Ελληνογαλλικές Φωνές: «Heureux qui comme Ulysse…»

«Ευτυχισμένος που σαν τον Οδυσσέα έκανε ωραίο ταξίδι», έγραφε στα μέσα του 16ου αιώνα ο Γάλλος ποιητής Ζοακίμ ντι Μπελέ για τον ομηρικό ήρωα, που έγινε σύμβολο του νόστου, του ταξιδιού της επιστροφής στην πατρίδα. Αφετηρία και προορισμός του δικού μας ταξιδιού η Ελλάδα και η Γαλλία, δύο χώρες με στενούς πολιτισμικούς δεσμούς και κοινό βηματισμό. Έκφραση της βαθιάς τους συγγένειας, οι μαρτυρίες Γάλλων ελληνικής καταγωγής και Ελλήνων της Γαλλίας.

Ο λόγος σε αυτούς που, έμμεσα ή άμεσα, αποτελούν μέρος του ταξιδιού, όποια κι αν είναι για τον καθένα η Τροία, όποια κι αν είναι η Ιθάκη του…

ΣΑΝΤΡΙΝ ΝΤΙΜΑΣ
Σκηνοθέτις
«Η Ελλάδα είναι το καταφύγιό μου»

© Marianne Rosenstiehl

Η Ελλάδα για μένα είναι κατ’ αρχάς η Ελληνίδα μητέρα μου. Είναι οι καλοκαιρινές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων, οι τόσο χαρούμενες και γλυκές. Με τον καιρό ανέπτυξα πολλούς δεσμούς με την Ελλάδα και, μετά τον θάνατο της μητέρας μου, έκανα τον «Νόστο», μια ταινία-στοχασμό πάνω στην ελληνικότητά μου. Όλα αυτά ήρθαν να προστεθούν στις απολαύσεις, που στην αρχή ήταν σχεδόν μόνο καλοκαιρινές. Σιγά σιγά ανακάλυψα όλες τις εποχές στην Ελλάδα και μπορώ να πω ότι τις αγαπώ όλες.

Στη Γαλλία γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είμαι και αισθάνομαι Παριζιάνα, αλλά αισθάνομαι και Ελληνίδα, με την έννοια ότι η Ελλάδα είναι το καταφύγιό μου. Όταν έρχομαι, κάτι πολύ έντονο ενεργοποιείται συναισθηματικά. Νιώθω συγκίνηση και τρυφερότητα για πάρα πολλά πράγματα γύρω μου, διασκεδάζω παρατηρώντας διάφορες λεπτομέρειες, αποθηκεύω μέσα μου εικόνες και συμπεριφορές, βρίσκομαι συνεχώς σε εγρήγορση, οι αισθήσεις μου παραμονεύουν.

Κι έπειτα είναι η ελληνική γλώσσα, η οποία αποτελεί για μένα ένα μεγάλο θέμα. Η μητέρα μου μας μιλούσε μόνο γαλλικά. Τα ελληνικά τα έμαθα ακούγοντάς τη να μιλάει με τους φίλους της. Σιγά σιγά όμως άρχισα να τα μελετάω συστηματικά. Τώρα μαθαίνουν ελληνικά και τα παιδιά μου, και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Είναι μια πάρα πολύ όμορφη γλώσσα, μια γλώσσα που ανήκει σε όλους μας. Είναι βέβαια πολύ δύσκολη στην εκμάθησή της, αλλά πνευματικά συναρπαστική, καθώς οι ελληνικές λέξεις μεταμορφώνονται ανάλογα με την έννοια που θέλεις να τους δώσεις. Και όταν αντιλαμβάνεσαι ότι η ρίζα μιας γαλλικής λέξης που χρησιμοποιείς καθημερινά είναι ελληνική, νιώθεις μεγάλη απόλαυση και χαρά. Θα ήθελα κάποτε να μπορώ να διαβάζω ελληνική ποίηση, Σεφέρη, για παράδειγμα, στο πρωτότυπο, να μη χρειάζεται, όπως τώρα, να συμβουλεύομαι τη γαλλική μετάφραση των ποιημάτων του. Από την άλλη, όμως, σκέφτομαι ότι το πηγαινέλα ανάμεσα στις δύο γλώσσες είναι πολύτιμο. Διότι η ελληνική γλώσσα και η Ελλάδα είναι μέρος του εαυτού μου. Όπως και η Γαλλία. Κι αυτή η συγκατοίκηση μέσα μου με κάνει ευτυχισμένη.


