ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Τα κυριακάτικα ραντεβού του Μάνου Ελευθερίου

Ο Σπύρος Αραβανής και ο Ηρακλής Οικονόμου πέρασαν τρία χρόνια καταγράφοντας ιστορίες από τη ζωή του σπουδαίου λογοτέχνη και στιχουργού και σήμερα τις φέρνουν στην επιφάνεια μέσα από το βιβλίο «Μαλαματένια λόγια». Πώς ήταν οι συναντήσεις τους μαζί του; Πώς τις θυμούνται; Τι έχουν κρατήσει στο μυαλό τους;

ta-kyriakatika-rantevoy-toy-manoy-eleytherioy

«Υπάρχει μια φράση εκπληκτική του Τόμας Έλιοτ για τον Βαλερί, που την είπε στον Σεφέρη και αυτός τη γράφει σε ένα από τα ημερολόγιά του. Κατ’ εμέ, ο Βαλερί είναι θεός. Ο Έλιοτ έλεγε λοιπόν για τον Βαλερί ότι ήταν τόσο έξυπνος, που δεν είχε καμία απολύτως φιλοδοξία. Κι εγώ δεν είχα ποτέ καμία φιλοδοξία, αλλά ήμουν τόσο βλαξ. Αλήθεια. Ποτέ δεν είχα καμία φιλοδοξία. Καμία απολύτως. Φιλοδοξία μου ήταν να γράψω καλά πράγματα». 

Τα παραπάνω είναι λόγια του Μάνου Ελευθερίου, λόγια που ηχογράφησαν ο Σπύρος Αραβανής και ο Ηρακλής Οικονόμου στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, κάποιο πρωινό Κυριακής, όταν ο Ελευθερίου, καθισμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού του στο σπίτι του στο Νέο Ψυχικό, τους διηγήθηκε τη ζωή του. Και συνέχισε ξανά την επόμενη Κυριακή και ξανά την επόμενη. Οι συναντήσεις τους κράτησαν τρία χρόνια. Τα εβδομαδιαία ραντεβού διακόπηκαν το 2013, ο Μάνος Ελευθερίου έφυγε από τη ζωή το 2018, πέρασε ο καιρός και, όπως συμβαίνει συχνά, κάποτε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και όλες εκείνες οι απομαγνητοφωνημένες συζητήσεις, όλα εκείνα τα λόγια, πήραν τελικά μια μορφή· έγιναν «μαλαματένια». 

ta-kyriakatika-rantevoy-toy-manoy-eleytherioy0
Η έκδοση περιλαμβάνει φωτογραφίες και υλικό από το αρχείο του Μάνου Ελευθερίου, όπως οι σημειώσεις αυτές, μια παραχώρηση της αδερφής του, Λιλής Ελευθερίου. 

Τα «Μαλαματένια λόγια» είναι ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα, όπως αυτοπροσδιορίζεται, και κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Δεν ήταν εξαρχής ο στόχος εκείνων των συναντήσεων να προκύψει ένα βιβλίο, όπως μου λένε οι κύριοι Αραβανής και Οικονόμου, για την ακρίβεια δεν ήταν ποτέ αυτός ο στόχος. Ποιος ήταν; «Θέλαμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα», απαντούν. 

Όταν του έκαναν την πρόταση αυτή, να τον ακούσουν να διηγείται τη ζωή του, ο Μάνος Ελευθερίου τούς απάντησε απλώς το εξής: «Σας περιμένω την Κυριακή στις 10.30». Τον είχαν γνωρίσει, ο καθένας ξεχωριστά, κάποια χρόνια νωρίτερα. Ο Σπύρος Αραβανής, καλός ποιητής πλέον και ο ίδιος, του είχε ζητήσει κάποτε να ρίξει μια ματιά σε κάποιους νεανικούς του στίχους (δεν είχε τολμήσει τελικά να του στείλει τίποτα) και αργότερα, ως φοιτητής, του είχε πάρει μια συνέντευξη για το περιοδικό «Καλειδοσκόπιο». Ο Ηρακλής Οικονόμου τον είχε επισκεφτεί μια μέρα στο σπίτι του μαζί με τον ποιητή Σωτήρη Κακίση. Τον εκτιμούσαν και οι δύο πολύ για το έργο του και συνδέονταν μαζί του μέσα από τους στίχους του – έγιναν τελικά δικοί του άνθρωποι. 

ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ

«Το κλίμα των συναντήσεων ήταν εντελώς ανεπίσημο, σχεδόν οικογενειακό, χωρίς να έχουμε σχεδιάσει από πριν τι θα τον ρωτήσουμε», μου λένε. «Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τον ζούσαμε σαν έναν μυθιστορηματικό ήρωα που η ζωή του εξελίσσεται ενώπιόν μας. Και ήταν μέσα μας ως προσωπικότητα όλη την εβδομάδα, όχι μόνο τις Κυριακές. Άλλωστε η σχέση μας δεν ήταν μόνο αυτές οι συναντήσεις. Αυτές ήταν κάτι για το οποίο δεν μιλούσαμε ποτέ οι τρεις μας, όταν βρισκόμασταν εκτός του σπιτιού του. Ήταν σαν μια τελετουργία η οποία γεννιόταν και πέθαινε στις δύο ώρες των εκάστοτε συναντήσεων». 

ta-kyriakatika-rantevoy-toy-manoy-eleytherioy2
Αγνώστων λοιπών στοιχείων φωτογραφία από τα νεανικά του χρόνια. 

