ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Tyler Brûlé: «Αυτή είναι η στιγμή της Αθήνας»

Ο Τάιλερ Μπρουλέ μιλάει στο «Κ» για το momentum της πρωτεύουσας, τη σημασία της αναλογικότητας και την ποιότητα ζωής στις πόλεις, αλλά και για το μέλλον της έντυπης δημοσιογραφίας, λίγες ημέρες πριν από το συνέδριο του Monocle στην Ελλάδα.

tyler-brule-ayti-einai-i-stigmi-tis-athinas-561505075

Πρώτος σταθμός ήταν η Λισαβόνα. Ακολούθησαν η Βιέννη, το Βερολίνο, η Ζυρίχη, η Μαδρίτη. Επόμενη στάση, μετά την περσινή αναβολή λόγω πανδημίας, θα ήταν το Ελσίνκι. Όμως οι διοργανωτές του συνεδρίου αποφάσισαν πως ίσως δεν θα έπρεπε να το κάνουν σε μια πόλη όπου όλα λειτουργούν τόσο καλά. Διάλεξαν μια πόλη ηλιόλουστη, μια πόλη που ανθίζει, κι ας έχει ακόμα πολλά να διορθώσει, μια πόλη που παίζει σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται –στην Ανατολική Μεσόγειο και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης–, σε μια θέση που τους δίνει την ευκαιρία η θεματολογία του συνεδρίου να αφορά όχι απλώς την ίδια την πόλη, αλλά και τα ζητήματα της περιοχής. Για το ετήσιο Quality of Life συνέδριο του περιοδικού Monocle, που θα λάβει χώρα από 23 έως 25 Σεπτεμβρίου, οι διοργανωτές επέλεξαν την Αθήνα. «Σκέφτεστε τελευταίως την ποιότητα της δικής σας ζωής;» ρωτούν. Μετά από ενάμιση χρόνο πανδημίας, η ερώτηση χτυπάει σαν σφαίρα. 

Όλα επιστρέφουν στην αναλογικότητα

Για τον Τάιλερ Μπρουλέ, διευθυντή και ιδρυτή του περιοδικού, το κλειδί της απάντησης βρίσκεται στην έννοια της αναλογικότητας. «Έχουμε περάσει μια περίοδο που έχει χαρακτηριστεί από διάφορα κυβερνητικά μέτρα, κλεισίματα, ανοίγματα», λέει στο «Κ». Μια καλή ποιότητα ζωής, αναφέρει, έχει να κάνει με το να τηρούνται οι αναλογίες σε όλα αυτά, να υπάρχει ισορροπία – αν, παραδείγματος χάριν, μένεις σε μια κοιλάδα στο Βαλέ της Ελβετίας, πρέπει να φοράς μάσκα έξω; Μάλλον όχι, απαντάει ο κ. Μπρουλέ. Η αναλογικότητα όμως αφορά πολύ περισσότερα από την καθολικότητα των μέτρων. Στη γειτονιά του στη Ζυρίχη, όπου είναι η βάση του κ. Μπρουλέ, καυτό ντιμπέιτ εδώ και μήνες αποτελεί η φασαρία που κατά καιρούς κάνουν νεαρότεροι γείτονες. «Δεν θα έπρεπε να μπορούμε να χαλαρώσουμε λίγο;» αναρωτιέται, συμπληρώνοντας πως ούτε εκείνος θέλει κάποιος 19άρης γείτονας να κάνει πάρτι κάθε μέρα, αλλά δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου αν μία φορά στο τόσο κάνει θόρυβο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά από μια τόσο δύσκολη χρονιά. Κι εδώ επιστρέφει στην έννοια της αναλογικότητας – «πότε χαμηλώνουμε και πότε αυξάνουμε την ένταση;» αναρωτιέται, και δεν αναφέρεται στο volume. 

tyler-brule-ayti-einai-i-stigmi-tis-athinas0
Μπορεί το Monocle να είναι ταυτισμένο με το ομώνυμο μηνιαίο περιοδικό, όμως στην πραγματικότητα μιλάμε για πολλά περισσότερα. Podcasts και ένας 24ωρος online ραδιοφωνικός σταθμός αποτελούν, ανάμεσα σε άλλα, κομμάτια του ίδιου brand. © MONOCLE

