ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Πάσχα στην πόλη του Εμπράρ

Τα 504 χλμ. που χωρίζουν την Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη εκμηδενίζονται σε ένα κείμενο -δρομολόγιο με παρέες, στέκια και μουσικές.

pascha-stin-poli-toy-emprar-561359371

«Είμαι Διαβατά, στα πετρέλαια» στέλνω στον πατέρα μου. Όταν είδε το μήνυμα, το τρένο διέσχιζε ήδη τη γέφυρα στην Αγίων Πάντων. Στην πλατφόρμα, αγκαλιές, σκουντήματα, ανταμώματα. Ζευγάρια που είχαν να ιδωθούν μήνες, κολλητοί που αψηφούν απαγορεύσεις για τον φίλο που υπηρετεί στον Έβρο. «Δεν έχει τίποτα στο σπίτι, να ξέρεις», μου λέει στο αμάξι. Το «τίποτα» σημαίνει πως «δεν έχει σάντουιτς με σουβλάκι». Μικρή απογοήτευση, που σβήνει με το τσουρέκι της μαμάς. Το επόμενο πρωί, επταλοφίτικο ξύπνημα με γιαγιάδες που ουρλιάζουν. Τα νεύρα καλμάρονται με μια μπουγάτσα από «Το γνήσιο», αδερφική συνήθεια από το Δημοτικό. Παίρνω τηλέφωνο έναν φίλο μου, να κατέβουμε κέντρο σε καμιά ώρα.

pascha-stin-poli-toy-emprar0

Περνάμε έξω από την Gambrinus και το «Στέρεο», θυμόμαστε τα πρώτα μεθύσια· βλέπουμε τα αρχαία της Βενιζέλου που θα ήταν σκέτο κόσμημα για την πόλη αν διατηρούνταν στο μετρό· στο Μοδιάνο βάλανε λαμαρίνες· στην Αριστοτέλους, ο κόσμος αποβιβάζεται από το 32 στο «Πέταλο» και περπατάει κάτω από τις καμάρες για σκιά. Η μυρωδιά του Cookie Man σπάει τη μύτη ήδη από το «Κόκκινο Σπίτι». Στη γειτονιά της Σβώλου, περνάμε το κατώφλι του «δεκαepτα» για μια γουλιά καφέ, κοιτάμε τις βιτρίνες των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» και μετά αράζουμε στην Πλατεία Φαναριωτών, όπου δοκιμάζουμε και ένα μικρό «Thess Bao». «Από ποια μεριά να κάτσουμε; Θες να κοιτάμε Κάστρα, Θερμαϊκό ή την Καλλάρη;» Αντ’ αυτού, πήγαμε στο Vanilla Gelateria για ένα φρέσκο παγωτό ροδάκινο και τότε οι καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής αντηχούσαν από Νικόπολη μέχρι Αρετσού. 

pascha-stin-poli-toy-emprar2

Οι μάσκες δεν μπορούν να κρύψουν τη χαρά του κόσμου για το σκηνικό, τις αγορές και τις ευωδίες των φυτών στα Λουλουδάδικα. Στο μυαλό μου «σκάνε» εικόνες από μια Θεσσαλονίκη που σφύζει από ζωή (και κουφόβραση) από το χαμένο βιντεοκλίπ των «Καταστημάτων» της Λίτσας Διαμάντη. Οι δικές μου εικόνες όμως εκτείνονται από τα δυτικά μέχρι τα ανατολικά· από το πάρκο της Νέας Πολιτείας και τις μπίρες στις πεζογέφυρες πάνω από τον Περιφερειακό μέχρι τα σουλάτσα στην Ακτή Ντοβίλ στη Σοφούλη, με έναν καφέ από το ΘΕΓΙΑ και λίγο βροχή. Τα άδεια τάπερ της Αθήνας ξαναγεμίζουν με φαγητό. Για soundtrack επιστροφής, το «Ernest Hebrard» του RICTA που περιγράφει μερικώς τη σχέση που έχει η γενιά μου με την πόλη. Κάποτε ψάχναμε τη λύση στον γρίφο πώς θα φύγουμε από αυτήν και, τώρα που τη βρήκαμε, καταλήγουμε πίσω στους δρόμους της, αφιερώνοντας ύμνους. «Σαλούγκα, μάνα μου λατρεία». Το τρένο φεύγει και ήδη μετράω αντίστροφα για την επιστροφή στο σπίτι και στους φίλους μου στον Βορρά. ■