ΤΑΚΗΣ ΚΑΝΔΥΛΗΣ
Σύμβουλος διοίκησης Banijay Group
«Το γαλλικό μου οικοδόμημα είναι χτισμένο πάνω σε ελληνικά θεμέλια»

© JOEL SAGET / AFP/visualhellas.gr

Εγώ γεννήθηκα στη Γαλλία από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Όταν όμως έχεις ένα όνομα σαν το δικό μου και από πολύ μικρή ηλικία οι συμμαθητές σου στο σχολείο σε αντιμετωπίζουν ως μέτοικο, ξέρεις ότι είσαι διαφορετικός. Διότι η πρώτη σχέση με τους γύρω σου δημιουργείται κυρίως μέσα από το όνομα και την εμφάνισή σου. Καθώς προχωρούσα στη ζωή και εξελισσόμουν επαγγελματικά, το όνομά μου έπαψε να αποτελεί θέμα συζήτησης. Ξαναβγήκε όμως στην επιφάνεια πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγινα διευθυντής Προγραμμάτων Μυθοπλασίας στο ΤF1. Ξαφνικά, κάποιος «Έλληνας» ήταν υπεύθυνος για τη γαλλική μυθοπλασία στο μεγαλύτερο τηλεοπτικό κανάλι της Ευρώπης, και η επιλογή αυτή ήταν μια τολμηρή κίνηση εκ μέρους των Γάλλων. Υπάρχει λοιπόν πάντα αυτή η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο γεγονός ότι αισθάνομαι βαθιά Γάλλος από τη μία και στις πολύ ισχυρές ελληνικές μου ρίζες από την άλλη. Τα ελληνικά τα καταλαβαίνω, αλλά δεν τα μιλάω πολύ καλά. Αρκούν όμως μερικές μέρες στην Ελλάδα για να βελτιωθούν αισθητά. Βαθιά επίσης ριζωμένες μέσα μου είναι οι αιώνιες αξίες της Ελλάδας: ο ανθρωπισμός, η σημασία του διαλόγου, η δημοκρατία, έννοιες που υπάρχουν επίσης στο DNA της Γαλλίας. Γνώρισα όλα τα στάδια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας μέσα από τον πατέρα μου, ο οποίος είχε έρθει στη Γαλλία με το «Ματαρόα», καθώς και από τους Έλληνες διανοούμενους φίλους του, μαθηματικούς, φιλοσόφους, γλύπτες, ζωγράφους, συγγραφείς, που έρχονταν πολύ συχνά στο σπίτι. Καθώς ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, η σχέση του με την Ελλάδα, λόγω των συνθηκών της εποχής, ήταν δύσκολη, κι αυτό το εισπράτταμε κι εμείς ως παιδιά του. Μεγάλωσα όμως μέσα στην ελληνική κουλτούρα, η οποία αποτελεί μέρος του εαυτού μου. Το γαλλικό μου οικοδόμημα είναι χτισμένο πάνω σε ελληνικά θεμέλια.


ΝΙΚΟΣ ΑΛΙΑΓΑΣ
Δημοσιογράφος, τηλεπαρουσιαστής, φωτογράφος
«Δύο ταυτότητες, μία συνείδηση»

© JOEL SAGET / AFP/visualhellas.gr

Η Ελλάδα για μένα ήταν από την πρώτη στιγμή μια έμπνευση, μια κληρονομιά, μια πυξίδα, μια κατεύθυνση. Γεννήθηκα στο Παρίσι από  Έλληνες μετανάστες γονείς, οι οποίοι όσο περνούσαν τα χρόνια είχαν ως μοτίβο το θέμα ή το όνειρο της επιστροφής. Μεγάλωσα με τη φράση «Του χρόνου θα φύγουμε». Κι όταν πήγαινα στην Ελλάδα διακοπές, τα ξαδέλφια μου με ρωτούσαν: «Πότε θα επιστρέψεις;». Αλλά το παράδοξο ήταν ότι δεν έφυγα ποτέ από την Ελλάδα για να επιστρέψω. Οπότε η Ελλάδα ήταν για μένα μια ιδέα αλλά και ένα ταξίδι, ένα μόνιμο πηγαινέλα, που έδωσε μια άλλη διάσταση στον τρόπο με τον οποίο προσπάθησα να χτίσω τον δρόμο μου, ίσως πιο σφαιρικά, ίσως με μια απόσταση που με έκανε να βλέπω τα πράγματα διαφορετικά από ό,τι θα τα έβλεπε ίσως ένα παιδί που γεννήθηκε και ζει στην Ελλάδα ή ένα παιδί που γεννήθηκε και ζει στη Γαλλία.

Δύο πολιτισμοί, δύο ταυτότητες, δύο γλώσσες, αλλά μία συνείδηση. Δύο συμπληρωματικές κουλτούρες που με βοήθησαν να βρω άλλους δρόμους, να μη βλέπω τη ζωή μανιχαϊστικά άσπρο-μαύρο, αλλά να μπορώ να επιλέξω, να αντιληφθώ και να επινοήσω άλλες αποχρώσεις. Μέσα από αυτό το ταξίδι, ανάμεσα στην Ελλάδα με τους ποιητές και τους φιλοσόφους, με την άυλη και διαχρονική ιστορία της, και τη Γαλλία με τη μεθοδολογία της, εμπνευσμένη σίγουρα κι αυτή από τους Έλληνες κλασικούς, μπόρεσα κι εγώ να ξεκινήσω το προσωπικό μου ταξίδι.