Επιστρέφει σε αυτή τη λέξη πολλές φορές στη συνέντευξή μας. «Θα περίμενα να ακούσω κάτι για το περιβάλλον, παραδείγματος χάριν», του λέω, αφού τον έχω ρωτήσει για την ποιότητα ζωής στο αστικό πλαίσιο. Λέει πως τέτοια θέματα, όπως το περισσότερο πράσινο για καλύτερη ποιότητα ζωής σε μια πόλη, είναι η βάση, είναι δεδομένα πια σε αυτή τη συζήτηση και κάπως έχει κουραστεί όλες οι απαντήσεις για το συγκεκριμένο θέμα να ξεκινούν από αυτό. «Ακόμα κι αυτό έχει να κάνει με την αναλογικότητα όμως», τονίζει. «Αν», παραδείγματος χάριν, «δεν οδηγείς ηλεκτρικό αυτοκίνητο, αυτές τις μέρες θεωρείσαι κακός άνθρωπος, όμως αν έχω ένα diesel αυτοκίνητο 15 χρόνια, μπορεί να είναι καλό να συνεχίζω να το οδηγώ, αντί να πάρω ένα καινούργιο αυτοκίνητο και να σπαταλήσω την ενέργεια που θα χρειαστεί για να φτιαχτεί», αναφέρει. Δίνει κι άλλα παραδείγματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Η Αθήνα, ας πούμε, είναι μια πόλη πραγματικά καλή για ποδήλατο; «Μάλλον όχι», λέει ο κ. Μπρουλέ.

«Τα ποδήλατα λειτουργούν πολύ καλά στη Δανία και στην Ολλανδία, γιατί είναι τόσο επίπεδες όσο μια τηγανίτα». Η Αθήνα όμως δεν είναι επίπεδη. Επίσης, τονίζει, πρέπει να σκεφτόμαστε διαφορετικά σε πόλεις που όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο ζεστές – όλα επιστρέφουν στην αναλογικότητα. 

Αθήνα, η «νέα Κοπεγχάγη»

Ο ίδιος πιστεύει πως η Αθήνα αυτή την περίοδο διανύει τη στιγμή της. «Υπάρχει μια ενέργεια, το νιώθεις, βλέπουμε κάτι να συμβαίνει στην Αθήνα», λέει στο «Κ». Δεν είναι μόνο τα δεδομένα από τις αεροπορικές εταιρείες, δηλώνει, τα οποία δείχνουν πόσο καλά πήγαν τόσο η Ελλάδα όσο και συγκεκριμένα η Αθήνα αυτό το καλοκαίρι. «Νιώθεις την ενέργεια γιατί ο κόσμος το συζητάει, ακούγεται λες και το μισό Παρίσι έχει αγοράσει ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, θα είναι συναρπαστικό να δούμε πώς θα εξελιχθεί», αναφέρει. Είχε δει κάτι παρόμοιο να συμβαίνει με την Κοπεγχάγη, αν και η Κοπεγχάγη ξεκίνησε από πιο «υψηλή βάση», σημειώνει.

Και η Αθήνα όμως έχει πολλά προτερήματα – τον καιρό, την ποιότητα ζωής, τη γεωγραφική της θέση. «Πολλοί συνειδητοποιούν τώρα τον ρόλο της Αθήνας, μιας πόλης στην Ανατολική Ευρώπη και μέσα στην Ευρωπαϊκή  Ένωση, και το τι σημαίνει να είναι στην Αθήνα η βάση μιας επιχείρησης», τονίζει ο κ. Μπρουλέ. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως δεν υπάρχει χώρος για βελτίωση – όχι μόνο στην πόλη, αλλά και στη χώρα. 

tyler-brule-ayti-einai-i-stigmi-tis-athinas2
Όταν ο Τάιλερ Μπρουλέ και ο συνεργάτης του Άντριου Τακ έπαιρναν συνέντευξη από τον Κυριάκο Μητσοτάκη τον Ιανουάριο στο Μέγαρο Μαξίμου. © ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

