ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Μικρές ιεροτελεστίες

mikres-ierotelesties-561502495

«Άντε, απολύθηκες απ’ τον στρατό, πτυχίο πήρες, τώρα σειρά έχει να παντρευτείς». Και ύστερα, εκτός από τις μέλισσες, ήρθαν γέλια σπαρταριστά, κακαριστά και αγριοκοιτάγματα της πλάκας. Ένα από τα ωραία πράγματα που έχουν οι εορτασμοί στο χωριό είναι πως δεν χρειάζεται ειδική πρόσκληση για όσους θέλουν πραγματικά να σε γιορτάσουν. Περνάνε το πρωί για κερασματάκι, γίνεται ένα τηλέφωνο της τελευταίας στιγμής και αν βολέψει, βόλεψε, δεν υπάρχει περίπτωση να γιορτάσεις κάτι μόνος. Μόλις το σούρουπο έρθει στον κάμπο της Δράμας και τα κουνούπια είναι έτοιμα να περιδρομιάσουν το αίμα μας, λουζόμαστε με σιτρονέλα και ανάβουμε το φιδάκι. Κουβαλάμε το πλαστικό τραπέζι στην είσοδο της αυλής και στήνουμε τις καρέκλες. Η γειτόνισσα πάντοτε πρώτη, με το ασύρματο τηλέφωνο στο χέρι – μας χωρίζει μόνο ένας δρόμος. Αμέσως μετά, οι δύο πιατέλες. Δεν έχουν πεϊνιρλί με σουβλάκι από τους Κομνηνούς ούτε τα κεμπάπια της Καλαμιάς. Τυροπιτοειδή, κολοκυθόπιτα, νερά και κοκα-κόλες παγωμένες, γιατί η ζέστη δεν παλεύεται. Καταφτάνει και η γειτονιά. Είμαστε οκτώ άτομα. Η γιορτή ξεκινάει όπως ακριβώς τελειώνει. Με την κουβέντα. Κουβέντα για τα νέα της Αθήνας, που καταλήγουν στο αν είναι καλύτερη από τη Θεσσαλονίκη. Την ξέρουν την απάντηση, αλλά θέλουν να ακούσουν το όχι. Κουβέντα για τα νέα όλων μας, αστείες ιστορίες, με τους διαλόγους πάντοτε στα ποντιακά. Όπου πάει η κουβέντα, κι ας μην καταλαβαίνεις για ποιον μιλάνε. Τα πρόσωπα δεν μετράνε, μονάχα οι αφηγήσεις. Στις έντεκα και κάτι, το πάρτι σχολάει. Οι γιαγιάδες πηγαίνουν για schlafen. Έχουν πρωινό ξύπνημα. Η τηλεόραση στο καθιστικό θα κλείσει και η σειρά μας έρχεται σε καμιά ωρίτσα, αφότου μετακινήσουμε τραπέζια και καρέκλες στο υπόστεγο. Στις τρεις, το πρώτο κοκόρι ηχεί, αλλά τον ύπνο θα κόψει μαχαίρι ο μανάβης που περνάει και παίζει σε λούπα τα ποντιακά του Καζαντζίδη. Για χρόνια. Η γιαγιά θα είναι κάτω στο πετρογκάζι να τηγανίζει ψάρια. Ο παππούς θα ξεκουράζεται από τον μπαξέ και θα σερβίρει σύκα. Στη μία το μεσημέρι φαγητό και στις δύο σιέστα. Αν ήμασταν πίσω στην εφηβεία, το πρωί θα πηγαίναμε στο ίντερνετ καφέ στον επάνω μαχαλά. Τα ποδήλατα, παρατημένα στον ήλιο. Το μεσημέρι, όταν όλοι θα κοιμούνταν, θα βλέπαμε τις καλοκαιρινές επαναλήψεις χαμηλόφωνα, μην και ξυπνήσει κανείς. Στις τέσσερις, εγερτήριο και καφές. Στις έξι, πλατεία, βόλτες από δω κι από κει και το βράδυ σε κάποιο σταυροδρόμι κρυφτό μέχρι να μας μαζέψουν σπίτια. Στα ρεπό τους, οι γονείς θα ανέβαιναν από τη Θεσσαλονίκη, θα πηγαίναμε για μπάνια στη θάλασσα της Δράμας, στην Καβάλα, με την μπουγάτσα στην Ελευθερούπολη πάντα δεδομένη. Οι διακοπές δεν είχαν όριο τότε, τώρα κρατούν μόνο ένα διήμερο. Οι φίλοι του τότε έφυγαν στη Γερμανία και σιγά σιγά και από τη ζωή μας. Τι να κάνεις πια χωρίς παρέα στη Δράμα. Το σόι το ξέρει. Μας παίρνουν λαγάνες, γεμίζουν τις τσάντες με τις σάλτσες του καλοκαιριού, να συνοδεύουν τις μακαρονάδες του χειμώνα και να μυρίζει η αυλή στο Παγκράτι σαν το κουζινάκι στο χωριό, και αποχαιρετούν στο ΚΤΕΛ. Αντί για Χατζηχρήστο, στην οθόνη του λεωφορείου δείχνει τις προσπάθειες των Ελλήνων στους Παραολυμπιακούς.