Είμαι περήφανος που μιλάω ελληνικά, σκέφτομαι ελληνικά, ονειρεύομαι ελληνικά, είμαι περήφανος που και τα παιδιά μου σήμερα μπορούν να εκφράζονται στην ελληνική γλώσσα. Δεν μου αρκεί μόνο η έννοια του φιλελληνισμού, τουλάχιστον σήμερα, στον 21ο αιώνα. Το να αγαπάς την Ελλάδα σημαίνει να αποκωδικοποιείς και να καταλαβαίνεις τι σημαίνει να σκέπτεσαι με τρόπο ελληνικό. Έχω συναντήσει ξένους που δεν είχαν καμία σχέση με την Ελλάδα, αλλά που την είχαν καταλάβει. Αυτό με συγκινεί, με κάνει περήφανο αλλά και αισιόδοξο για το μέλλον. Γιατί για μένα πάνω απ’ όλα η Ελλάδα είναι μια ιδέα. Μια ιδέα που ξαναγεννιέται διαρκώς μέσα στους πολιτισμούς του κόσμου.


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΓΕΡΟΤΖΙΑΦΑΣ
Καθηγητής Αιματολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, διευθυντής Κέντρου Θρόμβωσης του νοσοκομείου Tenon και του ερευνητικού τμήματος «Καρκίνος – Αιμόσταση – Αγγειογένεση».
«Στη Γαλλία, το γεγονός ότι είσαι Έλληνας αποτελεί αντικειμενική αξία»

© Γιώργος Αρβανίτης

Στη Γαλλία ήρθα το 1992. Η μετακίνηση αυτή με βοήθησε πάρα πολύ να εμπλουτίσω τους επιστημονικούς προβληματισμούς και τα ερεθίσματα που είχα από την Ελλάδα. Με βοήθησε επίσης να δουλέψω και αντίστροφα, να μεταφέρω δηλαδή στον περίγυρό μου στην Ελλάδα τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις τις οποίες διαμόρφωσα στη Γαλλία. Η ροή μεταξύ των δύο συστημάτων ήταν πολύ εύκολη. Έγινε σχεδόν αυτόματα, αυθόρμητα, φυσιολογικά, χωρίς μεγάλη προσπάθεια, και πολύ γρήγορα αισθάνθηκα πλήρως ενσωματωμένος στον γαλλικό κοινωνικό σχηματισμό. Ποτέ δεν αντιμετωπίστηκα ως ξένος ή με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο, είτε στο νοσοκομείο είτε στο πανεπιστήμιο.

Στη Γαλλία, το γεγονός ότι είσαι Έλληνας αποτελεί αντικειμενική αξία. Οι Γάλλοι τρέφουν πολύ μεγάλο σεβασμό για την Ελλάδα, πολιτιστικά και κοινωνικά. Οι δύο χώρες και οι δύο λαοί έχουν πολλά κοινά πεδία και κοινές ρίζες, από τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης μέχρι την οργάνωση του κράτους και των υπηρεσιών. Αυτό οφείλεται σε μια μακροχρόνια αλληλεπίδραση που υπάρχει ανάμεσά τους. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι το ελληνικό κράτος υπάρχει και χάρη στη συμμετοχή των Γάλλων στη ναυμαχία του Ναβαρίνου και ότι στην Ελλάδα είχαμε γαλλικό –όπως επίσης αγγλικό και ρωσικό– κόμμα. Οι βασικές αρχές της γαλλικής δημοκρατίας εμπνέονται από τις αρχές της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, ενώ το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε σε μεγάλο βαθμό σε συνάφεια με τις ναπολεόντειες γαλλικές πολιτικές. Ο τρόπος με τον οποίο συγκροτήθηκαν οι δύο κοινωνικοί σχηματισμοί είχε επίσης ένα κοινό πεδίο έμπνευσης, τη Γαλλική Επανάσταση. Οι διανοούμενοι που έθεσαν το ιδεολογικό πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης εμπνεύστηκαν από τη γαλλική. Η ελληνογαλλική σχέση έχει συνεπώς πάρα πολύ μεγάλο ιστορικό βάθος αλλά και μια παράλληλη πορεία, την οποία βλέπουμε ακόμα και σήμερα στη βάση των εμπειριών της καθημερινής ζωής.


ΣΟΦΙΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ
Καθηγήτρια Νεοελληνικής Γλωσσολογίας στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών & διευθύντρια του ερευνητικού κέντρου SeDyL (Structure et Dynamique des Langues) UMR 8202 CNRS, INALCO, IRD
«Οι Γάλλοι ανακαλύπτουν μέσα από τη γλώσσα την ελληνική κοινωνία»

Το παραδοσιακό ενδιαφέρον της Γαλλίας για την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία ανανεώνεται συνεχώς. Σήμερα έχει διευρυνθεί ο τρόπος με τον οποίο οι Γάλλοι και γενικότερα οι λαοί των δυτικών χωρών βλέπουν την Ελλάδα, μια σύγχρονη και σύνθετη κοινωνία με τα δικά της ζητήματα και τη δική της συνείδηση και όχι πια υπό το πρίσμα ενός τόπου που υπάρχει κυρίως σαν μαρτυρία ενός πολιτισμού με σπουδαία μνημεία ή ερείπια μέσα σε υπέροχα φυσικά τοπία. Πολλοί από τους Γάλλους που έρχονται να μάθουν νέα ελληνικά στο Ινστιτούτο ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν, μέσα από τη γλώσσα, στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας που τους λένε κάτι και για τη δική τους κοινωνία και τα δικά τους προβλήματα, για έναν τόπο και έναν λαό με τον οποίο αισθάνονται ότι επικοινωνούν μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο. Μέσα στο πλαίσιο αυτό αλλάζει και ο τρόπος θεώρησης της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας. Σήμερα μεταφράζεται σύγχρονη αλλά και παλαιότερη ελληνική πεζογραφία και ποίηση που μιλάει για καταστάσεις και εμπειρίες μιας διαφορετικής πραγματικότητας, της σημερινής, της κρίσης, με άλλους ήρωες, άλλες ανθρώπινες ζωές, άλλα σήματα φαντασιακού χώρου, καινούργιους αισθητικούς προσανατολισμούς. Και η νεοελληνική γλώσσα έχει πια μια αυτόνομη ύπαρξη γι’ αυτούς που τη μαθαίνουν, πέρα από τη διαχρονική της διάσταση και αξία. Εκφράζει τη διευρυμένη σημερινή νεοελληνική συνείδηση, είναι πια η πρώτη γλώσσα για γενιές μεταναστών, είναι η γλώσσα όσων συμμετέχουν στην ελληνική ζωή και παιδεία έχοντας διαφορετικές ρίζες από τις δικές μας. Αυτό είναι μια πηγή εξαιρετικής ανανέωσης για τη νεοελληνική γλώσσα, γιατί αποδεικνύει ότι κάποιος μπορεί να τη μιλάει θαυμάσια και δημιουργικά, χωρίς να έχει απαραίτητα από πίσω του το ιστορικό και πολιτισμικό βάθος και βάρος της. Δείχνει ότι η γλώσσα αυτή, που εντάσσεται στην κατηγορία των «λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών» στην Ευρώπη, περνάει πλέον μέσα από καινούργια κανάλια καλλιέργειας και μετάδοσης, αποκτώντας μια καινούργια δυναμική, χάρη επίσης στη μεγάλη ανάπτυξη της έρευνας γύρω από αυτήν και τη συνακόλουθη παραγωγή εργαλείων, ιδιαίτερα στα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα που δημιουργούνται καθημερινά. ■


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΣ
Ερευνητής ιστορικός στο LATTS (Ερευνητικό Κέντρο της σχολής Ponts ParisTech, CNRS, Πανεπιστήμιο Gustave Eiffel)
«Είναι πολλά αυτά που μας συνδέουν»

Υπάρχουν πολλά πράγματα που συνδέουν την Ελλάδα ως κράτος με τη Γαλλία. Ένα από αυτά είναι η γαλλική Σχολή Γεφυρών και Οδοστρωμάτων, που ιδρύθηκε το 1747 και στην οποία έρχονταν για να βελτιώσουν τις γνώσεις τους οι καλύτεροι φοιτητές της Σχολής Ευελπίδων που σπούδαζαν ως μηχανικοί στην ομώνυμη σχολή που είχε ιδρύσει στην Ελλάδα ο Καποδίστριας στα τέλη της δεκαετίας του 1820. Οι περισσότεροι από αυτούς απασχολήθηκαν στα μεγάλα δημόσια έργα της εποχής στην Ελλάδα. Στις αρχές μάλιστα του 1880, ο Τρικούπης κάλεσε επισήμως μια αποστολή του σώματος των Γάλλων μηχανικών της σχολής για να επιβλέψουν τα έργα αυτά, τους δρόμους, τους σιδηρόδρομους, τα λιμενικά έργα, τους φάρους, τα αποξηραντικά έργα στην Κωπαΐδα, κ.ά.

