ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Θωμά Ζάμπρα, είσαι ΜΕΣΑ από τα Τρίκαλα;

Συναντήσαμε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές του ελληνικού stand-up και συνειδητοποιήσαμε για άλλη μία φορά γιατί το χιούμορ είναι πολύ σοβαρή υπόθεση.

Θωμά Ζάμπρα, είσαι ΜΕΣΑ από τα Τρίκαλα;

Στο stand-up show Too Real του διάσημου κωμικού Μαρκ Μάρον υπάρχει ένα κομμάτι που μιλάει για τον θάνατο και πώς αυτή η σκέψη τον οδηγεί σε πιο προσεκτικές επιλογές των ταινιών που θα δει. «Όταν κάποιος μου προτείνει να δούμε μια ταινία, σκέφτομαι αν θα ήθελα να πεθάνω κατά τη διάρκεια αυτής της ταινίας και έτσι αποφασίζω αν θα τη δω ή όχι», λέει ο Μάρον και το κοινό ξεσπάει σε γέλια. Ο Μάρον αντιλαμβάνεται την κωμωδία ως τρόπο να πάρεις τη ζωή, έννοιες δύσκολες και πράγματα που πονάνε και να τα κάνεις λίγο πιο κατανοητά και αστεία – είναι ο τρόπος του να μοιράζεται την αλήθεια όπως τη βλέπει και να αντιλαμβάνεται και ποιος είναι ο ίδιος μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Τελειώνοντας τη φωτογράφιση με τον Θωμά Ζάμπρα, τον stand-up κωμικό που έχω ξεχωρίσει από την ελληνική σκηνή, τον ρωτάω την άποψή του για τον Μάρον. «Ο Μάρον κάνει παρατηρήσεις για την ανθρώπινη κατάσταση. Όλη η κωμωδία γεννιέται σε μεγάλο βαθμό από την παρατήρηση – είτε σχολιάζοντας μια κοινή εμπειρία, όπως “έχετε παρατηρήσει ότι στα αεροπλάνα συμβαίνει αυτό;” είτε πιο έμμεσα, όταν ειπωθεί κάτι σε μια παρέα κι εσύ το πιάνεις και το αποδομείς σε μεγάλο βαθμό. Μπορεί ένας κωμικός να περιγράφει κάτι και να πεις “α, το έχω ζήσει αυτό”, αλλά στην περίπτωση του Μάρον οι παρατηρήσεις του είναι τόσο εύστοχες και βαθιές, που σκέφτεσαι ότι το συναίσθημα ή την ψυχολογική κατάσταση που περιγράφει τα νιώθεις όλη σου τη ζωή, αλλά δεν τα είχες σκεφτεί ποτέ συνειδητά. O Μάρον σκάβει μέσα στην ψυχή σου και βγάζει πράγματα. Αυτό λατρεύω σε αυτόν και είναι ένας προσωπικός μου στόχος ως κωμικός».

Οπότε να υποθέσω ότι οι κεραίες σου είναι συνέχεια τεντωμένες. Νιώθεις ότι μπορεί να σου στερεί και πράγματα αυτό;
Υπάρχουν διαστήματα που μπορεί να είμαι πολύ κουρασμένος ή αγχωμένος και να έχει σκοτωθεί η δημιουργικότητά μου ή όπως στη διάρκεια της δεύτερης καραντίνας, που δεν υπήρχαν ερεθίσματα από πράγματα που θα ακούσεις και θα δεις έξω στον δρόμο και η έμπνευσή μου είχε πεθάνει. Αλλά η παρατήρηση είναι τρόπος ζωής κι εγώ ήμουν πάντα έτσι, έχω αρκετά γρήγορη σκέψη και όλα φιλτράρονται αμέσως χίλιες φορές, δεν αφήνω να περνάνε πράγματα. Το να έχεις συνέχεια ανοιχτό το mode του κωμικού, όμως, μπορεί να είναι και πρόβλημα, γιατί είναι δύσκολο να το κλείσεις και να συνδεθείς και να ζήσεις τη στιγμή μερικές φορές. Δεν είσαι παρών – είσαι κομμάτι μιας ιστορίας, αλλά είσαι παρατηρητής.

