ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Έχεις ακούσει Sparks;

Μιούζικαλ με τον Λεός Καράξ στις Κάννες (και από 3/9 στις ελληνικές αίθουσες), ένα επικό ντοκιμαντέρ, 25 άλμπουμ, 50 χρόνια καριέρας... Τα πιο επιδραστικά και δημιουργικά αδέρφια της ποπ μουσικής ζουν τη χρονιά τους και μάλλον έφτασε η στιγμή να τους γνωρίσεις.

echeis-akoysei-sparks-561480769

«Πρέπει να βγούμε από εδώ, να κάνουμε το παιχνίδι μας, αφήστε μας να βγούμε από εδώ, αφήστε μας, αφήστε μας… Είμαστε 250 εκατομμύρια… Θέλουμε να νιώσουμε τον ήλιο, να γίνουμε η κορούλα ή ο γιος σου… Υποψήφιοι για την ανθρώπινη φυλή, από το σούρουπο μέχρι την αυγή…»

Αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια αμελητέα υποκατηγορία ποπ τραγουδιών με θέμα το σπερματοζωάριο, το Tryouts for the Human Race των Σπαρκς –αποσπασματικούς στίχους του οποίου επιχειρώ άτσαλα και αυθαίρετα να αποδώσω στα ελληνικά– είναι το κορυφαίο. Κυκλοφόρησε το μακρινό 1979 με το εκστατικό ηλεκτρονικό – ντίσκο άλμπουμ τους Νο 1 in Heaven, καρπό συνεργασίας τους με τον Ιταλο-γερμανό «προφήτη» των συνθεσάιζερ Τζόρτζιο Μορόντερ, στον απόηχο του προγενέστερου δικού του «ύμνου» I Feel Love, με τη φωνή της Ντόνα Σάμερ. Oι Σπαρκς ήταν ήδη 10 ετών συγκρότημα. 

Σήμερα είναι 50 και βάλε ετών συγκρότημα και διανύουν αν όχι την πιο δημιουργική περίοδο του καλλιτεχνικού τους βίου, τότε οπωσδήποτε αυτή με τη μεγαλύτερη αναγνώριση. Συνυπογράφουν με τον εκκεντρικό Γάλλο σκηνοθέτη Λεός Καράξ, ως εμπνευστές-σεναριογράφοι και συνθέτες, το πολύκροτο μιούζικαλ των Καννών Ανέτ, με τον Άνταμ Ντράιβερ και τη Μαριόν Κοτιγιάρ (από τις 3 Σεπτεμβρίου και στις ελληνικές αίθουσες). Αποκαλύπτονται σε ένα ντοκιμαντέρ δυόμισι ωρών με τίτλο The Sparks Brothers, σκηνοθετημένο από τον εξαιρετικό  Έντγκαρ Ράιτ (Baby Driver, Shaun of the Dead), στο οποίο μιλούν περί τις 80 προσωπικότητες της μουσικής και του σινεμά που τους θαυμάζουν (από τον Beck και τους Ντουράν Ντουράν μέχρι τον Flea, την Μπιόρκ και τον Βινς Κλαρκ). Προετοιμάζουν περιοδεία 40 σταθμών σε Αμερική και Ευρώπη για το ’22 – ήδη αρχίζει να γίνεται sold-out. Και, φυσικά, γράφουν το επόμενο, εικοστό έκτο (!) κατά σειρά, στούντιο άλμπουμ τους, γιατί στην πραγματικότητα οι αστείρευτοι Σπαρκς ανά πάσα στιγμή γράφουν ένα επόμενο άλμπουμ, που ποτέ δεν έχει σχέση με το προηγούμενο. «Πόσα άλμπουμ θα υπάρξουν ακόμα;» τους ρωτούν στην αρχή του ντοκιμαντέρ. «Με την πρόοδο στην ιατρική τεχνολογία, εκτιμάμε ότι θα υπάρξουν 200 με 300 ακόμα».