Τον 19ο αιώνα, υπήρχαν πολλές κρατικές συμφωνίες ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα που επέτρεπαν στους Έλληνες μηχανικούς να έρθουν στη Γαλλία να σπουδάσουν, λαμβάνοντας κανονικά τον μισθό τους. Οι μηχανικοί αυτοί μιλούσαν και έγραφαν γαλλικά, καθώς η γαλλική ήταν η επαγγελματική τους γλώσσα. Μιλάμε βέβαια πάντα για στρατιωτικούς μηχανικούς, διότι αυτοί έκαναν τα δημόσια έργα στην Ελλάδα μέχρι το 1878, οπότε η κυβέρνηση Κουμουνδούρου αποφάσισε να δημιουργήσει το σώμα των πολιτικών μηχανικών, που επανδρώθηκε στην αρχή σε μεγάλο βαθμό από στρατιωτικούς μηχανικούς.

Οι Έλληνες μηχανικοί που σπούδασαν στη Γαλλία ήταν επίσης αυτοί που έστησαν την τεχνική εκπαίδευση, κατώτερη και ανώτερη, στην Ελλάδα. Μέχρι το 1890, το μόνο ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα τεχνικής εκπαίδευσης ήταν η Σχολή Ευελπίδων. Το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, που είχε ξεκινήσει ως σχολή εργατών, έγινε σχολή εργοδηγών τη δεκαετία του 1860 και ανώτατη σχολή στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι καθηγητές του στην πλειονότητά τους είχαν σπουδάσει σε γαλλικά πολυτεχνεία και κυρίως στη Σχολή Γεφυρών και Οδοστρωμάτων στο Παρίσι, η οποία σήμερα έχει πλέον αδελφοποιηθεί με τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, δίνοντας τη δυνατότητα απόκτησης διπλού διπλώματος ως επιστέγασμα της παραδοσιακής στενής σχέσης των δύο ιδρυμάτων. ■


ΕΛΙΝΑ ΚΟΥΣΟΥΡΝΑ
Γενική διευθύντρια De Fursac, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ομίλου SMCP
«Η Ελλάδα και η Γαλλία συνυπάρχουν μέσα μου»

Όταν ήρθα στο Παρίσι, στα 25 μου χρόνια, πίστευα ότι έκανα μια επιλογή περιορισμένης χρονικής διάρκειας. Δεκαπέντε χρόνια όμως μετά, είμαι πάντα στη Γαλλία και φέρω μέσα μου στοιχεία και των δύο χωρών, χωρίς κανένα είδος σχιζοφρένειας. Πριν από μερικά χρόνια, μάλιστα, πήρα και τη γαλλική υπηκοότητα, κάτι που στην αρχή αρνούμουν πολύ σθεναρά. Αισθανόμουν καθαρά Ελληνίδα και θεωρούσα ότι με τη γαλλική υπηκοότητα δεν θα άλλαζε κάτι, αφού είμαστε όλοι Ευρωπαίοι. Όταν όμως παντρεύτηκα εδώ και έκανα οικογένεια, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά, διότι πιστεύω ότι η οικογένεια είναι μια δέσμευση και προς τη χώρα στην οποία δημιουργείται. Κατά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές λοιπόν, βλέποντας την άνοδο της ακροδεξιάς, θεώρησα αδιανόητο να ζω εδώ και να μην ψηφίζω, να μη συμμετέχω στις αποφάσεις που θα ληφθούν για το μέλλον των παιδιών μου. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, άρχισα να αισθάνομαι Γαλλίδα και πολλά πράγματα, άλλα πιο μικρά, άλλα πιο μεγάλα, άρχισαν να κάνουν τη ζυγαριά να γέρνει προς τη γαλλική πλευρά, με την έννοια ότι η πλευρά αυτή που παλιά δεν υπήρχε άρχισε να έρχεται σε πρώτο πλάνο. Τώρα πλέον, κάθε πρωί διαβάζω και γαλλικές και ελληνικές εφημερίδες, κοιτάζω τον καιρό και στο Παρίσι και στη Ρόδο, απ’ όπου κατάγομαι, με απασχολεί ο καθημερινός αριθμός κρουσμάτων του κορωνοϊού και στις δύο χώρες, διαβάζω και γαλλική και ελληνική λογοτεχνία. Η Ελλάδα και η Γαλλία συνυπάρχουν μέσα μου. Ο σύζυγός μου κι εγώ έχουμε δώσει στα παιδιά μας ελληνικά ονόματα: Ελέκτρα, Ορφέας και Λέανδρος. Ο σύζυγός μου μάλιστα, που αγαπά πολύ την Ελλάδα, έμαθε ελληνικά για να μην αισθάνεται ξένος στη δική μου χώρα. Γενικά, πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να εντασσόμαστε στην κοινωνία που μας υποδέχεται. Αποτελεί στοιχειώδη ένδειξη σεβασμού προς αυτήν. Και το γεγονός ότι αισθάνομαι ότι ανήκω πλέον και στην Ελλάδα και στη Γαλλία με βοηθάει να βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά όσον αφορά τις δύο χώρες, οι οποίες άλλωστε έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Μοιραζόμαστε πολλές αξίες που είναι βαθιά ευρωπαϊκές, απλώς ο κάθε λαός τις εκφράζει με τον δικό του τρόπο. ■


