ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Νερό, πιο πολύτιμο από ποτέ

Η Παγκόσμια Ημέρα Νερού γίνεται η αφορμή για να επανεκτιμήσουμε αυτό το ζωτικό αγαθό.

nero-pio-polytimo-apo-pote

Το νερό είναι το πιο κοινό αγαθό σε όλο τον πλανήτη. Η ύπαρξή του όμως δεν είναι αυτονόητη. Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει άμεσα τα παγκόσμια αποθέματα, φέρνοντας μέσα στις επόμενες δεκαετίες πολυπληθείς περιοχές στα όριά τους, επιτείνει τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα, θέτοντας εκτός μάχης τις υποδομές που επί δεκαετίες δημιουργούνταν για τη διαχείρισή του ακόμα και στον δυτικό κόσμο. Η Παγκόσμια Ημέρα Νερού γίνεται η αφορμή για να επανεκτιμήσουμε αυτόν τον πολύτιμο πόρο.

Με βάση τις τελευταίες εκθέσεις του ΟΗΕ (2019-2020), το μέλλον του γλυκού νερού στον κόσμο δεν θα είναι το ίδιο. Έως το 2050, ο αριθμός των ανθρώπων που μπορεί να επηρεαστούν από μια πλημμύρα θα αυξηθεί από 1,2 δισ. σήμερα σε 1,6 δισ. Έως τις αρχές του 2010, περίπου 1,9 δισ. άνθρωποι (27% του παγκόσμιου πληθυσμού) κατοικούσαν σε περιοχές που αντιμετώπιζαν προβλήματα επάρκειας νερού. Το 2050, ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί από 42% έως 95% ή από 2,7 δισ. έως 3,2 δισ. ανθρώπους. Σήμερα, το 12% του πληθυσμού της γης πίνει νερό από μη ασφαλείς πηγές. 

Σύμφωνα με την United Nations World Water Development Report, που δημοσιεύτηκε το 2019, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει με τρεις τρόπους τη διαχείριση του νερού:
– Αυξάνει τις καταστροφές που σχετίζονται με το νερό (λ.χ. πλημμύρες).
– Αυξάνει τις περιοχές που αντιμετωπίζουν λειψυδρία.
– Αυξάνει τους θανάτους που σχετίζονται με την κακή ποιότητα του νερού.

Οι εκτιμήσεις των επιστημόνων είναι αποθαρρυντικές. Η υπερθέρμανση του πλανήτη εκτιμάται ότι θα αυξήσει τις περιοχές που θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα επάρκειας νερού και θα επιτείνει τις ελλείψεις σε όσες ήδη το αντιμετωπίζουν. Οι απολήψεις νερού για τη γεωργία, τη βιομηχανία και την οικιακή χρήση έχουν εξαπλασιαστεί τον προηγούμενο αιώνα, το 70% για τη γεωργία. Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος χρησιμοποιούν το 90% των υδατικών τους αποθεμάτων στη γεωργία, όταν το ποσοστό αυτό στις ανεπτυγμένες χώρες είναι λιγότερο από 40%.

nero-pio-polytimo-apo-pote0
© Εclipse / Getty Images/ Ideal Image

Παράλληλα, η μείωση των παγετώνων στα βουνά μέχρι το τέλος του αιώνα που διανύουμε αναμένεται να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην επάρκεια νερού ενός σημαντικού κομματιού του πλανήτη. Για παράδειγμα, η περιοχή του οροπεδίου του Θιβέτ αναμένεται να συγκεντρώσει την ανώτατη ποσότητα νερού ανάμεσα στο 2030-2050. Κατόπιν όμως θα ξεκινήσει να μειώνεται, με αποτέλεσμα να επηρεάσει την επάρκεια νερού για 1,7 δισ. ανθρώπους. Σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς, ο Αρκτικός Ωκεανός θα πάψει να έχει παγόβουνα τον Σεπτέμβριο του 2050.

Λύσεις υπάρχουν

Η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση νερού μπορεί να αντιμετωπιστεί με δύο τρόπους, επισημαίνει ο ΟΗΕ: είτε με την αύξηση της παροχής νερού είτε με την αύξηση της αποτελεσματικότητας στη χρήση του. Εκτιμάται ότι έως το 2030 οι παγκόσμιες ανάγκες για νερό θα ξεπεράσουν τη βιώσιμη παροχή νερού κατά 40%. Όσο δεν θεσπίζονται ευρείες πολιτικές, η ανεπάρκεια νερού θα πυροδοτεί κοινωνική και πολιτική αναταραχή. «Το νερό είναι το κύριο μέσο να αισθανθούμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής», επισημαίνει ο ΟΗΕ. «Η επάρκεια νερού γίνεται λιγότερο προβλέψιμη σε ολοένα και περισσότερες περιοχές, ενώ η αύξηση των πλημμυρών απειλεί να καταστρέψει υποδομές παραγωγής και μεταφοράς νερού και διαχείρισης λυμάτων, με αποτέλεσμα τη μόλυνση των υδατικών αποθεμάτων». Γι’ αυτό ένας από τους βασικούς στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ είναι η παροχή νερού και υποδομών υγιεινής για όλους έως το 2030.