echeis-akoysei-sparks0
Στην πρεμιέρα του Ανέτ στις Κάννες, με τους Μαριόν Κοτιγιάρ, Άνταμ Ντράιβερ, Λεός Καράξ κ.ά. ©John MACDOUGALL / AFP/Visualhellas.gr

ΑΚΡΑΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ 

Όποιος έχει τη χαρά να γνωρίζει το έργο των Σπαρκς ξέρει πολύ καλά ότι το τραγούδι για τα σπερματοζωάρια που θέλουν να ζήσουν δεν είναι το πιο παράξενο από τα πεντακόσια που έχουν γράψει. Υπάρχει, ας πούμε, το My Baby’s Taking Me Home, όπου η φράση του τίτλου επαναλαμβάνεται 100 φορές. Ή το Music You Can Dance To, που έγραψαν ειρωνικά όταν ένας φωστήρας δισκογραφικής εταιρείας τούς ζήτησε να γράψουν κάτι που να χορεύεται για να πουλήσουν (κυκλοφόρησε και τους απέρριψαν). Υπάρχει το Girl From Germany, από τα πρώτα τους, όπου ένα αγόρι συστήνει τη Γερμανίδα φίλη του στους Εβραίους γονείς του, που τυγχάνει να οδηγούν γερμανική Μερτσέντες («Λοιπόν, η χώρα είναι ίδια, αλλά οι άνθρωποι έχουν αλλάξει»), όπως και το οπερατικό Your Call Is Very Important to Us. Please Hold, ένα τετράλεπτο έπος για την τραγωδία τού να σε βάζει στην αναμονή ένα μπανάλ προηχογραφημένο μήνυμα τηλεφωνικού κέντρου. Όταν πριν από έξι χρόνια αποφάσισαν να συνεργαστούν με τους Φραντς Φέρντιναντ του Ελληνοσκωτσέζου Άλεξ Καπράνος, ένα συγκρότημα με τα μισά τους χρόνια, το πρώτο κομμάτι που προέκυψε είχε τον τίτλο Collaborations Don’t Work (τελικά η συνεργασία όχι μόνο «δούλεψε», αλλά εξελίχθηκε και σε άλμπουμ με εξαιρετικές κριτικές και συνέστησε τους Σπαρκς σε ένα νέο κοινό).  Όποιος δεν έχει τη χαρά να γνωρίζει το έργο των Σπαρκς διαπιστώνει από τα συμφραζόμενα ότι έχουν χιούμορ ή, ακριβέστερα, ότι θεωρούν το χιούμορ στην ποπ πολύ σοβαρή υπόθεση και το ενσωματώνουν τόσο στη μουσική τους όσο και στις καλλιτεχνικές περσόνες τους με τόση φυσικότητα, που το ευρύ κοινό (αναπόφευκτα) μπερδεύεται. Είναι και αυτό ένα από τα στοιχεία που τους κάνουν μοναδικούς και ενισχύουν το μυστήριο γύρω από το όνομά τους, το οποίο αμφιβάλλω αν έχουν φωτίσει έστω και κατ’ ελάχιστον οι 625 λέξεις που έχω γράψει μέχρι τώρα. 

ΠΑΜΕ ΠΑΛΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, ΛΟΙΠΟΝ

Οι Σπαρκς είναι τα αδέρφια Ρον και Ράσελ Μέιλ, 75 και 72 ετών αντιστοίχως, αυτός που παίζει πλήκτρα και αυτός που τραγουδάει, για να μην μπερδεύεστε. Μεγάλωσαν στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια, με πατέρα καλλιτέχνη – εικονογράφο και μητέρα βιβλιοθηκάριο, μεταξύ του ανοιχτού ωκεανού και της σκοτεινής αίθουσας του σινεμά, όπου ο μπαμπάς τούς πήγαινε για να βλέπουν πολεμικά, καουμπόικα και φυσικά τις ροκ ταινίες που άλλαζαν τον κόσμο τότε, όπως τη Ζούγκλα του μαυροπίνακα. Εκείνος, ο μπαμπάς, εγκατέλειψε τα εγκόσμια απρόσμενα νωρίς, αλλά τη σκυτάλη της κουλ ανατροφής παρέλαβε επάξια η μαμά, που έγραψε τον Ρον σε μαθήματα πιάνου («εμφανιζόμουν σε διαγωνισμούς στο Δημοτικό με ροζ σακάκι και λαδωμένο μαλλί και μου άρεσε κατά βάθος») και, μερικά χρόνια μετά, θα συνόδευε τους γιους της σε συναυλίες των Μπιτλς δύο φορές, στο Χόλιγουντ Μπόουλ και στο Λας Βέγκας, με ένα φουτουριστικό Φιατάκι (τόσο κουλ η μαμά). 