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΕΖΑΣ
Αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Παρίσι Ι – Πάνθεον Σορβόννη.
«Ποιον θα υποστήριζα σε ένα ματς Γαλλία-Ελλάδα;»

Στη Γαλλία με έφερε η μακρά ακαδημαϊκή παράδοση που υπάρχει στον τομέα μου, καθώς οι πιο πολλοί νομικοί  Έλληνες διεθνολόγοι, με κάποιες εξαιρέσεις, έχουν σπουδάσει στη Γαλλία, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, που ήταν καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Παρίσι, υπουργός Εξωτερικών επί Βενιζέλου και πρέσβης της Ελλάδας στη Γαλλία. Αυτός είχε μάλιστα την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Ελληνικής Εστίας στην Πανεπιστημιούπολη στο Παρίσι. Το ελληνικό δημόσιο δίκαιο έχει εμπνευστεί πολύ από το γαλλικό και ανάμεσα στις δύο χώρες υπάρχει μια ευρύτερη πολιτιστική διάδραση, καθώς, πέρα από τους νομικούς, πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι και άλλοι επέλεξαν τη Γαλλία ως πνευματικό τους κέντρο, όπως, μεταξύ άλλων, η Αρβελέρ, ο Αξελός, ο Πουλαντζάς ή ο Καστοριάδης.

Ζω στη Γαλλία από τον Σεπτέμβριο του 2000 και έχω πλέον και τη γαλλική υπηκοότητα. Αναρωτιέμαι καμιά φορά ποια ομάδα θα υποστήριζα αν γινόταν ένα ματς μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, αλλά δεν έχω βρει ακόμα την απάντηση. Όταν φεύγεις στα 22 σου από την Ελλάδα, απομακρύνεσαι λίγο από τις ελληνικές σου ρίζες, καθώς έρχεσαι σε επαφή με ένα άλλο περιβάλλον και προσπαθείς να μάθεις μια διαφορετική κουλτούρα. Είμαι πλέον ένα μείγμα  Έλληνα και Γάλλου, με προσήλωση στην πολιτιστική ελληνική κληρονομιά από τη μία και στα γαλλικά ιδεώδη και αξίες από την άλλη. Πρόκειται για μια μεταιχμιακή κατάσταση όπου κάποιες φορές έχεις την αίσθηση ότι δεν ξέρεις πού ανήκεις. Υπάρχεις μεταξύ δύο κόσμων. Στην Ελλάδα θεωρείσαι  Έλληνας, αλλά λείπεις πάρα πολλά χρόνια, ενώ στη Γαλλία θεωρείσαι Γάλλος, ο οποίος όμως δεν έχει γεννηθεί εκεί. Ουσιαστικά έχεις δύο κουλτούρες. Πιστεύω ότι όλοι θα έπρεπε να έχουν μια εμπειρία στο εξωτερικό, για να δουν πώς σκέφτονται οι άλλοι λαοί, να έρθουν σε επαφή με την κουλτούρα και τη νοοτροπία τους. Διότι πολλές φορές ξεχνάμε ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Υπάρχουν πολλά κέντρα. Κι αυτό ισχύει για όλους. ■


ΛΕΝΙΩ ΚΑΚΛΕΑ
Χορογράφος – χορεύτρια
«Ανήκω στις δύο χώρες και σε καμία τους»

© Maria Toultsa

Στη Γαλλία ήρθα το φθινόπωρο του 2005, από καθαρά καλλιτεχνική επιλογή. Η Γαλλία ήταν για μένα ένας ορίζοντας ανοιχτός, ένα πεδίο, μια κουλτούρα, μια γλώσσα, μια χώρα και μια σκηνή που δεν γνώριζα και ήθελα να ανακαλύψω. Ήθελα να πάρω από αυτήν και να προσφέρω. Ο χορός εδώ κατέχει σημαντική θέση και θεσμικά, και εμπορικά, και κοινωνικά, κι αυτό είχε μεγάλη σημασία για μένα. Έχοντας αφιερώσει τη ζωή μου στην τέχνη αυτή, ήθελα να βρεθώ σε ένα πεδίο που θα με ερέθιζε πνευματικά και καλλιτεχνικά, που θα με βοηθούσε να εξελιχθώ και να αναπτυχθώ.