Τους ζητάω να μοιραστούν λίγη από την ατμόσφαιρα των συζητήσεων. «Καθόμασταν στο σαλόνι, αυτός πάντα στην πολυθρόνα του. Μας κερνούσε πολλές φορές τα γλυκά του κουταλιού που λάτρευε. Οι απειράριθμοι άνθρωποι, ιδίως τα τελευταία χρόνια, που πέρασαν το κατώφλι του σπιτικού του θα καταλάβουν επακριβώς το κλίμα, καθώς ήταν σε όλους φιλικός και καλός οικοδεσπότης. Πολλές φορές υπήρχε κάπου κοντά μια κούτα με βιβλία που προορίζονταν συνήθως για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Ερμούπολης – ή για άλλους κοινωφελούς χαρακτήρα παραλήπτες. Ζούσε λιτά και έδινε γενναιόδωρα».

Διαβάζοντας το βιβλίο, γίνεται γρήγορα σαφές ότι δεν πρόκειται για μια τυπική αυτοβιογραφία, ο τόνος του Ελευθερίου είναι προφορικός και δεν δείχνει να ενδιαφέρεται να καλύψει κάθε κεφάλαιο της ζωής του. Η εκ των υστέρων επιμέλεια του υλικού, ωστόσο, δημιουργεί μια αίσθηση πληρότητας. Δεν πρόκειται για μια άναρχη παράθεση ενός αποσπασματικού μονολόγου. Ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την ιστορία από την αρχή, από τα παιδικά χρόνια του Ελευθερίου στη Σύρο, κατόπιν θα τον ακολουθήσει στην Αθήνα, στη στρατιωτική του θητεία κι έπειτα στην περίοδο της δικτατορίας, και θα φτάσει μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Θα τον δει να μεγαλώνει και να εξελίσσεται ως άνθρωπος, θα τον δει να συναντάει τον Αναγνωστάκη, τον Τερζάκη, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, τον Ελύτη και τον Σεφέρη, θα τον δει να γίνεται, στίχο στίχο, μια σημαντική προσωπικότητα της πνευματικής ζωής της χώρας.

«ΚΑΛΑ ΩΣ ΕΔΩ, ΦΤΑΝΕΙ ΤΩΡΑ»

«Η συζήτηση είχε τη δομή μιας εξαιρετικά χαλαρής συνέντευξης. Ιδανικά, θα θέλαμε να μονολογεί με τις ώρες. Ο Ελευθερίου όμως δεν ήταν ο άνθρωπος που θα σου μιλούσε ακατάπαυστα για τον εαυτό του, τη ζωή του, το έργο του», μου λένε. «Είχε ένα αίσθημα ματαιότητας για όλα αυτά, πολύ ορθό φιλοσοφικά και ώριμο. Δεν θεωρούσε ότι ήταν κάποιος σημαντικός, κάποιος “μεγάλος”, κι όσο κι αν αυτό διευκόλυνε την προσωπική, φιλική μας αλληλεπίδραση, σίγουρα δυσκόλεψε τη δουλειά μας ως “συνεντευξιαστών”, αφού χρειαζόταν η τακτική μας παρέμβαση και ενθάρρυνση. Κάποια στιγμή η συζήτηση σταματούσε με δική του πρωτοβουλία. Άλλοτε άρχιζε να βαριανασαίνει, κάτι που ήταν σαν ένα άτυπο σινιάλο, κι άλλοτε μας έλεγε: “Καλά ως εδώ, φτάνει τώρα”. Ύστερα θα μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων, για κάποιο νέο βιβλίο ή δίσκο ή για κάποιο θεατρικό πρόγραμμα από τη συλλογή του». 

ta-kyriakatika-rantevoy-toy-manoy-eleytherioy4
Οικογενειακή φωτογραφία στη Σύρο, μαζί με τη μητέρα και τα αδέρφια του, Αγγελική, Στέλιο και Λιλή. Δεξιά ο ίδιος, ο μεγαλύτερος. 

Οι αναμνήσεις μιας ζωής δεν είναι μικρό βάρος. Υπήρχαν σημεία που τον δυσκόλευαν; Σημεία που φάνηκε να θέλει να αποφύγει; «Η ευκολία της αφήγησής του ήταν ανάλογη με τη χρονική απόσταση των γεγονότων – όσο προχωρούσαμε προς το παρόν, τόσο φαινόταν να μην έχει την ίδια ώθηση, την ίδια ευχέρεια να μιλήσει και να ανοιχτεί. Ίσως επειδή πολλοί πρωταγωνιστές ήταν εν ζωή, ίσως επειδή ο ίδιος απεχθανόταν τις έριδες, τους κιτρινισμούς και τις παρεξηγήσεις, ίσως επειδή απλώς καθώς μεγαλώνουμε επιστρέφουμε με μεγαλύτερη ώθηση στην παιδική μας ηλικία ή στην αρχή μιας πορείας».

Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΚΑΡΕΣ

Τι άνθρωπος ήταν ο Μάνος Ελευθερίου; «Νοιαζόταν πρώτα και κύρια για τον άνθρωπο και μετά για την ανθρωπότητα. Ήταν αυτή η αμλετική αύρα που τον περιέβαλλε και ταυτόχρονα ένα κράμα φλεγματικού Γούντι Άλεν και μυστηριώδους Λέοναρντ Κοέν», λέει ο Σπύρος Αραβανής. «Συγχρόνως ήταν προσγειωμένος, ρεαλιστής στην καθημερινότητά του, με απόλυτη επίγνωση της πραγματικότητας και των σκληρών, ανέραστων απαιτήσεών της. Έλεγε πως “γράφω τραγούδια για να βγάλω πέντε δεκάρες”, αφήνοντας σύξυλο τον συνομιλητή του, που νόμιζε ότι θα του μιλούσε για το θεάρεστο έργο της τέχνης και την υψηλότητα των μουσών. Δεν ευτέλιζε όμως την τέχνη του μιλώντας για τις δεκάρες. Την εξύψωνε. Γιατί γνώριζε τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής όσο γνώριζε τους ήρωες του Ντοστογιέφσκι».

ta-kyriakatika-rantevoy-toy-manoy-eleytherioy6
Μια μικρή απόδειξη ότι ο Μάνος Ελευθερίου δούλευε «κάθε σελίδα των έργων του δεκάδες φορές», όπως λέει ο κ. Οικονόμου.

Κάπου στο βιβλίο ο Ελευθερίου λέει ότι είχε διαβάσει τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι πολλές φορές το καθένα. «Όποιος συναναστράφηκε έστω και για λίγο τον Ελευθερίου έγινε καλύτερος άνθρωπος. Δεν λέω καλός άνθρωπος. Μπορεί να παρέμεινε συνολικά κάθαρμα. Όμως έγινε λίγο καλύτερος. Όπως δηλαδή γίνεσαι από το έργο του», συνεχίζει ο κ. Αραβανής. «Αυτό το βιβλίο, αυτές οι τρίχρονες συναντήσεις, είναι απλώς ένα σημείο στην προσωπική μου σχέση μαζί του. Όλα όσα έζησα συνολικά κοντά του –μαζί με το βιωμένο μέσα μου έργο του– είναι και θα είναι αναπόσπαστο μέλος και μέρος της καθημερινότητάς μου. Παλεύω με νύχια και με δόντια να φανώ έστω και λίγο αντάξιος αυτών που μου προσέφερε εν γνώσει και ερήμην του».  

Ο Ηρακλής Οικονόμου προσθέτει μερικές λεπτομέρειες για τον άνθρωπο που γνώρισε: «Με εντυπωσίασε ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο αφιερωνόταν σε ό,τι τον εξέφραζε. Δούλευε κάθε σελίδα των έργων του δεκάδες φορές. Ήταν επίσης μανιώδης συλλέκτης φωτογραφιών, καρτ ποστάλ, χειρογράφων και άλλων ενθυμίων και ντοκουμέντων. Διάβαζε προσεκτικά κάθε βιβλίο που του έστελναν επίδοξοι ποιητές, συγγραφείς, μελετητές. Ήταν απολύτως συνεπής με τα ενδιαφέροντά του και την τέχνη του μέχρι το τέλος». Πώς έχει τον Μάνο Ελευθερίου σήμερα στο μυαλό του; «Το κυρίαρχο αίσθημα που έχω σήμερα όταν τον σκέφτομαι είναι αυτό της απουσίας του. Λείπει, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο – λείπουν ολοένα και περισσότερο αυτά που εξέφρασε, λείπουν οι προσωπικές του ευαισθησίες, η κοινωνική του συνείδηση, η συνομιλία του με την πολιτική και την ιστορία, η πίστη του στο αίτημα ενός καλύτερου κόσμου παρά τις απογοητεύσεις και τα πισωγυρίσματα. “Θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες / κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι” λέει στο “Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς”. Ο Ελευθερίου ήταν ένας από αυτούς τους κήρυκες (ο Μικρούτσικος ήταν άλλος ένας), οι οποίοι λιγοστεύουν, αφήνοντάς μας μόνους με “ψεύτες” και “ρουφιάνους”». 

ta-kyriakatika-rantevoy-toy-manoy-eleytherioy8
Info: Τα «Μαλαματένια λόγια»サ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο Σπύρος Αραβανής είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, εργάζεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και διευθύνει την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης Ποιείνサ (poiein.gr). Ο Ηρακλής Οικονόμου είναι πολιτικός επιστήμονας, διδάκτορας Διεθνούς Πολιτικής και ασχολείται ερευνητικά με τη στρατιωτικοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.