ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Beetroot: μια νέα αρχή

Τα καινούργια γραφεία της εταιρείας σε ένα ιστορικό κτίριο, η φιλοδοξία της δημιουργίας ενός σύγχρονου κόμβου πολιτισμού και το ντιζάιν, που αποτελεί το «τελευταίο οχυρό» της Θεσσαλονίκης.

beetroot-mia-nea-archi-561494134

Από τα τρία, σχεδόν ενωμένα, αστικά διαμερίσματα στην Καλαμαριά, όπου οι Beetroot εργάζονταν από την ίδρυσή τους το 2000, μετακόμισαν τον Ιούλιο στο εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια χάνι του Ισμαήλ Πασά στη συμβολή των οδών Συγγρού, Πάικου και Βαλαωρίτου. Πρόκειται για ένα διώροφο, ψηλοτάβανο κτίριο του 1905, εκλεκτικιστικής τάσης, που είναι χαρακτηρισμένο από το Υπουργείο Πολιτισμού ως μνημείο. Σήμερα, διατηρεί ακόμη το κομψό νεοκλασικό αέτωμα στην κύρια είσοδό του, τη σφυρήλατη μαύρη πόρτα, τους δύο φεγγίτες του, όλες τις μπαρόκ λεπτομέρειες, όπως τα θωράκια στα υπέρθυρα, αλλά και το σήμα κατατεθέν του, μια μαρμάρινη επιγραφή γραμμένη με καλλιγραφικό, οθωμανικό αλφάβητο που αναφέρει «Ismail Pasha Khani 1323» – η ημερομηνία είναι στο ισλαμικό ημερολόγιο.

beetroot-mia-nea-archi0
Το κεφάλι του Μινώταυρου από τη συλλογή The Greek Monsters, το οποίο κανονικά κρέμεται από ένα σχοινί, λειτουργεί ως «υποδοχή» στο κτίριο.  

Μέχρι την καταστροφική φωτιά της Θεσσαλονίκης του 1917, σε όλη την περιοχή του Καραβάν Σεράι, από τα Λαδάδικα μέχρι το Αλκατράζ, λειτουργούσαν σεράγια που στέγαζαν τους ταξιδιώτες και τα ζώα τους. Αυτήν ακριβώς την ατόφια αίσθηση της φιλοξενίας αισθάνθηκα όταν, ένα ήσυχο πρωινό Κυριακής, πέρασα το κατώφλι των καινούργιων τους γραφείων και με υποδέχθηκε το εντυπωσιακό μαύρο-πορτοκαλί κεφάλι του Μινώταυρου, ένα από τα εκθέματα της συλλογής Τhe Greek Monsters, που είχε πρωτοπαρουσιαστεί τον Απρίλιο του 2012 στο Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς. Ένιωσα ότι βρίσκομαι σε ένα σύγχρονο χάνι, το οποίο έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να «χωρέσει» την πολυετή δημιουργική ανησυχία των Beetroot, δηλαδή τις ιδέες τους, τα γλυπτά τους, τις αφίσες τους, τα περισσότερα από 300 βραβεία τους, όλα τους τα έργα και φυσικά το όραμά τους: να φτιάξουν έναν σύγχρονο κόμβο πολιτισμού ο οποίος θα «συνομιλεί» καθημερινά με τους πολίτες και τους επισκέπτες της πόλης.