Ως φοιτητές του UCLA, είχαν βασικά ενδιαφέροντα τα σπορ και τη μουσική («μαύρη», «άσπρη», ροκ, σόουλ, αμερικανική, βρετανική, δεν είχε σημασία). Εκτέθηκαν βεβαίως στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και στο γαλλικό σινεμά, που ήταν περίπου υποχρεωτικό τότε, και άρχισαν να παίζουν μουσική, δίνοντας στο πρώτο τους γκρουπ ένα από τα πιο άστοχα ονόματα που έχουν δοθεί ποτέ σε γκρουπ (Έργο Αστικής Ανάπλασης – Urban Renewal Project) και στο πρώτο τους τραγούδι τον πιο εύστοχο τίτλο που έχει δοθεί για την εποχή σε τραγούδι (Computer Girl εν έτει 1966, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ήξεραν τι είναι κομπιούτερ). Τέλος πάντων, οι αδερφοί Μέιλ ήθελαν να μιμηθούν τους Μπιτλς, τους Κινκς και τους Who, αλλά δεν είχαν στη σύνθεσή τους ντράμερ, οπότε κοπανούσαν αντικείμενα και μια μεταλλική λάμπα. Ο Ράσελ προσπαθούσε, κατά τα λεγόμενά του, να γίνει σαν τον Μικ Τζάγκερ ή τον Ρότζερ Ντάλτρεϊ των Who, αλλά «έπεφτε μερικές χιλιάδες μίλια εκτός στόχου». Όμως, κι έτσι η τόλμη και η δημιουργικότητα δεν άργησαν να φανούν και ο συνομήλικός τους πλην ήδη καταξιωμένος ρόκερ Τοντ Ράντγκρεν έκανε παραγωγή στον πρώτο τους δίσκο. Όχι ότι σείστηκε ο κόσμος δηλαδή – ένα περιστατικό που τους σημάδεψε ήταν όταν πήγαν να πληρώσουν τρόφιμα στο σούπερ μάρκετ με κουπόνια κοινωνικής πρόνοιας και η ταμίας έτυχε κάπου να τους έχει δει. «Έκτοτε έχουμε ανοσία στον εξευτελισμό». 

echeis-akoysei-sparks2
Η συνεργασία με τους Franz Ferdinand υπό την επωνυμία FFS ήταν ένας δισκογραφικός και συναυλιακός θρίαμβος. Εδώ, επί σκηνής με τον Άλεξ Καπράνος στη Γλασκώβη, το 2015. ©Paul Harris, Ross Gilmore/Getty Images/Ideal Image, Alamy/Visualhellas.gr

Μετονομασμένοι αρχικά σε Halfnelson και τελικά σε Σπαρκς, και με τη «ρετσινιά» της αγγλικής μπάντας να τους συνοδεύει έτσι κι αλλιώς, ταξίδεψαν στην Αγγλία το ’73, έβαλαν αγγελία για «μπασίστα με ανοιχτό μυαλό και δίχως γενειάδα», εξασφάλισαν δισκογραφικό συμβόλαιο και το 1974 βρέθηκαν να παίζουν στην τηλεοπτική εκπομπή The Old Grey Whistle Test του BBC 2 το κομμάτι που έμελλε να τους καθιερώσει, το This Town Ain’t Big Enough For Both Of Us, ένα art-rock υβρίδιο που όμοιό του ο κόσμος δεν είχε ξανακούσει, με τον Ράσελ να χτυπιέται επί σκηνής πιάνοντας τις πιο ψηλές, σχεδόν γυναικείες νότες της φωνής του και τον Ρον ανέκφραστο και αμίλητο στα πλήκτρα να λανσάρει στο μαζικό κοινό το σήμα κατατεθέν της περσόνας του, το μουστακάκι.