Ο γαλλικός και ο ελληνικός λαός έχουν έντονες πολιτισμικές συγγένειες. Και οι δύο αναγνωρίζουν τη σημασία του ελεύθερου χρόνου, του ότι δεν αναπτυσσόμαστε μόνο μέσα από τη δουλειά και τον εργασιακό μας χώρο, του ότι η ζωή έχει κι άλλες πλευρές. Κοινό είναι επίσης το ενδιαφέρον τους για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, για τον διάλογο και τις πνευματικές αναζητήσεις. Όλα αυτά τα στοιχεία με προσέλκυσαν, καθώς μου ήταν ιδιαίτερα γνώριμα και οικεία. Ο κοινωνικός προβληματισμός έχει μεγάλη σημασία για μένα, διότι σχετίζεται και με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω την τέχνη. Στις χορογραφίες μου με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι κοινωνικοπολιτικές εκφάνσεις της σχέσης μας με την κίνηση και της κίνησης ως φόρμας.

Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι να ανήκω και στις δύο χώρες, αλλά και φορές που αισθάνομαι ξένη σε σχέση και με τις δύο. Αλλά αυτό νομίζω ότι ήταν και επιλογή μου, το να μην ανήκω δηλαδή κάπου ολοκληρωτικά. Αυτή η στάση ζωής επιτρέπει μια ροή, μια κινητικότητα και ταυτόχρονα μια κριτική αντιμετώπιση των πραγμάτων, καθώς τα βλέπεις λίγο από το περιθώριο. Κι αυτό πιστεύω ότι μου ταιριάζει. ■


ΝΤΑΦΝΙ ΡΟΥΛΙΕ
Δημοσιογράφος – τηλεπαρουσιάστρια
«Η Ελλάδα θα είναι πάντα ο τόπος του ονείρου»

© Veeren ramsamy/Agence bestimage

Η μητέρα μου είναι Ελληνίδα και όλα τα καλοκαίρια από τη γέννησή μου μέχρι σήμερα τα έχω περάσει στην Ελλάδα. Η σχέση μου με τη χώρα αυτή είναι οργανική, περνά μέσα από το σώμα και τις αισθήσεις μου. Η ζωή στην Ελλάδα μού φαίνεται πολύ πιο γλυκιά από ό,τι στη Γαλλία. Ένα στοιχείο επίσης που με μαγεύει στους Έλληνες είναι το πνεύμα αντίστασης που τους χαρακτηρίζει. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησαν τους Ιταλούς και τους Γερμανούς με τρόπο υποδειγματικό, τη στιγμή που άλλες χώρες σιώπησαν ή συνεργάστηκαν μαζί τους. Αυτό το πνεύμα συσπείρωσης το βρίσκω αξιοθαύμαστο. Το ίδιο είδαμε να γίνεται πρόσφατα και στην κρίση. Μέσα στην ακραία φτώχεια και στις δυσκολίες των τελευταίων χρόνων, όπου η χώρα κατακρεουργήθηκε, οι Έλληνες αντιστάθηκαν συλλογικά, βοήθησαν ο ένας τον άλλο και συμπεριφέρθηκαν με τεράστια αξιοπρέπεια. Είναι ένας λαός που σέβομαι και αγαπώ βαθιά. Κάτι άλλο που βρίσκω υπέροχο στην Ελλάδα είναι το ότι οι κοινωνικές σχέσεις δεν έχουν αυστηρά περιγράμματα. Μπορείς να δεις έναν εφοπλιστή να τρώει στο ίδιο τραπέζι με τον ψαρά που έπαιζαν μαζί όταν ήταν παιδιά, πράγμα που στη Γαλλία, για παράδειγμα, θα ήταν αδιανόητο. Έχω δηλαδή την αίσθηση ότι στην Ελλάδα υπάρχει μεγαλύτερη διαπερατότητα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις από ό,τι σε άλλες χώρες.

Γι’ αυτούς αλλά και για πάρα πολλούς άλλους λόγους, θεωρώ ότι η ζωή στην Ελλάδα έχει κάτι το απίστευτα ποιητικό. Οι  Έλληνες φίλοι μου που ζουν εκεί μου λένε ότι η εικόνα που έχω για τη ζωή στην Ελλάδα είναι εξιδανικευμένη και ότι η καθημερινότητα έχει δυσκολίες που εγώ δεν αντιλαμβάνομαι ερχόμενη για διακοπές δύο μήνες τον χρόνο. Για μένα όμως η Ελλάδα ήταν και θα είναι πάντα ο Κήπος της Εδέμ, ο τόπος του ονείρου. ■


ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΛΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Παγκόσμια πρωταθλήτρια και αργυρή Ολυμπιονίκης καλλιτεχνικού πατινάζ
«Η Ελλάδα είναι για μένα η χαρά της ζωής»