Σαν το σπίτι μας

«Πρέπει να ξεκινήσει από πάνω προς τα κάτω», λέει ο ίδιος στο «Κ». Και το focus πρέπει να είναι το εθνικό rebrand, για το οποίο άλλωστε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε μιλήσει τον Ιανουάριο στον κ. Μπρουλέ και στον Άντριου Τακ, όταν είχε δώσει συνέντευξη στο Monocle. «Ελπίζω να συμβεί σύντομα», δηλώνει ο κ. Μπρουλέ, συμπληρώνοντας πως συχνά ο κόσμος υποτιμά τη σημασία που έχει ένα rebrand, η ανανέωση της εικόνας που μια χώρα προωθεί στον έξω κόσμο – αυτό είναι λάθος. «Δείτε τι συνέβη στην Κορέα, η άνοδος της K-pop ήταν μέρος κυβερνητικής πολιτικής που είχε στόχο να προωθήσει την κορεάτικη κουλτούρα παγκοσμίως», τονίζει, συμπληρώνοντας πως το rebranding θα βοηθούσε την Ελλάδα. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που το ελληνικό φαγητό τούς θυμίζει μόνο ένα βαρύ πιάτο μουσακά ή, ακόμα χειρότερα, κάποιον περίεργο καφέ στο Ανατολικό Λονδίνο, λέει. Από την άλλη, πολλοί Βρετανοί, όταν ακούν για τουρισμό στην Ελλάδα, σκέφτονται τα πακέτα που τους προωθούν βρετανικές τουριστικές εταιρείες, σύμφωνα με τα οποία συναναστρέφονται απλώς άλλους τουρίστες σε κάποιο ξενοδοχείο ή παραλία, χωρίς να βιώνουν την πραγματική εμπειρία της Ελλάδας. «Η κυβέρνηση ίσως πρέπει να αναλάβει και να διαμορφώσει το μήνυμα», αναφέρει. Τον ίδιο η Ελλάδα και η Αθήνα τον ενδιαφέρουν πολύ, ακόμα και ως πιθανό μέρος από το οποίο θα μπορούσε να δουλεύει για ένα κομμάτι του χρόνου – «έχει καλύτερο καιρό από τη Ζυρίχη και το Λονδίνο», λέει. «Μία από τις ενδιαφέρουσες εκβάσεις αυτού που ζούμε είναι πως υπάρχει ένας αγώνας μεταξύ της Λισαβόνας, της Βαρκελώνης, ίσως της Ρώμης, του Παλέρμο, της Νάπολης, της Αθήνας – είναι όλες πόλεις εντός της ΕΕ, στη Μεσόγειο, που θα μπορέσουν να επωφεληθούν από την εργασία εξ αποστάσεως, από ανθρώπους που θα μπορούν να μένουν σε μια πόλη για τρεις-τέσσερις μήνες. Η Αθήνα είναι ένα ενδιαφέρον μέρος για να έχει κανείς μια βάση, στην Αθήνα γνωρίζεις, ας πούμε, ανθρώπους που έχουν μετακομίσει από την Αυστραλία», λέει. Επιστρέφοντας στη σύγκριση με την Κοπεγχάγη, ο ίδιος τονίζει πως δεν υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες Δανοί διάσπαρτοι σε πόλεις του κόσμου – υπάρχουν όμως  Έλληνες. Και ένα από τα βασικά πράγματα που ευελπιστούν να πετύχει το συνέδριο είναι να βρεθούν άνθρωποι μεταξύ τους που ίσως σκέφτονται μια τέτοια κίνηση, να γνωρίσουν άλλους που ζουν στην Αθήνα, να συζητήσουν πιθανές ευκαιρίες. «Κάνουμε τέτοια πράγματα γιατί νιώθουμε το momentum, η Αθήνα μπορεί να μην είναι το σπίτι μας, αλλά έρχεται το κοινό μας, νιώθουμε την Αθήνα σαν το σπίτι μας στο τέλος του καλοκαιριού και θέλουμε να δώσουμε στο κοινό το Monocle experience», λέει. Αυτή η εμπειρία, βέβαια, δεν είναι για όλο τον κόσμο. Το εισιτήριο για το τριήμερο event κοστίζει 1.750 ευρώ – τον κ. Μπρουλέ, όμως, δεν τον αφορά η κριτική περί της τιμής. «Είναι η ίδια τιμή που έχει το συνέδριο τα τελευταία επτά χρόνια», δηλώνει στο «Κ», συμπληρώνοντας πως φέρνουν στην Ελλάδα ομιλητές από διάφορες χώρες και πως, αν το συνέδριο δεν ήταν της ποιότητας στην οποία στοχεύουν, το εισιτήριο θα ήταν πιο φθηνό. Αλλά «είμαστε ένα premium brand», τονίζει. «Ένα από τα σημερινά προβλήματα είναι πως υποτιμάμε τα media», δηλώνει. «Πολλά brands πωλούν τον εαυτό τους πολύ φθηνά».