Ο θρύλος λέει ότι ο Τζον Λένον τηλεφώνησε στον Ρίνγκο Σταρ και του είπε: «Δεν θα πιστέψεις τι βλέπω στην τηλεόραση. Ο Μαρκ Μπόλαν παίζει ένα τραγούδι με τον Χίτλερ». Το ίδιο είπαν και εκατομμύρια άλλοι και… βασικά αυτό ήταν: πρωτοποριακός ήχος, θεατρικότητα στην εμφάνιση, μουστακάκι τύπου Τσάρλι Τσάπλιν ή Αδόλφου Χίτλερ είχαν κινήσει την περιέργεια. Αυτό που ο κόσμος δεν ήξερε ακόμη ήταν ότι οι αδερφοί Μέιλ είχαν το απόθεμα ταλέντου, δημιουργικότητας, θάρρους και αγάπης για την ποπ μουσική, ώστε αυτή την περιέργεια να την ανακινούν και να την ανατροφοδοτούν ξανά και ξανά, και ξανά και ξανά.

FAST FORWARD

Είναι εντελώς μάταιο και μάλλον κουραστικό για σένα, τον αναγνώστη, να αποπειραθώ να περιγράψω πόσες φορές εξέπληξαν με τις μουσικές μεταμορφώσεις τους, πόσες φορές «κάηκαν» εμπορικά και ξαναγεννήθηκαν από τις στάχτες τους και πόσα μουσικά είδη αφομοίωσαν στο ρεπερτόριό τους οι Σπαρκς ανάμεσα στις σποραδικές επιτυχίες τους – από γκλαμ ροκ μέχρι ηλεκτρονική ποπ, από νιου γουέιβ μέχρι ντίσκο, από μουσική για λούνα παρκ μέχρι όπερα και κλασική. Οι ειδήμονες μιλούν για τρεις ή τέσσερις διακριτές δημιουργικές περιόδους, αλλά τι σημασία έχει; Σημασία έχει ότι τα πέτρινα χρόνια που τους βρήκαν περί το τέλος της δεκαετίας του ’80-αρχές του ’90 τα περνούσαν στο στούντιο γράφοντας και παίζοντας κάθε μέρα, από το πρωί ως το βράδυ, χωρίς να έχουν καν συμβόλαιο, κι ότι επανήλθαν γύρω στο ’94 με το αυτοσαρκαστικό Πότε θα τραγουδήσω κι εγώ το My Way (When Do I Get To Sing My Way), καθότι το My Way είναι ύμνος και εκείνοι ποτέ δεν έγιναν διάσημοι σαν τον Σινάτρα ή διαβόητοι σαν τον Σιντ Βίσιους που το είχαν τραγουδήσει. Σημασία έχει επίσης ότι το 2002 κυκλοφόρησαν το αριστουργηματικό Lil’ Beethoven, ένα πρωτάκουστο και πάλι υβρίδιο ποπ και ψευδο-κλασικής μουσικής, που άγγιζε τις πιο λεπτές χορδές της ειρωνείας με όλο τον στόμφο της ορχηστρικής μεγαλοπρέπειας, κι από τότε επανέρχονται με νέο άλμπουμ κάθε ένα-δύο χρόνια, βάζοντας μια νέα βόμβα στα θεμέλια των προσδοκιών του κοινού –ή της ποπ βιομηχανίας– από αυτούς. Το έχουν πει άλλωστε: «Όταν ξεκινήσαμε, υπήρχε το περιθώριο να δοκιμάζεις και να αποτυγχάνεις ξανά και ξανά, αν εμφανιζόμασταν σήμερα είναι ζήτημα αν θα κάναμε δεύτερο δίσκο». 