Για τον Μάρον το γέλιο δεν είναι ο υπέρτατος στόχος για έναν stand-up κωμικό, τουλάχιστον όχι με τον απόλυτο τρόπο που ισχυρίζεται ο Σάινφελντ ότι πρέπει να είναι. Εσύ τι πιστεύεις;
Ναι, ο Σάινφελντ είναι πιο τεχνοκράτης και είναι της παλιάς σχολής, δεν με τρελαίνει κιόλας εμένα. Συμφωνώ με τον Σάινφελντ στο πρακτικό κομμάτι, ότι το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να στοχεύει η κωμωδία είναι να γελάσεις, αλλά συμφωνώ με τον Μάρον ότι, αν καταφέρεις να κάνεις κάποιον να γελάσει με τέτοιου είδους ψυχολογική και ανθρωπολογική ανάλυση, όπως κάνει ο ίδιος, τότε θα έχεις έναν σκληροπυρηνικό φαν σου. Είναι διαφορετικό το «με έκανες και γέλασα» με 
το «πω, συνδέθηκα με αυτόν τον άνθρωπο».

Πρόσφατα σχολίασες σε ένα post σου για το Inside, το stand-up special show που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Μπο Μπάρναμ κατά τη διάρκεια της καραντίνας μέσα στο σπίτι του, ότι δεν θα βρούμε κάτι καλύτερο για τη σχέση ενθουσιασμού και φόβου, πληρότητας και μοναξιάς, αγάπης και μίσους που έχει ο καλλιτέχνης με το live performance και το κοινό του, από τον Μπάρναμ να τραγουδάει το All Eyes On Me.

Από τη μία έχεις απίστευτο ενθουσιασμό να βγεις στη σκηνή, να δεις τον κόσμο και να σε δουν, αλλά υπάρχει και τεράστιο άγχος και φόβος, θέλεις να σε αγαπήσουν και να περάσουν καλά, γιατί έχουν πληρώσει. Είναι χαρά και μεγάλη ευθύνη, έχει ανάμεικτα συναισθήματα, και αυτό το κομμάτι ξεκινάει με το «get your fucking hands up, all eyes on me», που είναι του ενθουσιασμού, και μετά είναι η εξομολόγηση για τις κρίσεις πανικού πάνω στη σκηνή και ξεσπάει σε κλάματα. Οι απαιτήσεις και τα κοινά που έχει ο Μπάρναμ είναι προφανώς μεγαλύτερα από τα δικά μου, αλλά, όσο μπορώ να το νιώσω στην καριέρα που έχω μέχρι τώρα, μπορώ να πω ότι με ακούμπησε.

Θωμά Ζάμπρα, είσαι ΜΕΣΑ από τα Τρίκαλα;-1
Το φετινό καλοκαίρι, ο Θωμάς Ζάμπρας συνδύασε διακοπές με την περιοδεία της παράστασης Σάμερ Χιτς και γυρίσματα για μια σειρά με τον Διονύση Ατζαράκη. (Φωτογραφίες: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

ΈΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ STAND-UP

Υπάρχει καλό και κακό κοινό; Και ποια είναι η σχέση του ελληνικού κοινού με το stand-up;
Ένας κωμικός συνήθως κρίνει το καλό ή κακό κοινό ανάλογα με το πόσο εύκολο είναι να τους κάνεις να γελάσουν, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί ένα κοινό να γελάσει ελάχιστα, να αισθάνεσαι ότι πήγε χάλια και μετά ο κόσμος να σου λέει ότι πέρασε τέλεια. Θα ακουστεί περίεργο, αλλά δεν είναι ακριβώς στην κουλτούρα μας το stand-up comedy, ίσως δεν νιώθουν όλοι άνετα και δεν έχουν καταλάβει ακριβώς τη συνθήκη, ότι εγώ προσπαθώ να τους κάνω να γελάσουν δέκα φορές το λεπτό, ή δεν έχουν πιάσει την περσόνα, οπότε δυσκολεύονται να ανοιχτούν και να γελάσουν. Όταν ξεκίνησα εγώ, πριν από οκτώ χρόνια, το ελληνικό κοινό δεν είχε ιδέα τι είναι stand-up, είχε δει κάποια από τη δεκαετία του ’90 και ίσως περίμενε κάτι άλλο. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, όμως, η κατάσταση έχει αλλάξει απείρως και πλέον τους αρέσει ως είδος γενικά και το αποζητούν – έχεις φανς του stand-up συνολικά, όχι μεμονωμένα του Ατζαράκη ή του Ζάμπρα.