Print is not dead

Το Monocle δεν είναι ένα από αυτά. Δέκα τεύχη του περιοδικού κοστολογούνται στα 125 ευρώ – 12,5 ευρώ το τεύχος. «Ό,τι βλέπεις ή διαβάζεις στη σελίδα είναι πρωτότυπο», τονίζει. «Ευτυχώς, έχουμε ανθρώπους σε πλήρη απασχόληση σε διάφορα σημεία του κόσμου». Κι ενώ το Monocle brand εμπεριέχει πολλά περισσότερα πράγματα από ό,τι μόνο το περιοδικό –από 24ωρο, online ραδιόφωνο και εβδομαδιαία podcasts μέχρι ανδρικά ρούχα, αντικείμενα για το σπίτι και καφέ σε πόλεις όπως η Ζυρίχη και το Λονδίνο–, ο κ. Μπρουλέ επιμένει πως «print is not dead», το έντυπο δεν έχει πεθάνει. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. «Μπορώ να πω με σιγουριά πως το 2021 θα είναι η πιο επιτυχημένη μας χρονιά», τονίζει, και αυτή η επιτυχία, τα έσοδά τους, βασίστηκαν ως επί το πλείστον στο περιοδικό. Κι ενώ συμφωνεί πως η διαφοροποίηση είναι κάτι βασικό, αν μη τι άλλο και για να προσελκύσει κανείς ένα πιο νέο κοινό που έχει μεγαλώσει online, ο ίδιος δεν έχει πειστεί πως οδηγούμαστε στον θάνατο των έντυπων εφημερίδων και περιοδικών. «Ποιος ξεκίνησε αυτό το αφήγημα;» ρωτάει, συμπληρώνοντας πως έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχουν πολλοί επιχειρηματίες που τους συμφέρει να είναι τα μίντια εξ ολοκλήρου online. «Δεν νομίζω πως ξεκίνησε από αυτή την πλευρά του Ατλαντικού», τονίζει.

tyler-brule-ayti-einai-i-stigmi-tis-athinas4
© MONOCLE

«Δεν θέλω να καταδείξω την Αμερική, αλλά νομίζω πως από εκεί ξεκίνησε αυτή η ιστορία και εν μέρει εκεί παραμένει». Και δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο αφήγημα, είναι ακόμα και η ατζέντα των νέων, που πολλές φορές θέτουν τα αμερικανικά και αγγλοσαξονικά μέσα ενημέρωσης. «Αυτά δεν είναι τα προβλήματά μας, τα κάνουμε δικά μας προβλήματα γιατί τα εισάγουμε. Παραδείγματος χάριν, το Black Lives Matter δεν είναι ένα φινλανδικό πρόβλημα, ίσως η Φινλανδία έχει προβλήματα που πρέπει να λύσει σε σχέση με άλλες μειονότητες, αλλά επειδή είναι πρόβλημα στις ΗΠΑ, γίνεται το πρόβλημα όλων», αναφέρει. Επιστρέφοντας στο έντυπο, δηλώνει πως έχει πολλά καλά σε σχέση με το να διαβάζεις κάτι σε ψηφιακή μορφή –η οθόνη δεν είναι ιδανική, π.χ., για να διαβάσει κανείς ένα μεγάλο άρθρο– και ένα από αυτά είναι πως δεν υπάρχουν σχόλια χρηστών από κάτω, αφήνοντας τον χρόνο και το περιθώριο σε κάθε αναγνώστη να διαμορφώσει τη δική του άποψη πάνω σε αυτό που διάβασε. Παρ’ όλα αυτά, η πιο νέα γενιά δεν αγκαλιάζει το έντυπο όσο θα περίμενε ο κ. Μπρουλέ. «Τελευταίως, κοιτάζω γύρω μου και σκέφτομαι πως το κοινό του Monocle είναι σίγουρα 35 και πάνω», αναφέρει. Και εδώ έρχεται η ουσία της διαφοροποίησης, γιατί μπορεί να μην αγοράζουν τώρα το περιοδικό οι πιο νέοι Millennials και οι Gen-Zers, αλλά πηγαίνουν στο καφέ του Monocle, ακούν κάποιο από τα podcasts τους, κάποιοι μπορεί απλώς να αγοράσουν ένα T-shirt με το logo τους, μαθαίνουν το brand του Monocle κι έτσι σιγά σιγά κάποιους από αυτούς μπορεί να τους κερδίσουν και ως αναγνώστες. Μέρος της στρατηγικής τους είναι να επανεφεύρουν το κιόσκι, το περίπτερο, με την έννοια του σημείου όπου μπορείς να αγοράσεις εφημερίδες και περιοδικά. «Δες τι έχει γίνει στην Ελλάδα», λέει, «μια χώρα που χτίστηκε πάνω στα περίπτερά της – κάποια ακόμα πωλούν εφημερίδες, αλλά βρίσκεις και φορτιστές, φουσκωτά πράγματα για την παραλία κ.ά., δεν είναι πια η πηγή των νέων». Θυμάται εποχές που κάθε εφημερίδα στο Λονδίνο, ας πούμε, είχε το δικό της δίκτυο διανομής. «Ίσως πρέπει να επιστρέψουμε σε μια εποχή που να ελέγχουμε περισσότερο τη λιανική», αναφέρει – όχι να έχουν το δικό τους φορτηγό που να διανέμει περιοδικά, αλλά περισσότερη επαφή με τους πελάτες. Σε αυτό το πλαίσιο θα ανοίξουν ένα περίπτερο σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Ζυρίχης.