Στους χώρους των χιλίων τετραγωνικών, οι οποίοι αναπτύσσονται σχεδόν ισομερώς σε τρία διαφορετικά επίπεδα –υπόγειο, ισόγειο και πρώτο– εκτός από τα γραφεία τους και τα απαραίτητα στούντιο (φωτογραφίας και ήχου), που τους προσδίδουν αυτονομία στη διαχείριση των πρότζεκτ, έχουν προβλεφθεί ένα σωρό χρήσεις για να εξελιχθεί το παλιό χάνι σε Ντίσνεϊλαντ της φαντασίας. Κατ’ αρχάς, στο υπόγειο, εκεί όπου είναι ορατά τα πρωταρχικά θεμέλια του κτιρίου –ένας τοίχος ανάμεικτος με πέτρα και τούβλα–, θα λειτουργεί γκαλερί, στην οποία αφενός θα εκθέτουν έργα δικά τους ή συνεργατών-καλλιτεχνών, αφετέρου θα πειραματίζονται με λογής λογής υλικά και ενδεχομένως να υλοποιούν εκπαιδευτικά προγράμματα. Στη γωνία Βαλαωρίτου και Συγγρού θα είναι το ντιζάιν κατάστημα, ένα καφέ-πωλητήριο που θα περιλαμβάνει αντικείμενα των Beetroot και προϊόντα από τις συνεργασίες τους, όπως οι τσάντες Salty Bag από την Κέρκυρα, ενώ επί της οδού Πάικου, αριστερά της εισόδου, θα ανοίξει το πρώτο μαγαζί Yiayia, των προϊόντων διατροφής που φέρει την υπογραφή τους.

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΤΙΖΑΪΝ

Βέβαια, το να αλλάξεις ριζικά τη χρήση ενός μνημείου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εκ νόμου, οι προδιαγραφές είναι τόσο αυστηρές που περιορίζουν τη δυνατότητα για μεγάλες παρεμβάσεις. Το αρχιτεκτονικό γραφείο SPARCH και η Μόρφω Παπανικολάου που ανέλαβαν την αναπαλαίωση προσπάθησαν να πετύχουν την ισορροπία μέσα από τον αρμονικό συνδυασμό του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Πράγματι, έχουν διατηρηθεί το αρχικό μάρμαρο, τα πλακάκια και η αρχοντική κεντρική σκάλα με τα φαρδιά πλατύσκαλα, που ενώνει τα διαφορετικά επίπεδα και κατά μία έννοια ενοποιεί συμβολικά την ταυτότητα των Beetroot σε όλους τους χώρους. Ό,τι δεν γινόταν να συντηρηθεί αντικαταστάθηκε με ρεπλίκες, ενώ η προσθήκη κάποιων σύγχρονων υλικών, όπως τα αναβαθμισμένα κουφώματα στο αίθριο, έδωσαν με λιτότητα μια ταιριαστή βιομηχανική αίσθηση που «κουμπώνει» με τη δουλειά των προηγούμενων αρχιτεκτόνων, όπως του L. Gennari, του πρώτου αρχιτέκτονα. 

beetroot-mia-nea-archi2
Κάτι περισσότερο από ένας χώρος εργασίας: στο κτίριο υπάρχουν ξεχωριστά στούντιο φωτογραφίας και ήχου.

Όλο το υπόλοιπο κτίριο είναι λευκό, μοιάζει με έναν πελώριο τρισδιάστατο καμβά που αναδεικνύει το περιεχόμενο της δουλειάς τους, η οποία, όπως μου επισημαίνουν, τους ενδιαφέρει να παραμείνει εφήμερη. «Δεν θέλαμε η βαριά κληρονομιά του κτιρίου να υπερκαλύπτει τα έργα μας ούτε εμείς να καταπιούμε την ιστορικότητά του», αναλύει ο Βαγγέλης Λιάκος, ένας από τους τρεις συνιδρυτές-ιδιοκτήτες, και συνεχίζει λέγοντας πως «η εσωτερική διακόσμηση είναι δική μας, σε συνεργασία με τη Μόρφω, γι’ αυτό σε κάθε γωνιά έχουμε πόστερ, έπιπλα και ντιζάιν αντικείμενα. Εκθέτουμε τους εαυτούς μας». Πάντως, το μοναδικό σημείο που παρέμεινε σχεδόν άδειο είναι το αίθριο – με εξαίρεση ένα πιάνο, καθώς η ομάδα διαθέτει πολλούς μουσικούς, και μερικά καλλωπιστικά φυτά. «Λατρεύουμε το φως που έρχεται από τη γυάλινη οροφή του αιθρίου, δίνει ζωή στα δωμάτια των γραφείων και γι’ αυτό προτιμήσαμε να αφήσουμε άδειο τον χώρο για να μην εμποδίζουμε τη ροή του. Θα λειτουργεί και σαν συνέχεια της εκάστοτε έκθεσης που θα βρίσκεται στο υπόγειο», προσθέτει ο Βαγγέλης. 