Πώς ξεκίνησες να χρησιμοποιείς το χιούμορ; Ξέρω ότι έχεις χρησιμοποιήσει αστεία του πατέρα σου, είχες ερεθίσματα από την οικογένειά σου;
Έχουν και οι δύο γονείς μου χιούμορ. Ειδικά ο πατέρας μου ήταν μεγάλη επιρροή στο να θέλω να κάνω αστεία, έχει έντονη προσωπικότητα και σε παρέες πάντα γινόταν το κέντρο της προσοχής, οπότε το έβλεπα από μικρός και υποσυνείδητα το επιθυμούσα, να κερδίζω σεβασμό και συμπάθεια σε ένα δωμάτιο όντας αστείος. Ξεκίνησε επειδή μου άρεσε ως κοινωνική διαδικασία, χωρίς να έχω σκοπό να το καλλιεργήσω και να γίνει επαγγελματικό κάποια στιγμή.

Μεγάλωσες στα Τρίκαλα και το μέρος αυτό έχει υπάρξει πηγή έμπνευσής σου και στην παράστασή σου Είχα και στο χωριό μου. Η απόφασή σου να έρθεις στην Αθήνα είχε να κάνει με το stand-up;
Ήρθα στην Αθήνα για σπουδές, το 2008, και τότε δεν νομίζω πως υπήρχε stand-up σκηνή. Αποφάσισα από νωρίς ότι δεν μου άρεσε η σχολή που είχα περάσει και ήθελα κάτι καλλιτεχνικό, όχι τις δουλειές γραφείου που έκανα μέχρι τότε. Είχα κάνει σεμινάρια ραδιοφωνικής παραγωγής, δημιουργικής γραφής, σκηνοθεσίας και η κωμωδία ήρθε αργότερα εντελώς τυχαία μέσω ενός φίλου που ήρθε στην Αθήνα για να πάει σε ένα Open mic, που είναι βραδιές δοκιμής νέου υλικού από ερασιτέχνες κωμικούς. Έτυχε να πάω να δω αυτόν να δοκιμάζεται και μου μπήκε το μικρόβιο. Σε λιγότερο από έναν μήνα ανέβηκα για πρώτη φορά στη σκηνή εκεί.

Θυμάσαι τι είπες και τις αντιδράσεις του κόσμου;
Έχεις πέντε λεπτά χρόνο και εγώ τα πρώτα δυόμισι μίλησα για χωρισμούς, γιατί είχα χωρίσει πρόσφατα από μια μεγάλη σχέση, και το άλλο μισό ήταν ένα κείμενο που αργότερα χρησιμοποίησα στην παράσταση Είχα και στο χωριό μου για τις ερωτήσεις που μου κάνουν οι Αθηναίοι όταν ακούν ότι είμαι από επαρχία, τύπου «είσαι μέσα από τα Τρίκαλα;». Είχα τόσο πολύ άγχος, που δεν το είπα σε κανέναν και είχα απίστευτα μικρές προσδοκίες, απλώς να μην είμαι ο χειρότερος της βραδιάς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι πήρα ένα καλό γέλιο από το πρώτο αστείο. Προφανώς δεν πήγε όλο έτσι, αλλά ότι ανέβηκα και το πρώτο αστείο πέρασε ήταν τόσο αναπάντεχο και εντυπωσιακό, που μου έδωσε αυτοπεποίθηση για τη συνέχεια, και στα μισά του πεντάλεπτου είχα αποφασίσει ότι θα το ξανακάνω. Ακόμα και τότε όμως δεν ήταν κάποια συνειδητή επαγγελματική απόφαση, δεν υπήρχε και κόσμος που έβγαζε λεφτά από αυτό, εγώ ήθελα απλώς να δω αν ισχύει η εικόνα που είχα για μένα ότι είμαι αστείος.

Πώς αισθάνεσαι που εκθέτεις σε σκετς κομμάτια του εαυτού σου που είναι αυτοβιογραφικά, όπως αυτό για τον χωρισμό;
Είμαι πολύ κατά των δογματικών πραγμάτων στην κωμωδία, αλλά σου λένε ένα πράγμα που είναι σωστό. Να μιλάς για πράγματα που ξέρεις και να μην προσπαθείς να φτιάξεις ένα κείμενο για κάτι πολύ έξω από σένα για να φανεί εντυπωσιακό. Έχεις μεγαλύτερη επαφή με πράγματα που ξέρεις και σε επηρεάζουν, μπορείς να τα αναλύσεις περισσότερο, σε ενδιαφέρουν, και αυτό βγαίνει στη στάση του σώματός σου και στο ηχόχρωμά σου.
Αν γράφεις ένα κείμενο με το ζόρι και δεν σε αγγίζει, δεν έχεις την ίδια ενέργεια.

Ξορκίζεις έτσι και κάτι δυσάρεστο; 
Σίγουρα. Γενικά απεχθάνομαι την έκφραση ότι το χιούμορ είναι άμυνα. Εμένα είναι ολόκληρη η ζωή μου το χιούμορ και νιώθω ότι αυτή η προσέγγιση το μειώνει, το κάνει de facto κάτι αρνητικό και με ενοχλεί να βλέπει κανείς το χιούμορ έτσι. 

Είναι η ατάκα που ακούγαμε τόσα χρόνια να λένε στον Τσάντλερ, στα Φιλαράκια.
Ναι, ακριβώς. Για μένα το χιούμορ είναι σίγουρα και μορφή επεξεργασίας πολύ δύσκολων πραγμάτων και έχει και βάσεις στην ψυχολογία αυτό – βλέπεις ανθρώπους που τους πιάνει επιθυμία να γελάσουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, όπως σε έναν θάνατο. 
Το χιούμορ είναι λύτρωση, δεν είναι άμυνα.

Αν σου πει κάποιος ένα αστείο και δεν σου φανεί επιτυχημένο, γελάς από ευγένεια;
Όχι, εδώ δυσκολεύομαι να γελάσω με κάτι που είναι όντως αστείο, γιατί με τους κωμικούς είναι όπως με τους γιατρούς που βλέπουν συνέχεια αίμα και δεν τους σοκάρει από κάποια στιγμή και μετά. Το έχει πει ο Κόναν Ο’Μπράιεν, συμβαίνει συχνά να βλέπω ένα αστείο από κάποιον και να λέω «αυτό είναι το καλύτερο αστείο που έχω ακούσει ποτέ» και να είμαι ανέκφραστος. Είναι τεράστια ευχαρίστηση όταν ξαφνικά γελάω απρόοπτα με ένα αστείο, με κάνει να χαίρομαι δέκα φορές περισσότερο. Και με τα δικά μου δεν γελάω, γιατί υπάρχει δουλειά και διαδικασία για να φτάσω εκεί και έχω δει τον δρόμο, δεν θα σκεφτώ ένα αστείο ξαφνικά.