tyler-brule-ayti-einai-i-stigmi-tis-athinas6
 
Περίοδος επανεκκίνησης

Από την άλλη, δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξουν το περιεχόμενο του περιοδικού, να γίνουν απαραίτητα πιο woke, για να προσελκύσουν ένα νεότερο κοινό. «Θα σας δώσω ένα αποκλειστικό για το εξώφυλλο του τεύχους μας του Οκτωβρίου», λέει ο κ. Μπρουλέ, αναφέροντας πως το περιοδικό, καθώς πλησιάζει την επέτειο των 15 χρόνων, βρίσκεται σε μια περίοδο επανεκκίνησης, στην οποία έχει στόχο να συμπεριλαμβάνουν μεγαλύτερα άρθρα και περισσότερα γνώμης από ό,τι τώρα. Σκέφτονται πώς να γίνουν «ένα φόρουμ για έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης – μπορεί το Monocle να γίνει μια διεθνής φωνή της κοινής λογικής;» αναρωτιέται δυνατά. «Ο κόσμος δεν είναι μόνο η Αμερική ή μόνο η Κίνα», λέει, αναφέροντας αποκλειστικά στο «Κ» δύο θέματα που θα δημοσιευθούν στο επόμενο τεύχος, θέματα που, όπως δηλώνει, δεν θα είναι ιδιαίτερα «woke», αλλά παρουσιάζουν έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Στο ένα, μια Ινδή ισχυρίζεται πως η πολιτισμική οικειοποίηση, δηλαδή το cultural appropriation, κινεί τον κόσμο. Δίνει ένα δικό του, εξελληνισμένο παράδειγμα πάνω σε αυτό. «Ο ντάκος είναι από την Κρήτη, έτσι;» με ρωτάει. «Θα έπρεπε να επιτρέπεται μόνο κάποιος από τα Χανιά να φτιάξει ντάκο;» αναρωτιέται. «Γιατί εκεί οδηγούμαστε αν δεν αντισταθούμε σε αυτό το αφήγημα». Το δεύτερο θέμα που θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο είναι από έναν Αμερικανό ακαδημαϊκό, ο οποίος υποστηρίζει πως η φασιστική αρχιτεκτονική του Μιλάνου είναι ωραία και ότι θα πρέπει να διαχωρίσουμε το τότε φασιστικό καθεστώς από τις δημιουργίες – «είναι μέρος της ιταλικής ιστορίας, ποια είναι η εναλλακτική, να τα κατεδαφίσουμε;».