Στη φετινή Παγκόσμια Ημέρα Νερού, βασικό θέμα είναι η αποτίμηση της πραγματικής αξίας του νερού. «Η αξιολόγηση του νερού αφορά πολύ περισσότερα από την τιμή του. Το νερό έχει τεράστια και πολυεπίπεδη σημασία για τα νοικοκυριά μας, την τροφή, την κουλτούρα μας, την υγεία, την εκπαίδευση, την οικονομία και το φυσικό περιβάλλον. Όταν παραγνωρίζουμε τη συνεισφορά του σε οποιαδήποτε από αυτές τις πτυχές, διακινδυνεύουμε την τύχη αυτού του αναντικατάστατου πόρου. Χωρίς κατανόηση της αληθινής, πολυπαραγοντικής σημασίας του νερού, δεν θα είμαστε σε θέση να αξιοποιούμε τον πόρο αυτόν προς όφελος όλων», αναφέρει η φετινή ανακοίνωση του περιβαλλοντικού προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών.

Τι κάνει η Ευρώπη 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πολιτικές σχετικά με τον καθαρισμό των αστικών λυμάτων, τη βελτίωση της επεξεργασίας των βιομηχανικών απορρίψεων και τη μείωση των φυτοφαρμάκων, που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται πριν από 30 χρόνια, έχουν σταδιακά οδηγήσει στη βελτίωση της εικόνας. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, περίπου το 75% των υπόγειων υδάτων στην ΕΕ (μέσω των οποίων καλύπτεται το 40% των αναγκών ύδρευσης και άρδευσης) παρουσιάζει καλή χημική κατάσταση, ενώ το 44% των επιφανειακών υδάτων (λίμνες, ποτάμια) καλή ή υψηλή οικολογική κατάσταση. 

Στην Ελλάδα, επιστημονικές μελέτες υπολογίζουν ότι η προσφερόμενη διαθέσιμη ετήσια (ανακυκλούμενη, μέσω του υδρολογικού κύκλου) ποσότητα νερού είναι κατά μέσο όρο περίπου 57 δισ. κυβικά μέτρα (109 m3/έτος), ενώ η μέση κατανάλωση (ζήτηση) νερού εκτιμάται στα 8,2 (109 m3/έτος), από τα οποία το 13% διατίθεται στην ύδρευση, το 83% στην άρδευση, το 1% στην κτηνοτροφία και το 3% στη βιομηχανία και ενέργεια. Υπάρχει όμως άνιση κατανομή της στον χώρο, καθώς η δυτική Ελλάδα έχει «πλεόνασμα» βροχοπτώσεων, ενώ η ανατολική και ιδίως η νησιωτική είναι συγκριτικά άνυδρη. 

nero-pio-polytimo-apo-pote2
© AP Photo/Julie Jacobson

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (2018), το 81-83% των υπόγειων υδροφορέων της χώρας κρίνεται σε καλή ποσοτική κατάσταση (το 15-17% σε κακή) και το 58-60% σε καλή ποιοτική κατάσταση. Το 30% που βρίσκεται σε κακή οφείλεται σε υπέρβαση νιτρικών ιόντων, λόγω εντατικής καλλιέργειας και αλόγιστης ενίοτε χρήσης αζωτούχων λιπασμάτων και σε υπέρβαση ιόντων χλωρίου, λόγω υφαλμύρινσης κατόπιν υπερενταντικής εκμετάλλευσης υδρογεωτρήσεων κυρίως σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές κατά τη θερινή περίοδο). Τέλος, το 7-10% βρίσκεται σε κακή κατάσταση από φυσικά αίτια, οφειλόμενη, κατά κύριο λόγο, σε φυσική υφαλμύρινση (απευθείας επικοινωνία με τη θάλασσα) και παρουσία βαρέων μετάλλων (As, Hg, Cr, Pb, Ni κ.ά.), λόγω γεωλογικών συνθηκών. Στις περιπτώσεις εκείνες που παρατηρείται υπέρβαση σε αμμωνιακά ιόντα και νιτρώδη, η αιτία αποδίδεται κυρίως στις σηπτικές δεξαμενές, απορροφητικούς βόθρους και αγροκτηνοτροφικές δραστηριότητες, λόγω έλλειψης αποχετευτικών δικτύων. 

Τι μπορεί να γίνει; Η Ευρωπαϊκή Ένωση χαράσσει τις τελευταίες δεκαετίες τον δρόμο, υποδεικνύοντας μέτρα που αφορούν την παρακολούθηση της ποσότητας και της ποιότητας του γλυκού νερού, την κατάρτιση σχεδίων διαχείρισης των υδατικών πόρων ανά λεκάνη απορροής. Παράλληλα η χώρα προσπαθεί την τελευταία δεκαετία να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες, όπως αποχετευτικά δίκτυα και βιολογικούς καθαρισμούς, και να ανανεώσει σταδιακά τα δίκτυα ύδρευσης. Οι αφαλατώσεις έχουν επιλεγεί ως μέσο παροχής ποιοτικού νερού για τις άνυδρες περιοχές, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια να ελεγχθούν οι γεωτρήσεις, παράνομες και νόμιμες. Η πρόοδος της χώρας είναι αργή, ωστόσο η ίδια η θέση της Ελλάδας (στο «προνομιακό» κομμάτι του πλανήτη που λέγεται «Δύση») δεν θα πρέπει να λειτουργήσει ανασταλτικά, αλλά ως έναυσμα για να αναλάβουμε όλοι δράση. Στο μερίδιο που μας αναλογεί.