Το καταφύγιο των εξορίστων

Την επαύριο του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα, ένα μέρος των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος παίρνει τον δρόμο της εξορίας. Η απόφαση αυτή δεν είναι πάντα προϊόν ελεύθερης επιλογής, δεδομένου ότι οι συνταγματάρχες, σε συνέχεια και ενδυνάμωση της αντικομμουνιστικής πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων και φοβούμενοι μια ριζοσπαστικοποίηση των εξορίστων στην Ευρώπη, εμπόδισαν την έξοδο αυτή με κάθε δυνατό τρόπο. Υπολογίζουμε ότι περίπου 10.000 άτομα καταφέρνουν να καταφύγουν στο εξωτερικό, στην πλειονότητά τους στην Ευρώπη. Από αυτούς περίπου 1.000 εγκαθίστανται στη Γαλλία.

Μέσα από τη μελέτη του γαλλικού αρχείου της μη κυβερνητικής οργάνωσης Cimade, με σημαντική δράση στο πλευρό προσφύγων και μεταναστών, καταφέραμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του Έλληνα πολιτικού εξορίστου της περιόδου. Στην πλειονότητά τους, λοιπόν, οι Έλληνες που καταφεύγουν στη Γαλλία ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα των 30-50 ετών, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και διανοούμενοι (συγγραφείς, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, δικηγόροι), ιδιαίτερα ενεργοί από πολιτικής άποψης και μέλη ενός παραδοσιακού πολιτικού κόμματος – μόνο ένα μικρό ποσοστό δεν είναι πολιτικά ενταγμένο. Οι περισσότεροι αποβλέπουν στην πτώση της χούντας και στην επιστροφή στην πριν από το 1967 πολιτική κατάσταση. Ένα μικρό μέρος επιθυμεί την «απελευθέρωση» ή την ανεξαρτησία της χώρας από τις ΗΠΑ ή ακόμη ευελπιστεί να αλλάξει ριζικά τις κοινωνικές δομές της χώρας. Παίρνουν τον δρόμο της εξορίας αυτοβούλως, ακολουθώντας τη νόμιμη οδό ή παράνομα, αφού διοργανώνουν οι ίδιοι τη διαφυγή τους με τη βοήθεια φίλων ή εκμεταλλευόμενοι την κατά καιρούς χαλάρωση των συνοριακών ελέγχων. Αν και ο ερχομός τους στη Γαλλία έγινε σε κύματα, συνδεδεμένα με την κατασταλτική πολιτική στο εσωτερικό της χώρας, οι μισοί εξ αυτών φτάνουν τους πρώτους μήνες της δικτατορίας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μόνο ένα μικρό μέρος των εξορίστων ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένοι να φύγουν, γιατί διέτρεχαν τον κίνδυνο μιας σύλληψης ή αντιποίνων του καθεστώτος: πρόκειται για εκείνους που είχαν αποδεδειγμένο κομμουνιστικό παρελθόν και όσους εκ των πολιτικών αντιπάλων τους αποτελούσαν στα μάτια των συνταγματαρχών πραγματικό κίνδυνο. Πρόκειται κυρίως για παλιούς αντιστασιακούς της γερμανικής κατοχής που είχαν φυλακιστεί ή εξοριστεί κατά τον Εμφύλιο. Χωρίς αμφιβολία, η πλειονότητα αυτών που διάλεξαν να φύγουν στο εξωτερικό είχαν έναν ή περισσότερους λόγους για να το πράξουν: κατάλυση ατομικών ελευθεριών, κοινωνικός ή επαγγελματικός αποκλεισμός, καθημερινός ψυχολογικός πόλεμος, επιθυμία αντιδικτατορικής δράσης, συνέχιση των σπουδών μακριά από τον μαρασμό των ελληνικών πανεπιστημίων. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης έφυγε από τη χώρα λόγω του πραξικοπήματος.