Αν παραθέσω μερικές ατάκες που λέγονται ή γράφονται γι’ αυτούς –στο ντοκιμαντέρ του Ράιτ, στα εκατοντάδες φετινά άρθρα του παγκόσμιου Τύπου που ακολούθησαν την πρεμιέρα του Ανέτ στο Φεστιβάλ των Καννών–, θα νομίσεις ότι κοροϊδεύω. «Το αγαπημένο συγκρότημα του αγαπημένου σου συγκροτήματος». «Θα γίνονταν εξαιρετικοί χαρακτήρες Μάπετ Σόου». «Είναι έξω από αυτόν τον κόσμο». «Είναι μια ανωμαλία». «Το μουσικό τους αποτύπωμα είναι τεράστιο». «Όλη η ποπ μουσική είναι πειραγμένος Βινς Κλαρκ και πειρασμένοι Σπαρκς» (σ.σ.: ο Βινς Κλαρκ των Γιαζού είναι θαυμαστής τους, όπως και πολλοί από το πάνθεον της ποπ και της ροκ, από τον Μορισέι μέχρι τον Θέρστον Μουρ των Σόνικ Γιουθ και τους Σεξ Πίστολς). «Όταν κάνεις περιοδεία με μουσικούς σε ένα λεωφορείο, αργά ή γρήγορα η συζήτηση θα καταλήξει στους Σπαρκς», λέει ο Μπεκ. «Το καλύτερο γκρουπ που δεν έχετε ακούσει ποτέ». Και πάει λέγοντας. 

echeis-akoysei-sparks4
Οι Sparks σε συναυλία στο Άμστερνταμ το 1975. ©PGijsbert Hanekroot/Redferns

Αν πρέπει κάποιος να εκλογικεύσει αυτό το παράδοξο φαινόμενο που μας βρήκε ενώ ταλανιζόμαστε ακόμα με τον κορωνοϊό και τη διεθνή αστάθεια και την κλιματική αλλαγή και όλα τα άλλα δεινά του κόσμου… Αν πρέπει να απαντήσει δηλαδή στο πώς μας προέκυψαν οι αειθαλείς πλην γνωστοί-άγνωστοι Σπαρκς ως καλλιτεχνική σταθερά σε μια εποχή μηδενικών βεβαιοτήτων, αρκεί να ανατρέξει σε ένα σχετικά πρόσφατο εγχείρημά τους. Έπεσε η ιδέα να κάνουν μια περιοδεία 21 ημερών, παίζοντας με φουλ μπάντα κάθε βράδυ ένα διαφορετικό άλμπουμ τους αυτούσιο. Οι μουσικοί τρελάθηκαν. Οι πρόβες συνεχίζονταν μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλα και να λιώσουν τα μυαλά. Μάθαιναν το ένα άλμπουμ και νόμιζαν ότι έχουν ξεχάσει το προηγούμενο (σ.σ.: αν μπεις στα βαθιά της πολυπλοκότητας της μουσικής των Σπαρκς, θα καταλάβεις πόσο πιθανό είναι να συμβεί αυτό). Τελικά η περιοδεία έγινε και ήταν ένας θρίαμβος. 