Η απόφαση για τη μετακόμιση σχετίζεται με την ανάγκη της εταιρείας για εξωστρέφεια, να μπορέσει να ανοίξει την αγκαλιά της προς τον κόσμο για να ενσωματώσει νέες ιδέες και τάσεις. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι δεξιά της κεντρικής εισόδου έχουν προβλεφθεί χώροι διοργάνωσης σεμιναρίων και φιλοξενίας φοιτητικών ομάδων, οι οποίες όσο δουλεύουν θα συμβουλεύονται τους Beetroot. Μάλιστα, η σύνδεση με τον τόπο δεν σταματάει εκεί. Ακριβώς απέναντι, στην οδό Πάικου, είναι προγραμματισμένο να ανοίξει εστιατόριο, το οποίο θα εξυπηρετεί τις ανάγκες τις δικές τους, των συνεργατών και των πελατών τους, και στο άμεσο μέλλον υπάρχει στο σχέδιο και η ανάπτυξη καταλυμάτων. 

beetroot-mia-nea-archi4
Στιγμές από την καθημερινότητα στο κτίριο: στο φωτεινό αίθριο, με το οποίο επικοινωνούν σχεδόν όλα τα δωμάτια, και σε έναν από τους κοινόχρηστους χώρους εν ώρα σύσκεψης.

Τους ρωτάω αν αξίζει το ρίσκο μια τέτοια επένδυση με ίδια κεφάλαια, καθώς το όραμά τους φαίνεται να ξεπερνά τους σημερινούς στενούς ορίζοντες της πόλης. «Στα επόμενα δέκα χρόνια στοχεύουμε να έχουμε θεμελιώσει ένα οικοσύστημα ανθρώπων και χώρων που θα παράγουν αισθητική και πολιτισμό, θα εκπαιδεύουν, θα υποστηρίζουν νέες προσπάθειες και θα προσελκύουν επισκέπτες από όλο τον κόσμο. Έτσι ακριβώς την έχουμε ονειρευτεί τη “γειτονιά του ντιζάιν” στη Θεσσαλονίκη, έναν αυτόνομο προορισμό», περιγράφει ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, ο έτερος συνιδρυτής-ιδιοκτήτης, με μια αυθόρμητη βεβαιότητα για το τολμηρό τους βήμα, σφυρηλατημένη από τους ανθεκτικούς δεσμούς της παιδικής φιλίας.

ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ

Ο Βαγγέλης, ο Γιάννης και ο Αλέξης Νίκου, συμμαθητές από το λύκειο, μοιράζονται ένα σεντούκι γεμάτο με κοινές εμπειρίες. Μαζί έπαιζαν μπάσκετ, ξενυχτούσαν, χόρευαν, φλέρταραν, ονειρεύονταν να ξεκινήσουν τη δική τους εταιρεία. Και παρότι μεσολάβησε ένα διάλειμμα την περίοδο των σπουδών όπου σκορπίστηκαν, άλλος στην Αθήνα και άλλος στο Λονδίνο, μόλις συναντήθηκαν ξανά το 2000, ευθυγραμμίστηκαν αμέσως. Βούτηξαν με τα μούτρα στη δουλειά, κυνήγησαν το παιδικό τους όνειρο, έβαλαν στόχους που τους κρατούν διαρκώς σε κίνηση. «Εκτός του ότι ο καθένας μας έχει βρει τον διακριτό του ρόλο στην καθημερινότητα, αυτό που μας κρατάει ενωμένους είναι η βαθιά κατανόηση. Αυτή προέρχεται από την παιδική μας φιλία, από τη σιγουριά ότι μπορούμε να  συζητήσουμε τα στραβά και τα καλά μας χωρίς καμία ενοχή. Η αδελφική αγάπη μάς επιτρέπει να διαφωνούμε και να συγκρουόμαστε, χωρίς να νιώθουμε ότι δεν θέλουμε να συνυπάρχουμε. Είμαστε μια οικογένεια», ομολογεί ο Αλέξης, εντοπίζοντας το μυστικό της μακρόχρονης συνεργασίας τους.