ΕΛΛΗΝΕΣ, ΙΣΠΑΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΡΤΟΓΑΛΟΙ

Η γαλλική πρωτεύουσα προσείλκυσε ένα μεγάλο μέρος αυτής της ελληνικής ελίτ. H πολιτιστική επιρροή της Γαλλίας, η ιστορική και πολιτιστική συγγένεια των δύο χωρών, η εξέχουσα θέση του Παρισιού στους τομείς των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών, αλλά και η φήμη της Γαλλίας ως κατεξοχήν χώρας ασύλου είναι λόγοι που σε όλες τις εποχές προσείλκυσαν τους  Έλληνες. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε πει το 2006 ότι φεύγοντας από την Ελλάδα «δεν είχα κανέναν ιδιαίτερο λόγο να προτιμήσω μια χώρα από μια άλλη. Μιλούσα γερμανικά, γνώριζα πολύ καλά τη Γερμανία, όπως και την Ελβετία. Τελικά έκρινα ότι το κατάλληλο μέρος ήταν το Παρίσι. Το Παρίσι είναι το καταφύγιο όλων των εξορίστων. Πήγα λοιπόν. Και δεν έκανα λάθος».

Την εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, επιπλέον λόγοι ωθούν τους Έλληνες να επιλέξουν τη Γαλλία, όπως η ύπαρξη εκεί γνωστών ή (πολιτικών) φίλων, δεδομένου ότι στη Γαλλία υπάρχει ήδη μια σημαντική και καλά ενσωματωμένη ελληνική κοινότητα. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι τα γεγονότα του Μάη του ’68, οι κινητοποιήσεις των φοιτητών, οι απεργίες των εργατών και η πολιτικο-κοινωνική κρίση της εποχής ενισχύουν ακόμη περισσότερο την εικόνα του Παρισιού ως συμβόλου παγκόσμιας αμφισβήτησης του κατεστημένου. Τα χρόνια αυτά βρίσκουν εκεί καταφύγιο, πέραν των Ελλήνων, και Ισπανοί δημοκράτες, Πορτογάλοι, εξόριστοι των ανατολικών χωρών, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, πολλοί εκ των οποίων, όπως αναφέρεται στα αρχεία του αρμόδιου γαλλικού φορέα για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου, «ήλπιζαν να βρουν στη Γαλλία μια πολιτικο-κοινωνική ιδεολογία κοντά σε αυτήν για την οποία είχαν αγωνιστεί στη χώρα τους και η οποία ήταν συχνά η αιτία της εξορίας τους». Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Δημήτρη Ψυχογιού, που επιλέγει τη Γαλλία λόγω υποτροφίας αλλά και περιρρέουσας ατμόσφαιρας: «Είχα πάρει υποτροφία από τη γαλλική κυβέρνηση […], στη Φυσική ήμουν καλός φοιτητής. Εγώ βέβαια στην πραγματικότητα, ως φυσικός, ήθελα να πάω στην Αμερική. Αλλά η πολιτικοποίηση με τη δικτατορία, ο Μάης του ’68 κι όλα αυτά, πού θα πάω Αμερική; Αποκλείεται. […] Κι έτσι επέλεξα να πάω στη Γαλλία».

Για ένα μεγάλο μέρος των εξορίστων η εγκατάσταση στη Γαλλία δεν είναι διόλου ανώδυνη. Κατ’ αρχάς οι συνταγματάρχες εφάρμοσαν οικονομικά αντίποινα στους πολιτικούς τους αντιπάλους, με αποτέλεσμα ακόμη και άτομα με οικονομική επιφάνεια να στερούνται κάθε πηγής εισοδήματος. Επιπλέον, η πλειονότητα των Ελλήνων εξορίστων αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση εργασίας και τις περισσότερες φορές υποχρεώνονται σε επαγγελματική υποβάθμιση. Αυτό οφείλεται τόσο στη γαλλική τακτική που προόριζε μια ομάδα επαγγελμάτων για τους αποφοίτους γαλλικών πανεπιστημίων, όσο και στη γλωσσική ανεπάρκεια, δεδομένου ότι η γλώσσα είναι το βασικό επαγγελματικό εργαλείο για πολλούς από αυτούς.

