνημα δημιουργήθηκε το 1974, μετά τη χούντα, και στενοχωριέμαι πολύ που πια δεν υπάρχει. Φοβάμαι πως τελείωσε άδοξα.

Ο πατέρας σου, Παυλίνα, θαύμαζε τη μητέρα σου;
Ο πατέρας μου θαύμαζε τη μητέρα μου απεριόριστα. Κι εκείνη εκτιμούσε πολύ την καλοσύνη του. Λάτρευε ο ένας τον άλλο. Ο πατέρας μου ήταν ένας απίστευτα καλός και χαρούμενος άνθρωπος. Ήταν 1,85 μ., με πολλά μαλλιά και πιτσιλωτά καφέ και πράσινα μάτια. Ούτε εύσωμος ούτε αδύνατος, κανονικός στα κιλά του. Του μοιάζω, έχω τις ίδιες ρυτίδες με εκείνον, όλες αυτές οι ρυτίδες που έχω στο πρόσωπό μου από πολύ νέα είναι δικές του. Ο πατέρας μου πέθανε πρώτος, με έναν θάνατο που τότε μου έλεγαν όλοι ότι ήταν πολύ ωραίος θάνατος. Έβλεπαν με τη μητέρα μου ένα μεσημέρι μια γαλλική ταινία. Εκείνος της είπε ότι η ταινία είναι βλακεία, όπως όλες οι γαλλικές ταινίες, έτσι της είπε, και πήγε να ξαπλώσει για τον μεσημεριανό του ύπνο. Όταν η μητέρα μου πήγε να τον ξυπνήσει για να πιουν το τσάι που έπιναν κάθε απόγευμα, τον βρήκε νεκρό στο κρεβάτι με την εφημερίδα πάνω στην κοιλιά του και τα γυαλιά του φορεμένα. Δεν είχε πρόβλημα με την καρδιά του –μόνο δισκοπάθεια είχε–, αλλά πέθανε από ανακοπή. Η μητέρα μου πάντα είχε τα μαλλιά της πιασμένα κότσο. Η μητέρα μου ήταν γλυκιά, αριστοκρατική, φίνα, όμορφη, δίκαιη, ήρεμη. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά εκείνα που αν είσαι 15 χρονών, αυτός ο συνδυασμός μπορεί να σε τσακίσει ολοκληρωτικά. Έψαχνες να βρεις ελαττώματα πάνω της και δεν γινόταν, κι αυτό ήταν πολύ χάλια, πολύ άσχημο πράγμα. Και όταν αποφάσισα να φορέσω παντελόνια από αντίδραση, ο τότε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας είχε απορήσει πώς από μια τέτοια κυρία σαν τη μητέρα μου βγήκε ένα τέτοιο πράγμα σαν εμένα. Τώρα πια τη σκέφτομαι πολύ συχνά – και σκέφτομαι όλα αυτά που μου έλεγε και που τότε διαφωνούσα, αλλά τώρα τα καταλαβαίνω. 

Όπως το παρκέ, ας πούμε.
Όπως το παρκέ. Επίσης, κάτι άλλο που έλεγε και είχε δίκιο είναι πως το αβάσταχτο της ανθρώπινης φύσης δεν είναι το να γερνάει κανείς, αλλά το να γερνάει ενώ δεν γερνάει η ψυχή του. Κι αυτό τώρα το καταλαβαίνω. Αποκαλώ ηλικιωμένους ανθρώπους που μπορεί να είναι μικρότεροι από μένα, κι αυτό είναι τραγικό. Και για εκείνους, και για μένα. ■