ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Το «Πρόστιμο» και η Αχαρνών

Τα 504 χλμ. που χωρίζουν την Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη εκμηδενίζονται σε ένα κείμενο -δρομολόγιο με παρέες, στέκια και μουσικές.

to-prostimo-kai-i-acharnon-561394147

«Τι ώρα ξεκινάει η προβολή;» Κοιτάω το ρολόι στο ταμπλό του αυτοκινήτου της. «Σε ένα λεπτό». Τον άλλο τον περιμένουμε από τη Ριζάρη και μας έρχεται από τον Τρούμαν. Τη στιγμή που πάει να πιάσει το χερούλι της πόρτας να μπει, εκείνη πηγαίνει λίγο μπροστά. Ξενέρωμα κάτω από τη μάσκα του. Γελάμε, μας βρίζει και μετά με κοροϊδεύουν για τα «με» και «σε».

Το Πρόστιμο του Μπόγρη θα το ξαναέβλεπα άνετα. Επιβεβαιωτικά βλέμματα σε σκηνές και διαλόγους που νιώθαμε πως κάπως τους έχουμε ξαναζήσει, κοινή αμηχανία στο νταϊλίκι του Σταμουλακάτου και στην υπομονή του Ευαγγελινού, γέλια σε κάποιες σκηνές που θα γίνουν memes με τον καιρό και πρώτη φορά σινεμά μετά τον Οκτώβριο. Θα τσιμπιόμουν από μόνος μου για να το πιστέψω, αλλά με πρόλαβαν τα κουνούπια. «Θέλεις να πάμε για ναργιλέ;» Στην απροσδόκητη έξοδο της Παρασκευής στον Ναργιλέ, στα Άνω Πατήσια, εκεί που καθόμαστε, μια γιαγιά σταματάει και μας κοιτάει αγριεμένα, ίσα για να ψαρώσουμε και να σπάσει πλάκα μαζί μας. 

to-prostimo-kai-i-acharnon0

Την επομένη αποφασίζω να επισκεφθώ το Αρχαιολογικό, αλλά λίγο προτού περάσω το κατώφλι του, εκείνο το ωριαίο τηλεφώνημα με βγάζει εκτός πορείας. Στο σταυροδρόμι της πλατείας Βάθης παίζω α μπε μπα μπλομ με τους δρόμους της διασταύρωσης. Το τελευταίο «μπλομ» πέφτει στην Αχαρνών.

Στο Wars i sawa παίρνω τη σοκολάτα με το ρούμι που έφερε η Λάουρα από το Ιάσιο τον Σεπτέμβριο του ’20 και ένα παγωμένο ρωσικό κβας. Ρωτάω την ταμία για μια ειδική σοκολάτα από την Πολωνία και μου απαντάει ενθουσιασμένη στη γλώσσα της. Την καταλαβαίνω, αλλά της απαντάω στα ελληνικά ότι το τετράμηνο στο Βρότσουαφ δεν ήταν επαρκές για να σκαρώνω προτάσεις στα πολωνικά. Αποχαιρετιζόμαστε με ένα «do zobacenia» και χαμογελάμε κάτω από τις μάσκες. Αμέσως βάζω όσα τραγούδια του Taco Hemingway θυμίζουν Βαρσοβία. «Φωτιά έχεις;» με ρωτάει ένας στην ηλικία μου στον Άγιο Παντελεήμονα και κατεβάζει το τσιγάρο απ’ τα αυτιά του. Του νεύω αρνητικά. Ξενερώνει και πηγαίνει σε έναν παππού που το βλέμμα του είναι μονίμως καρφωμένο στα περιστέρια που κάθονται, όχι στα κλαδιά, αλλά στα παγκάκια και στα φανάρια και συλλογίζονται την ύπαρξή τους. Ο παππούς θα μπορούσε να είναι και ήρωας του Ρόι Άντερσον. Μέσα στα στενά βλέπω κόσμο και πανιά σαν τέντες. Είναι η λαϊκή της Μιχαήλ Βόδα, αλλά διαπιστώνω πως είμαι στο τέλος της. Ξαναβγαίνω στην Αχαρνών μέσα από το παρκάκι της Πάφου και φτάνω στο 297. Κάτω Πατήσια. Σκέφτομαι κάποιο λογοπαίγνιο με το «Αχαρνών» και πρόχειρα βγαίνει το «αχανών». Μόλις βλέπω εκείνο το κιόσκι με τα λουλούδια μόνο του στην πλατεία Δεσπούδη, σκέφτομαι και το «μοναχά-ρνων». Μπα. Αφήνομαι ξανά στις αναφορές του Hemingway στον Λάνθιμο και στον Μπονούτσι και γυρνάω πίσω με τον Ηλεκτρικό. ■