Συνεχίζοντας την τηλεφωνική μας συζήτηση, η οποία διήρκεσε μιάμιση ώρα, γυρνάμε και πάλι στην αναλογικότητα, καθώς αναφέρεται στον κίνδυνο της πλήρους διάβρωσης του ντιμπέιτ, της συζήτησης, του διαλόγου. Μου λέει πως ένας από τους ομιλητές στο επικείμενο συνέδριο στην Αθήνα, ο συγγραφέας και συνεργάτης του New York Times Magazine Thomas Chatterton Williams, θα μιλήσει για τη συγχώρεση. «Διαφωνίες στο Twitter. Cancel culture. Μια ατμόσφαιρα αποδοκιμασίας ακόμα και για τη μικρότερη αποτυχία. Πώς γίναμε τόσο μη ανεκτικοί και πώς μπορούμε να ξαναβρούμε την ικανότητα να συγχωρούμε και να προχωράμε;» – έτσι περιγράφεται η ομιλία του στο πρόγραμμα του συνεδρίου, ενώ στο πλαίσιο αυτού του θέματος θα παίξουν και μια ηχογραφημένη συνέντευξη με τον αρχιεπίσκοπο της Αμερικής Ελπιδοφόρο. «Πρέπει να κοιτάζουμε τα πράγματα αναλογικά», αναφέρει ο κ. Μπρουλέ. «Τα πάντα κάπως αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, την ίδια σοβαρότητα, κάποιες φορές μπορεί κάποιος να απολογηθεί – η γιαγιά μου είναι 103 χρονών, δεν έχει πρόσβαση στο Internet, δεν χρησιμοποιεί τους ίδιους όρους όπως κάποιο 23χρονο. Πρέπει να κρίνουμε τους πάντες με τον ίδιο τρόπο;» Γι’ αυτό, επιμένει, η αναλογικότητα έχει να κάνει με την ποιότητα ζωής σε μια πόλη και το πώς μπορούμε όλοι να συνυπάρξουμε σε αυτήν και στον κόσμο.

Ταξιδεύοντας (ξανά)

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ο κ. Μπρουλέ ταξίδευε όποτε και όπως μπορούσε – με αυτοκίνητο, τρένο, αεροπλάνο. Η διαφορά είναι πως ταξίδεψε πολύ λιγότερο –έχει πάει στο Λονδίνο πέντε φορές σε αυτό το διάστημα, ενώ κανονικά τόσες θα πήγαινε σε έναν μήνα– και πολύ λιγότερο μακριά. Τις προάλλες όμως, συνέβη κάτι για πρώτη φορά, απόρροια του χρόνου που πέρασε στο σπίτι του στη Ζυρίχη. Ήταν στο Μιλάνο και το επόμενο πρωί θα ταξίδευε στο Παρίσι. Αντί να ταξιδέψει κατευθείαν εκεί, αποφάσισε να περάσει το βράδυ στη Ζυρίχη. «Ήθελα να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου», λέει στο «Κ». «Αυτό δεν θα είχε συμβεί ποτέ πριν» – πριν από την πανδημία. Όσο όμως κι αν αγαπάει το σπίτι του, του έχουν λείψει τα μακρινά ταξίδια, η Σεούλ, το Τόκιο, όπου πηγαίνει τα τελευταία 25 χρόνια. «Είσαι μισός άνθρωπος μέχρι να πας στο Τόκιο, στην Ιαπωνία», τονίζει, γιατί είναι ένα μέρος με δικούς του όρους. «Πρέπει να το μάθεις, πρέπει να το κατανοήσεις», μου λέει. Τον ρωτάω αν η παγκοσμιοποίηση έχει όρια. Ναι, δηλώνει, και επιστρέφουμε στις αξίες, στο πώς διαφοροποιούνται ανάλογα με το μέρος. «Είναι ένας ιδιοκτήτης μπαρ στην Ιαπωνία ρατσιστής αν δεν θέλει λευκούς στο μπαρ του, γιατί, σύμφωνα με τη δική του εμπειρία, οι τουρίστες αυτοί δεν έχουν όριο στο πόσο πίνουν, μιλάνε δυνατά, χαλάνε την εμπειρία των Γιαπωνέζων θαμώνων;» Νομίζω πως η ερώτηση είναι ρητορική, όμως απαντά σε αυτήν: «Ναι, για τη δυτική κουλτούρα», δηλώνει, «είναι ρατσιστικό – για τους Ιάπωνες όμως είναι καλή φιλοξενία, γιατί σέβονται περισσότερο τους χρόνιους πελάτες τους από ό,τι τον κάθε ενοχλητικό τουρίστα που είναι εκεί για λίγες ημέρες», συμπληρώνει, κάνοντάς με να αναρωτηθώ αν θα υπήρχε αντίστοιχη αναλογία στα ελληνικά όρια σε σχέση με τον καλοκαιρινό υπερτουρισμό, μέχρι ποιο σημείο έχουν προτεραιότητα οι τουρίστες και με τι κόστος για το χρώμα και τις αξίες της κάθε χώρας ή κουλτούρας. Ο κ. Μπρουλέ φοβάται πως οδηγούμαστε σε έναν άγευστο και άνοστο κόσμο αν χαθεί κάθε ιδιαιτερότητα και του έρχεται στο μυαλό ένα σκετσάκι του Saturday Night Live από το 2017, στο οποίο όλοι φορούσαν το ίδιο τζιν στο ίδιο χρώμα, μέγεθος και στιλ, για να μην προσβληθεί κανείς. «Αυτό είναι το ρεύμα στην ποπ κουλτούρα αυτή τη στιγμή», αναφέρει. Η διαφορετικότητα, στην προκειμένη περίπτωση των εθνικοτήτων, έχει υπάρξει απαραίτητη ούτως ώστε το Monocle να διατηρήσει τον διεθνή χαρακτήρα του. «Πρέπει να έχουμε μια διεθνή ομάδα για να διατηρούμε τη διεθνή μας φωνή», λέει στο «Κ». «Αυτό είναι το κλειδί».