ΑΜΕΡΙΚΑ, ΑΜΕΡΙΚΑ

Ποιοι είναι οι στόχοι σου ως κωμικού;
Παρακολουθώ πολλή αμερικανική κωμωδία, είναι κάτι που ξέρω πολύ καλά και σε επίπεδο του τι βγαίνει, αλλά και πώς βγαίνει. Επειδή τα τελευταία χρόνια δουλεύω αρκετά σαν comedy writer για σκετς και διαφημίσεις και μετράει πολύ η εμπειρία σε αυτό, θεωρώ ότι θα υπήρχαν δωμάτια που θα μπορούσα να σταθώ σαν comedy writer αξιοπρεπώς στην Αμερική, θα ήταν ευτυχία να το έκανα κάποια στιγμή. Έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση για τον εαυτό μου και για τον συνεργάτη μου και για πολλούς κωμικούς στην Ελλάδα, και ξέρω ότι θα καταφέρναμε να σηκώσουμε αυτό το βάρος και να κάνουμε κάτι σε πολύ αξιοπρεπές επίπεδο και εδώ. Αλλά, για παράδειγμα, το Saturday Night Live είναι τόσο δύσκολο και τόσο έξω από εμάς, κυρίως το live κομμάτι στα σκετς, που δεν μπορούμε να το κάνουμε στην Ελλάδα αν δεν έρθει κάποιος που έχει την τεχνογνωσία τού πώς σκηνοθετείς και πώς γράφεις σκετσάκια για live. 

Ποια είναι τα πιο άμεσα επαγγελματικά πλάνα σου και οι δουλειές που έχεις προγραμματίσει;
Έχω περιοδεία με την παράστασή μου Σάμερ Χιτς – επόμενη στάση είναι στις 9/9 στο Ανοιχτό Θέατρο Συκεών. Παράλληλα τελειώνουμε τα γυρίσματα μιας σειράς που κάνουμε με τον Διονύση Ατζαράκη αυτό το καλοκαίρι. Δεν μπορώ να αποκαλύψω πολλά, μόνο ότι θα είναι μια μίνι σειρά πέντε επεισοδίων. Μετά βλέπουμε πώς θα είναι τα πράγματα από χειμώνα.

Αγαπάς πολύ και το φαγητό και να μαγειρεύεις. Είναι κι αυτό κομμάτι που θέλεις να κάνεις τον άλλον να νιώσει καλά, όπως με το χιούμορ σου;
Ούτε καν, μου αρέσει να μαγειρεύω για μένα, είναι άγχος το να μαγειρεύεις για κόσμο. Μαγειρεύω αρκετά καλά, αλλά έχω δικές μου παραξενιές στο πώς θέλω να γίνονται τα πράγματα, που δεν είναι γενικότερα αποδεκτές. Μου αρέσει να έχω τα μανιτάρια και τα χόρτα στο τηγάνι μέχρι να ξεραθούν, να είναι οριακά καμένα. Το σπανάκι το περνάω πρώτα μια φορά από τηγάνι, το βγάζω και το περνάω δεύτερη φορά, ώστε να χάσει τα υγρά του σχεδόν τελείως. 

Ομολογουμένως, αυτό δεν το έχω ξανακούσει.
Αλλά δεν έχω ξανακούσει και κωμικό να κάνει παράσταση βασισμένη στα λιγότερο επιτυχημένα αστεία του, όπως έκανε ο Θωμάς Ζάμπρας με το Εγώ γέλασα. Πάντως, κι εγώ γέλασα.  

Θωμά Ζάμπρα, είσαι ΜΕΣΑ από τα Τρίκαλα;-2
©Getty Images/Ideal Image
  • ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ STAND-UP COMEDIANS O Τζέρι Σάινφελντ, συνδημιουργός της θρυλικής ομώνυμης σειράς, έχει χαρακτηριστεί ως ο 12ος καλύτερος stand-up comedian όλων των εποχών. • Ο Μπο Μπάρναμ πρωτοεμφανίστηκε στο YouTube το 2016. Μέχρι σήμερα τα βίντεό του έχουν 460 εκατ. views. • Ο Μαρκ Μάρον ξεκίνησε την καριέρα του στο stand-up comedy το 1987. Έχει στο ενεργητικό του χιλιάδες ώρες στη σκηνή, ταινίες, podcasts, σειρές.