Είναι και το άλλο. «Ένα ντοκιμαντέρ για εμάς θα ήταν βαρετό. Δεν υπάρχουν στην ιστορία μας διαζύγια και τσακωμοί, δεν υπάρχουν καταχρήσεις αλκοόλ και ναρκωτικών, δεν υπάρχει δράμα, δεν υπάρχουν τάσεις αυτοκτονίας, παραιτήσεις, διαλύσεις. Ακόμα κι όταν δεν είχαμε συμβόλαιο και το μπάτζετ είχε στερέψει, δεν είχαμε ανάγκη από πολλά λεφτά για να κάνουμε μουσική». Συνθέτω διάφορες σκόρπιες ατάκες τους τώρα, αλλά δεν θα είχαν πρόβλημα, γιατί αυτό είναι το point. Οι αδερφοί Μέιλ – Σπαρκς είναι το ακριβώς αντίθετο των αδερφών Γκάλαχερ – Οέσις. Είναι πάντα εκεί ο ένας για τον άλλο και δεν μπορούν ο ένας χωρίς τον άλλο. Το πάθος τους για τη μουσική υπερβαίνει τον όποιο εγωισμό τους και η πίστη τους στο αξίωμα ότι η ποπ είναι κάτι ζωντανό, που δεν (πρέπει να) υπακούει σε εμπορικές συνταγές ή μανιέρες, είναι πρωτοφανές. Ουδέποτε επέτρεψαν να μπει ανάμεσά τους μια Γιόκο Όνο να τους διαλύσει. Η προσωπική ζωή τους, ακόμα και στο δυόμισι ωρών ντοκιμαντέρ, μένει επτασφράγιστο μυστικό. Ποτέ δεν κοίταξαν πίσω – είτε ήταν επιτυχία αυτό που είχε προηγηθεί είτε αποτυχία. Διαρκής κίνηση. Επανεφεύρεση. Πειραματισμός. Θάρρος. Και ευγένεια. «Είναι τζέντλεμεν, γλυκείς άνθρωποι, ο ένας συμπαθεί και σέβεται τον άλλο», λέει ένας ή μία από τους συνεντευξιαζομένους στο ντοκιμαντέρ τους, έχω χάσει τον λογαριασμό. Και την ίδια στιγμή, είναι ευγνώμονες στον κόσμο που τους ακολουθεί, στους σταρ που υπηρετούν το όραμά τους. Ομολογούν ότι την πρώτη μέρα που βρέθηκαν στα γυρίσματα του Ανέτ, το οποίο κυοφορείται επί επτά χρόνια (σ.σ.: είχαν προηγηθεί απόπειρες να κάνουν κάτι στο σινεμά με τον Ζακ Τατί, τον Τιμ Μπέρτον κ.ά.), ένιωσαν δέος και τιμή και ευγνωμοσύνη. Αυτό δείχνει ότι οι Σπαρκς είναι καλοί και ταπεινοί άνθρωποι. Που τυγχάνουν μουσικές ιδιοφυΐες. Και αυτό είναι αρκετό. 

Κάποιοι (τολμούν να) ισχυρίζονται ότι οι Σπαρκς είναι από τα κορυφαία συγκροτήματα όλων των εποχών. Με όρους μακροβιότητας σίγουρα είναι. Με όρους δημιουργικότητας σαφέστατα, μπες στο μουσικό τους οικοσύστημα και θα καταλάβεις. Αν υπολογίσεις και το πόσους σημαντικούς, και πιο εμπορικούς από τους ίδιους, καλλιτέχνες επηρέασαν, σαφώς και είναι (σε παραπέμπω στη Wikipedia, αρκετές λέξεις έγραψα εγώ). Οι ίδιοι τι λένε; «Αν επιτυχία δεν σημαίνει να έχεις πουλήσει δύο τρισεκατομμύρια δίσκους, αλλά να μένεις συνεπής στο καλλιτεχνικό όραμά σου… Αυτό είναι το δικό μας μέτρο επιτυχίας». 

Υ.Γ. Τop 3 του συντάκτη

•Never Turn Your Back On Mother Earth (1974) – Ύμνος στη Μητέρα Γη.
•Rock, Rock, Rock (2006) – Φλερτάρουν και πάλι με την κλασική μουσική, αλλά υπόσχονται ότι με ένα πιστόλι στον κρόταφο θα ροκάρουν, θα ροκάρουν, θα ροκάρουν. 
•All That (2020) – Eυφορικό, ηχογραφημένο μέσω Ίντερνετ σε συνθήκες καραντίνας, τι άλλο να πούμε. 

Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά εξώφυλλα δίσκων τους: Kimono My House (1974), Propaganda (1974), Exotic Creatures of the Deep (2008), A Steady Drip, Drip, Drip (2020). To δεύτερο είχε εντυπωσιάσει τόσο τον σκηνοθέτη του Ανέτ, Λεός Καράξ, όταν ήταν έφηβος, που το… έκλεψε από ένα δισκάδικο.

echeis-akoysei-sparks6