Οι αγαπημένες (του) πόλεις

tyler-brule-ayti-einai-i-stigmi-tis-athinas8
© LeoPatrizi, Haykal, P. Bonfiglio, taketan, shomos Uddin/ Getty Images/ Ideal Image

Επιστρέφοντας στην καλή ποιότητα ζωής, ο ίδιος αποκαλύπτει στο «Κ» τις δικές του αγαπημένες πόλεις, ξεκινώντας από το Τόκιο – για την ασφάλεια, τις τρομερές υποδομές, το ότι είναι μια πόλη ζωντανή 24 ώρες το 24ωρο. Συνεχίζει με την Μπανγκόκ, για τη σημασία της οικογένειας, παρά τη φτώχεια – τονίζει πως οι οικογενειακοί δεσμοί είναι τόσο σημαντικοί στην ταϊλανδέζικη κουλτούρα, που έχουν επηρεάσει την αρχιτεκτονική τόσο της χώρας όσο και της πόλης. Τρίτη αναφέρει τη Ζυρίχη, δίνοντας έμφαση στη λίμνη –«γίνεται κομμάτι της ημέρας σου το πρωινό και το απογευματινό κολύμπι στη λίμνη»–, στην κουλτούρα –«μου αρέσει το ότι οι άνθρωποι λένε καλημέρα ο ένας στον άλλο στον δρόμο»– και στην εγγύτητα που έχει η πόλη με πολλά άλλα μέρη της Ευρώπης. Ακολουθεί η Κοπεγχάγη, και πάλι για το νερό, αλλά και για το πόσο εύκολο είναι να κάνεις ποδήλατο εκεί. Τέλος –και διευκρινίζει πως δεν είναι για την ποιότητα ζωής, ειδικά όχι τώρα–, του αρέσουν το χάος και η ενέργεια στη Βηρυτό. «Αισθάνομαι την Αθήνα ως την πιο ευρωπαϊκή μορφή της Βηρυτού, και αυτό το λέω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο γιατί είναι μια πόλη που αγαπώ», τονίζει. «Η Ελλάδα δεν είναι Ιταλία, τη νιώθεις ανατολίτικη, νιώθεις πως είσαι ένα βήμα πιο κοντά στον Λεβάντε», δηλώνει, συμπληρώνοντας πως αυτό βοηθάει στο να έχει η Αθήνα τώρα τη στιγμή της. Τα πράγματα είναι δύσκολα σε πολλές ανατολικές χώρες με τις οποίες πολύς κόσμος συνεργάζεται – η Αθήνα είναι η καλύτερη βάση. Τον ρωτάω για την Κωνσταντινούπολη και λέει πως για μια στιγμή όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην Πόλη. Όχι πια. «Κι αυτό», τονίζει, «για την Αθήνα είναι κέρδος». Σε λίγες ημέρες ο δικός του τουλάχιστον δρόμος θα τον φέρει εδώ, στην Αθήνα. «Ανυπομονώ», λέει, και κλείνουμε το τηλέφωνο.