© UΝΙJOEL SAGET / AFP/visualhellas.gr

Η Ελλάδα για μένα είναι πρώτα απ’ όλα ο πατέρας μου, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί, πριν έρθει, ενήλικος πια, στη Γαλλία. Όταν ήμουν μικρή, ερχόμασταν συχνά στην Κρήτη για να δούμε τους συγγενείς μας. Εγώ δεν μιλούσα ελληνικά, μερικές λέξεις μόνο, οπότε επικοινωνούσα μαζί τους με νοήματα. Απολάμβανα τα οικογενειακά γεύματα, τα υπέροχα ψάρια και τα τυριά της Κρήτης. Η Ελλάδα είναι για μένα οι φίλοι, το γέλιο και η απόλαυση των απλών στιγμών. Είναι η χαρά της ζωής, ο ήλιος στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι ένας τρόπος θεώρησης των πραγμάτων που σου επιτρέπει να επανασυνδεθείς με το παρόν, με αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, με τα ουσιαστικά στοιχεία της ζωής. Οι ελληνικές μου ρίζες έχουν χρωματίσει πολλά από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου και έχουν καθορίσει τη στάση μου απέναντι στα πράγματα και στον κόσμο. Επιπλέον η Ελλάδα είναι ο τόπος που γέννησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που για μας τους αθλητές είναι η καθιέρωση μιας καριέρας, το Άγιο Δισκοπότηρό μας. Ένας Ολυμπιακός τίτλος έχει διαφορετικό ειδικό βάρος από ένα χρυσό μετάλλιο σε παγκόσμιο πρωτάθλημα. Όταν συμμετέχεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες με τη βαθιά ιστορία και τον συμβολισμό τους, νιώθεις ένα δέος. Και όταν έχεις και ελληνικές ρίζες, νιώθεις ακόμα μεγαλύτερη συγκίνηση και περηφάνια. ■


ΡΟΜΕΝ ΓΑΒΡΑΣ
Σκηνοθέτης
«Άρχισα μαθήματα ελληνικών»

© Thomas Laisné/ Contour/ Getty Images/ Ideal Image

Με την Ελλάδα με συνδέουν δεσμοί αίματος. Είναι η δεύτερη πατρίδα μου, καθώς έχω και τη γαλλική και την ελληνική υπηκοότητα. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα, με την απαγόρευση κυκλοφορίας λόγω του κορωνοϊού, άρχισα μαθήματα ελληνικών, καθώς δεν τα μιλούσα καλά και ντρεπόμουν, διότι πιστεύω ότι η γλώσσα είναι η αρχιτεκτονική της σκέψης ενός έθνους και ενός λαού. Για πρώτη φορά, επίσης, έκανα γυρίσματα στην Ελλάδα. Αυτό με έκανε να δω τη χώρα διαφορετικά, με τρόπο πιο δημιουργικό. Ο συνδυασμός του σύγχρονου στοιχείου με το αρχαίο, με κάτι άυλο και πνευματικό, είναι πολύ δυνατός και σε σημαδεύει.

Το αίσθημα ότι ανήκω στην Ελλάδα έχει κάτι το σχεδόν ρομαντικό. Ανήκω σε αυτήν και λόγω αίματος, και λόγω ιδεών και κουλτούρας –ο αγαπημένος μου φιλόσοφος είναι ο Κορνήλιος Καστοριάδης– και κυρίως λόγω ενός συγκεκριμένου τρόπου θεώρησης της ζωής. Είναι ένα αίσθημα προσωπικό, κάτι που νιώθω βαθιά μέσα στη σάρκα μου. Είναι αυτή η ιδιαίτερη σχέση που μπορείς να έχεις με τους ανθρώπους, κάτι που βρίσκει κανείς όπου κι αν πάει στην Ελλάδα.

Από την άλλη, αισθάνομαι Γάλλος μέσα από το επαναστατικό πνεύμα που χαρακτηρίζει τον γαλλικό λαό και τον κάνει να νιώθει περήφανος γι’ αυτό. Το πνεύμα αυτό το είδαμε να εκφράζεται πρόσφατα και με τα «κίτρινα γιλέκα» – ο ίδιος αναβρασμός υπάρχει και στην Ελλάδα, ο αναβρασμός μιας χώρας που αντιστέκεται. Η Γαλλία επίσης είναι χώρα πολυπολιτισμική. Τα διάφορα κύματα μετανάστευσης, των οποίων κι εγώ είμαι μέρος, την έκαναν να εξελιχθεί σε αυτό που είναι σήμερα.

Η διπλή μου ταυτότητα δεν μου δημιουργεί υπαρξιακά ερωτήματα «ποιος είμαι» και «από πού έρχομαι». Η διασπορά σήμερα, είτε είναι ελληνική, είτε αφρικανική, είτε ασιατική, είναι τόσο μεγάλη που, αντιθέτως, θεωρώ ότι το να κατοικείς σε μια χώρα και να μοιράζεσαι την κουλτούρα της, ενώ ταυτόχρονα έχεις ρίζες που έρχονται από αλλού, είναι ένας τεράστιος πλούτος. ■