Η κιβωτός του Οκτάβιου Μερλιέ

«Ναι, έχει δίκιο ο Καστοριάδης όταν λέει ότι το πλοίο πάνω στο οποίο βρεθήκαμε –κάπου διακόσιοι από μας– τον Δεκέμβριο του 1945 είναι ένα ιστορικό γεγονός της σύγχρονης Ελλάδας, γιατί τότε, όλοι μαζί, ενώσαμε την πνοή μας, τη φλόγα μας, τη μνήμη της πατρίδας μας με τη Γαλλία και γιατί ήμασταν παρόντες ως Έλληνες για να συντελέσουμε στην ίδρυση του μεταπολεμικού κόσμου, μέσα σε όλο τον αναβρασμό και την πολυπλοκότητα που τον χαρακτήριζε»*. Τάδε έφη Ντίκος Βυζάντιος, 21 έτους σε εκείνο το ταξίδι, χάρη στο οποίο εξελίχθηκε σε έναν σπουδαίο ζωγράφο, ενώ το περί ου ο λόγος πλοίο δεν είναι άλλο από το μυθικό «Ματαρόα», το νεοζηλανδέζικο μεταγωγικό που λειτούργησε, όπως συχνά λέγεται, ως μια κιβωτός που διέσωσε κάποια από τα λαμπρότερα μυαλά της Ελλάδας από τον σπαραγμό που θα ακολουθούσε στη χώρα μας.

Ο Οκτάβιος Μερλιέ με τη σύζυγό του Μέλπω Λογοθέτη.

Η ιδέα και η οργάνωση του ταξιδιού πιστώνονται στον Οκτάβιο Μερλιέ και στον Ροζέ Μιλλιέξ του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, οι οποίοι μεσολάβησαν ώστε να χορηγηθεί υποτροφία σε έναν αριθμό νεαρών Ελλήνων προκειμένου να συνεχίσουν στο Παρίσι τις σπουδές που διέκοψαν ή δεν άρχισαν ποτέ λόγω της Κατοχής. Ήταν ένας τρόπος, επίσης, ώστε ορισμένοι εξ αυτών να μην κινδυνέψουν, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό ήταν αριστερής ιδεολογίας και δράσης – όταν μιλάμε για τον Δεκέμβριο του 1945, μιλάμε για τις παραμονές του Εμφυλίου. Η επιλογή των υποτρόφων, πάντως, δεν έγινε με πολιτικά κριτήρια, παρά την παραφιλολογία που αναπτύχθηκε στο τεταμένο κλίμα των ετών που ακολούθησαν, κάτι που αποδεικνύεται και από τη σπουδαία πορεία που είχε η πλειονότητα των υποτρόφων στη συνέχεια.

Η οργάνωση του ταξιδιού δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση και πέρασαν μήνες μέχρι να βρεθεί διαθέσιμο καράβι να μεταφέρει τους Έλληνες φοιτητές. Επιλέχθηκε τελικά το «Ματαρόα», το οποίο είχε μόλις κάνει το δρομολόγιο μέχρι τη Χάιφα, μεταφέροντας στην Παλαιστίνη επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ

Όσα γνωρίζουμε σήμερα για το ταξίδι εκείνο βασίζονται σε ντοκουμέντα που συγκεντρώθηκαν στην πορεία των ετών από μελετητές που εκτίμησαν την ιστορική σημασία της αποστολής, αλλά φυσικά και σε αφηγήσεις των πρωταγωνιστών του· η Μιμίκα Κρανάκη έγραψε τις αναμνήσεις της στο «Ματαρόα σε δύο φωνές / Σελίδες ξενητιάς» (εκδ. Μουσείου Μπενάκη), ενώ η Νέλλη Ανδρικοπούλου, εικαστικός, αργότερα σύζυγος του Νίκου Εγγονόπουλου, συγκέντρωσε τις δικές της αναμνήσεις και άλλων παλιών συνταξιδιωτών της στο βιβλίο «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945. Στον καθρέφτη της μνήμης» (εκδ. Εστίας). Όσον αφορά τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, πάντως, η πιο αξιόπιστη πηγή είναι η ολιγοσέλιδη επιστολή που έστειλε στον Μερλιέ ο αρχιτέκτονας και εκτελών χρέη αρχηγού της αποστολής των υποτρόφων, Πάνος Τζελέπης, λίγες μέρες μετά την άφιξη στο Παρίσι. Ο Τζελέπης φαίνεται ότι κρατούσε σημειώσεις, ώστε να μπορέσει να συντάξει αυτό το αναλυτικό-απολογιστικό σημείωμα, το οποίο ευτυχώς διασώθηκε και μπορεί κανείς να το διαβάσει στον εξαιρετικό συλλογικό τόμο «Ματαρόα, 1945. Από τον μύθο στην ιστορία» (εκδ. Ασίνη).