Σήμερα, η οικογένεια έχει μεγαλώσει αρκετά. Εκτός από τα 20 άτομα στη Θεσσαλονίκη και τα δύο στην Αθήνα, έχουν προστεθεί στους ιδιοκτήτες οι Ηλίας Παντικάκης και Κώστας Πουλόπουλος. Νέα και παλιά μέλη, όλοι ασπάζονται και υπηρετούν την ίδια φιλοσοφία για το εργασιακό ευ ζην. Κατ’ αρχάς, εδώ και κάποια χρόνια έχουν καταργήσει το delivery και έχουν προσλάβει μια μαγείρισσα να τους ετοιμάζει καθημερινά μεσημεριανό – κατά τη διάρκεια της ξενάγησης η «χρυσοχέρα» Σταυρούλα έστειλε στην κοινή ομάδα στο Facebook το εβδομαδιαίο μενού! Και τι γεύματα, με φρέσκα λαχανικά από τον δικό τους μπαχτσέ που νοικιάζουν από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. «Εμείς τον καλλιεργούμε, εναλλάξ με βάρδιες», έσπευσε ο Βαγγέλης να προλάβει το πείραγμά μου. 

beetroot-mia-nea-archi6
Από αριστερά: Αλέξης Νίκου, Κώστας Πουλόπουλος, Ηλίας Παντικάκης, Γιάννης Χαραλαμπόπουλος και Βαγγέλης Λιάκος.

Δεν μου φάνηκε καθόλου αφύσικο να περιποιούνται από κοινού την πρώτη ύλη των γευμάτων τους, γνωρίζοντας ότι προ κορωνοϊού συνήθιζαν τα καλοκαίρια να νοικιάζουν ένα εξοχικό σπίτι στη Χαλκιδική και να εργάζονται από κει. Καθισμένοι οι περισσότεροι στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο της κουζίνας –τι ωραία εικόνα να βλέπεις τους υπαλλήλους μιας εταιρείας να τρώνε όλοι μαζί, πόσο δένεσαι γύρω από το κοινό τραπέζι– μου αφηγούνταν θερινές ιστορίες ενδυνάμωσης της ομάδας και ψυχαγωγίας. «Ψαρεύαμε, κολυμπούσαμε, τρώγαμε μαζί τα μεσημέρια και συνεχίζαμε τη δουλειά. Αυξήσαμε την παραγωγικότητά μας και απελευθερώσαμε τη φαντασία μας, ποιος δεν εμπνέεται όταν δουλεύει δίπλα στη θάλασσα;» αναρωτιέται ο Γιάννης τη στιγμή που ο Κώστας Πουλόπουλος φέρνει όλος χαμόγελο ένα ελαιόλαδο Yiayia με σκόρδο.

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Η ιδέα ξεκίνησε το 2018 από τον Κώστα, ο οποίος, επειδή είχε πρόσβαση σε Κρητικούς παραγωγούς, πρότεινε να στήσουν ένα πρότζεκτ με ελαιόλαδο. Σήμερα, με τη μεγαλύτερη ποσότητά τους να εξάγεται στην Αμερική, εμπλουτίζουν τη συλλογή με νέους κωδικούς, όπως παλαιωμένα ξίδια και χειροποίητα μπισκοτάκια. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο λόγος που ασχολήθηκαν με το εμπόριο τροφίμων, να σχεδιάσουν προϊόντα μακριά από τις εμπορικές νόρμες. «Αποφασίσαμε να μην ακολουθήσουμε καμία προδιαγραφή μάρκετινγκ, π.χ. καθαρές γραμμές και μεγάλο λογότυπο, και να κάνουμε κάτι που απλώς μας αρέσει», διευκρινίζει ο Γιάννης.

beetroot-mia-nea-archi8
Η σωζόμενη μαρμάρινη επιγραφή που μας πληροφορεί ότι αυτό είναι το Χάνι του Ισμαήλ Πασά από το 1323.  