Τέλος, το σημαντικότερο πρόβλημά τους είναι η νομιμοποίηση της διαμονής τους στο γαλλικό έδαφος. Στην πραγματικότητα, ένα ελάχιστο μέρος Ελλήνων ζήτησαν το πολιτικό άσυλο στη Γαλλία. Οι περισσότεροι κρύβονταν πίσω από ψεύτικες ταυτότητες, όπως αυτή του τουρίστα, του φοιτητή ή του οικονομικού μετανάστη. Είναι εμφανές ότι αυτή η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα επισφαλής, διότι, σε περίπτωση που δεν διέθεταν κάρτα παραμονής ή εργασίας ή αν το διαβατήριό τους δεν ήταν σε ισχύ, οι γαλλικές αρχές μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τους απελάσουν.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ

Το γεγονός ότι οι Έλληνες εξόριστοι στη Γαλλία δεν αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες κατά τη Συνθήκη της Γενεύης οφείλεται στο ότι τη συγκεκριμένη περίοδο οι κατευθύνσεις της γαλλικής πολιτικής και οι επιθυμίες των ίδιων των Ελλήνων έχουν κοινό παρονομαστή. Εκ των πραγμάτων, μέχρι την κύρωση της Σύμβασης του Μπελάτζιο από τη Γαλλία, το 1971, οι Έλληνες εξόριστοι βρίσκονται εκτός του φάσματος της εφαρμογής της Συνθήκης της Γενεύης, η οποία αναγνώριζε ως πρόσφυγες μόνο τους εκδιωχθέντες για γεγονότα πριν από το 1951. Μετά το 1971, ένα ελάχιστο ποσοστό Ελλήνων αποκτά τον τίτλο του πρόσφυγα. Η γαλλική μεταναστευτική πολιτική της εποχής επιλέγει να χορηγεί στους  Έλληνες, όπως και σε άλλους εξορίστους, μια προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας.

Παρά τα οφέλη που πηγάζουν από το νομικό καθεστώς του πρόσφυγα, οι Έλληνες προτιμούσαν να διατηρήσουν το ελληνικό τους διαβατήριο, γιατί φοβούνταν μην αποκοπούν από τη χώρα καταγωγής τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ριχάρδου Σωμερίτη, «ήτανε πολλοί στο Παρίσι, οι περισσότεροι δεν θέλανε επίσημα χαρτιά, απάτριδος και πολιτικού πρόσφυγα. Από δεισιδαιμονία περισσότερο… Προτιμούσαν να μένουν με προσωρινές άδειες, παρά να έχουνε πολιτικό άσυλο. Αυτό ήταν ένα πράγμα ενστικτώδες. Γιατί όλοι υπολόγιζαν ότι, όταν παίρνεις το διαβατήριο το Nansen όπως λέγανε εκείνη την εποχή, του πολιτικού πρόσφυγα, καταργείς το δικό σου. Ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου. Και δεν ξέρεις σε πόσα χρόνια θα τελειώσει η δικτατορία. Και είχαν και το παράδειγμα των εξορίστων στις ανατολικές χώρες, που κάναν 30-40 χρόνια να επιστρέψουν στην Ελλάδα».

Άλλοι πάλι ήθελαν να ελπίζουν ότι η πτώση της χούντας ήταν θέμα χρόνου, άλλοι φοβούνταν ότι ένα ενδεχόμενο επίσημο καθεστώς του πρόσφυγα θα προκαλούσε αντίποινα στους ίδιους ή και στις οικογένειές τους πίσω στην Ελλάδα και άλλοι αισθάνονταν ενοχές σε σχέση με τους πολιτικούς συντρόφους τους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών, «η πλειονότητα των Ελλήνων που βρήκαν άσυλο στη χώρα μας θέλουν να μην αποκοπούν από τη χώρα τους και τους πολιτικούς συντρόφους της εσωτερικής αντίστασης. Όσο μπορούν να ζήσουν στη Γαλλία με την κάλυψη ενός διαβατηρίου σε ισχύ ή με μια άδεια παραμονής είναι σε αναμονή, τρέφοντας την ελπίδα να μπορέσουν να επιστρέψουν σύντομα πίσω, χωρίς να κατηγορηθούν ως μετανάστες που αποποιήθηκαν των ευθυνών τους».

Ας μην ξεχνάμε τέλος ότι οι Έλληνες της περιόδου είχαν έντονο το αίσθημα ότι βρήκαν καταφύγιο σε μια χώρα ασύλου. Η Εύη Δεμίρη διηγείται: «Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να ζητήσω πολιτικό άσυλο. […] Ζητάς πολιτικό άσυλο όταν ξέρεις ότι η χώρα στην οποία μένεις ανά πάσα στιγμή θα σε πετάξει έξω. Αισθανόμουν ότι δεν ήμουν σε αυτή την κατάσταση. Εξάλλου δούλευα σε μια κρατική υπηρεσία. Αλλά κι εκεί να μη δούλευα, ήταν και πολλοί άλλοι Έλληνες, και μπορούν να σας το πουν, οι οποίοι δεν ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Δηλαδή αισθανόσουν ότι ήσουν σε μια terre d’asile, είναι μια terre d’asile η Γαλλία από μόνη της».

ΓΑΛΛΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ

Η γαλλική κοινωνία υποδέχτηκε τα θύματα της ελληνικής δικτατορίας με έναν ιδιαίτερα εγκάρδιο τρόπο και έκανε τα πάντα για να αντιμετωπιστούν όλα αυτά τα προβλήματα. Η ελληνική κοινότητα, οι Γάλλοι διανοούμενοι, διάφορες γαλλικές οργανώσεις, όπως η Cimade, το Secours catholique, το Service Social d’Aide aux Emigrants αλλά και το Συμβούλιο της Ευρώπης, η  Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και άλλοι πολλοί προσέφεραν πολύπλευρη βοήθεια στους Έλληνες εξορίστους και ανέλαβαν μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης για την υποδοχή και την ομαλή εγκατάστασή τους στο γαλλικό έδαφος. Πρόκειται για βοήθεια υλική, με χορήγηση υποτροφιών σε  Έλληνες που ήθελαν να κάνουν σπουδές, που είχαν προβλήματα υγείας, για εκμάθηση γαλλικών ή απλώς για την επιβίωσή τους. Επρόκειτο όμως και για βοήθεια πολιτική, καθώς οι γαλλικοί φορείς προσπάθησαν να ευαισθητοποιήσουν με κάθε τρόπο ιδιώτες, Γάλλους πολιτικούς αλλά και διεθνείς οργανισμούς ως προς την τύχη των Ελλήνων εξορίστων. Χαρακτηριστική και σχεδόν συγκινητική είναι η περιγραφή της υπεύθυνης υποδοχής των Ελλήνων στη Cimade στο γράμμα της προς τον ύπατο αρμοστή του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες: «Έχω υποδεχτεί πολλούς εξορίστους από πολλά κράτη, όλα αυτά τα χρόνια. Όμως σπάνια ήρθα αντιμέτωπη με μια ανθρώπινη δυναμική τέτοιας εμβέλειας. Καλλιτέχνες ή διανοούμενοι μέσα σε δυσχερείς συνθήκες ζωής εκμεταλλεύονται τη διαμονή τους στη Γαλλία για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους, να εκπαιδευτούν σε τομείς που έχουν επιλέξει, με γνώμονα τη βοήθεια στη χώρα τους όταν θα έχουν τη χαρά να επιστρέψουν. Γυναίκες και άνδρες, ώριμης ηλικίας, έχουν μια πνευματική διαύγεια που προκαλεί τον θαυμασμό μας…».

Τέλος, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι κατά τη διάρκεια της επταετίας οι περισσότεροι  Έλληνες δεν ενσωματώθηκαν στη γαλλική κοινωνία. Η συμμετοχή τους στους αγώνες και στα κινήματα της εποχής, κάποιοι μεικτοί γάμοι και οι λίγες συναναστροφές με Γάλλους μαρτυρούν έναν μικρό βαθμό ενσωμάτωσης: «Σκοπός όλων ήταν να γυρίσουν στην Ελλάδα, πράγμα το οποίο και έγινε μετά την πτώση της χούντας», είχε πει ο Βασίλης Αλεξάκης. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν έφυγαν γιατί είχαν ένα σχέδιο, ένα πρόγραμμα ή κάτι άλλο. Και πολλοί από αυτούς δεν έμαθαν ποτέ τα γαλλικά. […]  Ήταν εκεί μέχρι η κατάσταση να τους επιτρέψει να γυρίσουν. Αυτό εξηγεί το ότι βρίσκονταν μεταξύ τους στα καφέ […], ήταν μια μικρή ελληνική κοινωνία που δημιουργήθηκε στο Παρίσι».

Ιnfo / Οι μαρτυρίες των πρωταγωνιστών που φιλοξενούνται στο κείμενο αποτελούν μέρος των συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα και στη Γαλλία, από το 2006 έως το 2008, από τη Βάσω Κιλεκλή, στο πλαίσιο της συγγραφής της διδακτορικής διατριβής της.

*Διδάκτορας Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.