Μια παρέα υποτρόφων στο Παρίσι το 1946. Από αριστερά: Μ. Μακρής, Γ. Καρούζος,  Κ. Καχραμάνη, Κ. Παπαϊωάννου, Ν. Ζίζικα, Ε. Μεταξάς, Μ. Αλίκουλης. (Αρχείο Μέμου Μακρή, Μουσείο Μπενάκη, «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945. Στον καθρέφτη της μνήμης», Νέλλη Ανδρικοπούλου, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, «Ματαρόα, 1945. Από τον μύθο στην Ιστορία», Εκδόσεις Ασίνη)

Περιγράφει, λοιπόν, ο Τζελέπης ότι οι υπότροφοι συγκεντρώθηκαν στον Πειραιά στις 21 Δεκεμβρίου, ότι μετά κόπων και βασάνων βρήκαν τρόπο να προσεγγίσουν το πλοίο με βάρκες, να ξεπεράσουν τους ελέγχους, να μεταφέρουν τις αποσκευές τους, να βρουν πού θα κοιμηθούν. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, είχε βραδιάσει: «Η νύχτα υπό τον αττικό ουρανό ήταν εξαιρετικά όμορφη. Παραμείναμε στο κατάστρωμα μέχρι αργά το βράδυ, αστειευόμενοι και τραγουδώντας. Ο απόπλους έγινε το πρωί του Σαββάτου στις 22.12.1945, στις 7.30 αντί για τις 6 π.μ.». Δεν ήταν για όλους το ίδιο ανέμελο εκείνο το βράδυ. Ο Μάνος Ζαχαρίας, 23 ετών, που ήταν έντονα πολιτικοποιημένος (και στην πορεία έγινε ένας καλός σκηνοθέτης), έχει πει ότι πέρασε εκείνο το βράδυ με την αγωνία ότι τελευταία στιγμή κάτι θα γίνει, ότι κάποιος θα εμφανιστεί και θα τον τραβήξει πίσω.

Ο φόβος διαλύθηκε με την αναχώρηση του «Ματαρόα». Υπάρχει ένα περιστατικό που το αποδεικνύει: οι υπότροφοι αρνήθηκαν να φορέσουν σωσίβια (μάλιστα τα πέταξαν επιδεικτικά στη θάλασσα), παρά τις οδηγίες των Άγγλων αξιωματικών του, που φοβούνταν τις θαλάσσιες νάρκες. Πλέον, έναν χρόνο και κάτι μετά την απελευθέρωση, οι άνθρωποι αυτοί ένιωθαν επιτέλους ελεύθεροι. Το πρώτο βράδυ εν πλω οργανώθηκε μια μικρή γιορτή, που μνημονεύεται από όλους: ο Δημήτρης Χωραφάς έπαιξε βιολί, η Βούλα Τράκα πιάνο, η Κατερίνα Καχραμάνη απήγγειλε ένα ποίημα. Χωρίς άλλα σημαντικά απρόοπτα και παρά την ταραγμένη θάλασσα της Αδριατικής, το καράβι έφτασε στο μισοκατεστραμμένο από τους βομβαρδισμούς λιμάνι του Τάραντα στις 24 Δεκεμβρίου. Από το σημείο εκείνο ξεκίνησε το δεύτερο μέρος του ταξιδιού, το οποίο αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο.

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΜΕ ΤΡΕΝΟ

Στον σιδηροδρομικό σταθμό του Τάραντα τους περίμενε ένα τρένο με ξύλινα βαγόνια, που υπό φυσιολογικές συνθήκες μετέφερε άλογα, χωρίς παράθυρα και με μία μόνο τουαλέτα. Σε όλες τις μαρτυρίες οι συνθήκες περιγράφονται ως απάνθρωπες και μέχρι τη Ρώμη, όπου άλλαξαν τρένο, κάθισαν στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο για 24 (!) ώρες. Υπάρχει κι εδώ όμως ένα ενδιαφέρον περιστατικό. Ορισμένοι από τους υποτρόφους δεν είχαν προλάβει να γνωριστούν στο πλοίο, οπότε είχαν την ευκαιρία τους να το πράξουν εκ του σύνεγγυς μέσα στο βαγόνι. Ο Φωκίωνας Λοΐζος, αρχιτέκτονας και μετέπειτα καθηγητής στο Πολυτεχνείο, γνώρισε εκεί τη Βούλα Τράκα, με την οποία αργότερα παντρεύτηκαν. Άλλοι βέβαια γνωρίζονταν ήδη καλά. Σε μια γωνιά, μια αχώριστη τετράδα συζητούσε για φιλοσοφία, για λογοτεχνία, για τέχνη: ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός, ο Κώστας Παπαϊωάννου και η Μιμίκα Κρανάκη.

© Αρχείο Νέλλης Ανδρικοπούλου «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945. Στον καθρέφτη της μνήμης», Νέλλη Ανδρικοπούλου, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αρχείο Γιώργου Ποταμιάνου, «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945. Στον καθρέφτη της μνήμης», Νέλλη Ανδρικοπούλου, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, «Ματαρόα, 1945. Από τον μύθο στην Ιστορία», Εκδόσεις Ασίνη

Τίποτα δεν ήταν εύκολο. Για να βρουν φαγητό στις διάφορες στάσεις, καθώς δεν είχαν συνάλλαγμα, αντάλλασσαν τσιγάρα. Έκαναν Χριστούγεννα στο τρένο, έπειτα μια στάση στην Μπολόνια και μετά στο Μιλάνο. Εκεί συνέβη ένα απρόοπτο, καθώς η Αναστασία Σίνι-Βογιατζή και η Ελένη Θωμοπούλου έχασαν την ανταπόκριση επειδή είχαν πεταχτεί να δουν από κοντά το Ντουόμο. Εκ των υστέρων ακούγεται ίσως αστείο, ένα ανέκδοτο της ιστορίας, ωστόσο το περιστατικό μάς προκαλεί να σκεφτούμε ότι εκείνοι οι νεαροί φοιτητές έβλεπαν, έπειτα από πολλά σκληρά χρόνια, τη ζωή να ανοίγεται ξαφνικά μπροστά τους, όμορφη, προκλητική, γεμάτη δυνατότητες και πιθανότητες. Γενικότερα, πάντως, όπως σημειώνει στην πολύ ενδιαφέρουσα αποτίμηση αυτής της περιπέτειας ο καθηγητής Νικόλας Μανιτάκης, «για τους περισσότερους από τους Έλληνες επιβάτες, το ταξίδι του “Ματαρόα” σήμαινε την έξοδο από έναν πόλεμο χωρίς τέλος, την απομάκρυνση από τους κινδύνους και τις στερήσεις που τον συνόδευαν, την επανασύνδεση με την προπολεμική τακτική του “προσκυνήματος” στην πνευματική, επιστημονική και καλλιτεχνική Μέκκα που συμβόλιζε το Παρίσι»**.

Η αποστολή πέρασε τα σύνορα της Ελβετίας στις 26 του μήνα και εκεί προέκυψε ένα καινούργιο ζήτημα. Οι Ελβετοί, οι οποίοι περιγράφονται από όλους ως υπερόπτες και εκτός πραγματικότητας (λόγω της μη εμπλοκής τους στον πόλεμο), είχαν μόλις ενημερωθεί ότι εντοπίστηκαν κρούσματα πανούκλας στον Τάραντα. Καθώς οι Έλληνες υπότροφοι είχαν περάσει από εκεί, αποφασίστηκε να απομονωθούν. Με συνοπτικές διαδικασίες μεταφέρθηκαν σε ένα κτίριο και ψεκάστηκαν με DDT, σε μια διαδικασία που έμεινε σε όλους ως βάρβαρη και ταπεινωτική. Το ταξίδι αργότερα συνεχίστηκε και το τρένο τούς οδήγησε τελικά στον σταθμό Gare de l’Est, τα μεσάνυχτα της 28ης Δεκεμβρίου.

ΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΠΑΡΙΣΙ

Οι υπότροφοι βρήκαν κάποια δωμάτια στο ελληνικό περίπτερο της Πανεπιστημιούπολης, κάποιες κοπέλες εγκαταστάθηκαν στο αμερικανικό (το ελληνικό δεχόταν για κάποιον λόγο μόνο άνδρες φοιτητές), άλλοι τοποθετήθηκαν προσωρινά στο ξενοδοχείο Lutetia. Παρά τις καλές συνθήκες φιλοξενίας και το έντονο ενδιαφέρον των Γάλλων, η ζωή δεν ήταν εύκολη. Η Νέλλη Ανδρικοπούλου γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο της: «Το Παρίσι είχε απελευθερωθεί τον Αύγουστο του ’44, αλλά απείχε ακόμα πολύ από το να βρει τους ρυθμούς του. Το ’46 ζήσαμε με δελτίο τροφίμων, το περίφημο τικέ, το καθημερινό μας μέλημα – άφθονη λαχανίδα και κρέας μία φορά την εβδομάδα. […] Ένα λεμόνι που μου έστειλαν το Πάσχα απ’ την Ελλάδα μού φάνηκε τόσο ωραίο και πολύτιμο, που το ακούμπησα στον νιπτήρα μου να το βλέπω κάθε μέρα, μέχρι που σάπισε επιτόπου».

Λίστα επιβατών: το πρακτορείο Hermes ανέλαβε τη χερσαία μεταφορά των Ελλήνων στη ρημαγμένη μεταπολεμική Ευρώπη. © ΑΠΟ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ «ΜΑΤΑΡΟΑ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ» ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΙΑΔΗΜΑ

Εκτός από όσους αναφέρθηκαν ήδη, το ταξίδι αυτό έκανε επίσης η πεζογράφος Έλλη Αλεξίου και οι ποιητές Ανδρέας Καμπάς και Μάτση Χατζηλαζάρου, οι γλύπτες Μέμος Μακρής και Κώστας Κουλεντιανός, η ζωγράφος Ελένη Σταθοπούλου, οι αρχιτέκτονες Γεώργιος Κανδύλης, Αριστομένης Προβελέγγιος και Νικόλαος Χατζημιχάλης, ο φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς και ο τεχνοκριτικός Άγγελος Προκοπίου, ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος και δεκάδες ακόμα άνθρωποι που διακρίθηκαν στις τέχνες και τις επιστήμες. Κάποιοι άλλοι, λιγότεροι, έφτασαν στο Παρίσι μερικούς μήνες αργότερα με ένα δεύτερο πλοίο, το σουηδικό «Gripsholm». Ο σκηνοθέτης Άδωνις Κύρου δεν βρισκόταν στο «Ματαρόα», όπως συχνά λέγεται, αλλά είχε φτάσει νωρίτερα στο Παρίσι και μάλιστα υποδέχτηκε την αποστολή στον σταθμό, ενώ ο μουσικός Ιάννης Ξενάκης, ο οποίος επίσης συνδέεται με τους υποτρόφους, έφτασε τελικά στη γαλλική πρωτεύουσα το 1947.

Ορισμένοι επέστρεψαν στην Ελλάδα αφού ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους, κάτι που θεωρητικά ήταν εξαρχής ο στόχος, άλλοι μπορεί να ήθελαν να γυρίσουν, αλλά για πολιτικούς λόγους αυτό κατέστη αδύνατο, κάποιοι συνέχισαν τη διαδρομή τους σε άλλες χώρες και υπήρξαν και αρκετοί που έζησαν από επιλογή στο Παρίσι.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου, για παράδειγμα, η οποία εν τω μεταξύ είχε χωρίσει με τον σύζυγό της Ανδρέα Εμπειρίκο, έκανε αίτηση για μόνιμη παραμονή στο Παρίσι αφού έληξε η υποτροφία της το 1947, και το παρακάτω απόσπασμα περιγράφει χαρακτηριστικά την επίδραση της γαλλικής κουλτούρας, τη διαμόρφωση μιας σημαντικής ελληνογαλλικής σύνδεσης και μιας σχέσης εμπιστοσύνης και ευθύνης που δημιούργησε, συμβολικά ίσως, το «Ματαρόα» σε μια γενιά: «Σας παρακαλώ να μου επιτρέψετε τη μόνιμη διαμονή στο Παρίσι, καθότι για εμάς τους διανοούμενους η Γαλλία αποτελεί τη χώρα που το πνεύμα ανθίζει και που μας δίνεται η ελπίδα να δουλέψουμε ο καθένας με τον τρόπο του και να δώσουμε, ανάλογα με τις δυνάμεις μας, ό,τι καλύτερο μπορούμε»***.

Εκτός από όσα πέτυχαν οι υπότροφοι του 1945 ο καθένας για τον εαυτό του, μέσα από το ταξίδι τους δημιούργησαν έναν μύθο, έναν μύθο που συντήρησε στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας του μεταπολεμικού κόσμου τη γοητεία του Παρισιού, την ταύτισή του με την ελπίδα και την ελευθερία, στοιχεία που ασφαλώς επιβεβαιώθηκαν και αργότερα, στα χρόνια της δικτατορίας και του Μάη του ’68.

* Απόσπασμα από το κείμενο «Η Οδύσσειά μου πάνω στο Ματαρόα» του Ντίκου Βυζάντιου, το οποίο συμπεριλαμβάνει η Νέλλη Ανδρικοπούλου στο βιβλίο της «Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945. Στον καθρέφτη της μνήμης» (εκδ. Εστίας).
** Το κείμενο του Νικόλα Μανιτάκη «Ματαρόα, 1945. Το ιστορικό πλαίσιο» περιέχεται στο βιβλίο «Ματαρόα, 1945. Από τον μύθο στην ιστορία» (εκδ. Ασίνη).
*** Το απόσπασμα βρίσκεται στο αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Αναπαράγεται από τη Λουσίλ Αρνό, καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Τουρ, στο κείμενό της «Η  Έλλη Αλεξίου, η Μάτση Χατζηλαζάρου και η περιπέτεια του Ματαρόα», που περιέχεται στο βιβλίο «Ματαρόα, 1945. Από τον μύθο στην ιστορία» (εκδ. Ασίνη).