Πόσο δύσκολο είναι όμως να σχεδιάζεις σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να καταναλώνουν την πληροφορία μέσω μιας οθόνης; Πόσο επηρεάζει τους χαρακτήρες που φαντάζονται η ψηφιοποίηση; «Αυτό που κάθε φορά προσπαθούμε να πετύχουμε με έναν χαρακτήρα ενός προϊόντος, μιας εταιρείας, μιας υπηρεσίας είναι η σύνδεση. Όλα σχετίζονται με την ανεμπόδιστη επικοινωνία των όσων σχεδιάζουμε και του τελικού αποδέκτη. Όσο πιο εύκολη η επαφή, τόσο πιο πετυχημένος ο χαρακτήρας», σημειώνει ο Βαγγέλης, ο οποίος πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, από τις διαπροσωπικές σχέσεις μέχρι την αλληλεπίδρασή μας με εξωτερικά ερεθίσματα, η σωστή επικοινωνία είναι αυτή που καθορίζει τη σχέση. «Φυσικά και έχει επηρεαστεί ο τρόπος που σχεδιάζουμε. Στον ψηφιοποιημένο κόσμο όλα θα πρέπει να τα σκεφτόμαστε εν κινήσει (animated). Από τη μία η κίνηση βοηθάει πολύ διότι προσδίδει ζωντάνια και αληθοφάνεια, από την άλλη γεννάει δυσκολίες όταν έχεις να παρουσιάσεις κάτι στατικό», ολοκληρώνει.

ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Στην πολύωρη συνάντησή μας, από τον τρόπο που συνεννοούνταν φάνηκε ότι είναι μια ομάδα που έχει μάθει να συζητάει συστηματικά και να αναλύει τα λάθη της για να εξελιχθεί. Το λάθος στους Beetroot φαίνεται καλοδεχούμενο, αναπόσπαστο κομμάτι του γενετικού τους υλικού. Το ίδιο και η Θεσσαλονίκη. Την κλασική ερώτηση ωστόσο ήταν αδύνατον να την αποφύγω. Τι σας κρατάει στην πόλη, αφού το 90% της πελατείας σας είναι στο εξωτερικό και στην Αθήνα; «Μένουμε στη Θεσσαλονίκη λόγω των παιδιών μας. Πράγματι είναι μια δύσκολη πόλη, παραμένει αρκετά κλειστή και συντηρητική, κουβαλάει μια βαθιά ενοχή. Το ντιζάιν ίσως είναι το τελευταίο της οχυρό, καθώς σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, από τον αθλητισμό μέχρι την πολιτιστική δραστηριότητα, επισκιάζεται από την πρωτεύουσα», απαντάει ο Αλέξης, για να συμπληρώσει ο Βαγγέλης πως «υπάρχει ιστορική εξήγηση γι’ αυτό που συμβαίνει. Η Θεσσαλονίκη είναι πολύ νέα στην ευρωπαϊκή και ελληνική κουλτούρα. Ως πόλη, ως οντότητα, απελευθερώθηκε πολύ αργότερα από την Αθήνα, ενώ η σύγχρονη ιστορία της είναι γεμάτη από καταστροφές, προσφυγικά κύματα και πολέμους».

beetroot-mia-nea-archi10
Η ομάδα των Beetroot λούζεται από το φυσικό φως στο εντυπωσιακό αίθριο του κτιρίου. Δεξιά διακρίνεται ένα πιάνο, καθώς στην εταιρεία υπάρχουν πολλοί μουσικοί!

Σύμφωνα με τους ίδιους, τα βασικά «τέρατα» της πόλης που τραβούν χειρόφρενο στην εξέλιξή της είναι η μαρτυρική συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο υπουργείο και το εξασθενημένο οικονομικό επίπεδο της πόλης. «Λείπουν τα ιδιωτικά κεφάλαια και οι μεγάλοι ευεργέτες, όπως ο Νιάρχος και ο Ωνάσης, που θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά», υπογραμμίζει ο Γιάννης, με το λογότυπο του εορτασμού των 200 χρόνων από την Επανάσταση, το οποίο σχεδίασαν αφιλοκερδώς, να εμφανίζεται στον υπολογιστή του. Η τελευταία στροφή της συζήτησής μας νομοτελειακά οδηγήθηκε στο νέο πρόσωπο που προσπαθεί να προβάλει η Ελλάδα, της χώρας που, όπως μου είχε πει παλιότερα ο Βαγγέλης, η ηλικία της κρατικής της υπόστασης (200 χρόνια) είναι σχεδόν 12 φορές μικρότερη από την ιστορία της (2.500 χρόνια). Παρόλο που η ασυμβατότητα ανάμεσα στην ιστορική πορεία στον χρόνο και την πολιτειακή οργάνωση είναι μια μόνιμη πηγή προκλήσεων, οι Beetroot παραμένουν αισιόδοξοι. Και αυτή η αισιοδοξία, που είναι το χρυσό νήμα της δημιουργικής τους νεότητας, καθρεφτίζεται και στον επίλογο που έγραψαν μαζί:

«Την τελευταία δεκαετία δώσαμε έναν πολύ μεγάλο αγώνα για να κρατήσουμε τη χώρα όρθια, να μην αποδιοργανωθούμε εντελώς. Δουλέψαμε όλοι περισσότερο, γίναμε εκ των συνθηκών πιο δημιουργικοί, αρχίσαμε να λειτουργούμε περισσότερο ομαδικά, ως μέλη μιας κοινωνίας, και λιγότερο ατομικά. Χτίσαμε νέα δίκτυα επικοινωνίας και συνδεθήκαμε πιο πολύ με το εξωτερικό μέσω των νέων που έφευγαν ψάχνοντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, οι οποίοι μετέφεραν μαζί τους και μια υπεραξία. Και όλο αυτό το αλισβερίσι, το μπόλιασμα ιδεών, πρωτοβουλιών και επιχειρηματικών προσπαθειών έχει συμβάλει στην ουσιαστική εξέλιξη της Ελλάδας: από μια μικρή, φοβική χώρα, γεμάτη κλισέ φολκλόρ, μετατρέπεται σε έναν σύγχρονο κόμβο τεχνών, επιστημών και επιχειρηματικότητας, ο οποίος στον πυρήνα του έχει το ευ ζην λόγω κλίματος και μοναδικής μορφολογίας».

Οι Beetroot στο συνέδριο του Monocle

Βαγγέλης Λιάκος: «Στην Beetroot αντιλαμβανόμαστε την «ποιότητα ζωής» ως ζητούμενο συνολικά σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, αλλά και στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον όπου ζούμε και δραστηριοποιούμαστε. Μας αφορά η δυνατότητα να είμαστε δημιουργικοί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όχι περιοριστικά στο επίπεδο του ντιζάιν, αλλά σε ό,τι μας ενδιαφέρει και καταπιανόμαστε. Τα τελευταία χρόνια έχουμε επενδύσει σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανάπτυξης, που περιλαμβάνει την αναστήλωση ενός ιστορικού κτιρίου στο παλιό εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, το οποίο θα λειτουργεί ως χώρος εργασίας, τέχνης και πολιτισμού, αλλά και κοινωνικής συνάντησης – με στόχο να συμβάλει στη γενικότερη αρχιτεκτονική και κοινωνική αναβάθμιση της περιοχής».     
Info: Το ετήσιο συνέδριο του περιοδικού Monocle, Quality of life, θα διεξαχθεί από τις 23 έως τις 25 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα.