ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Όταν ο Τζόναθαν Κόου ανακάλυψε την Κέρκυρα

Τι έχει να πει ο διάσημος Βρετανός συγγραφέας για το πιο πρόσφατο βιβλίο του, που φέρνει κοντά τον αγαπημένο του σκηνοθέτη με την Ελλάδα.

otan-o-tzonathan-kooy-anakalypse-tin-kerkyra-561528592

Ο Βρετανός συγγραφέας Τζόναθαν Κόου είναι διάσημος κυρίως για τις πολιτικές του σάτιρες, αλλά το τελευταίο του βιβλίο, Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, το εμπνεύστηκε από ένα άλλο πάθος του: την αγάπη του για τις ταινίες, και πιο συγκεκριμένα τον θαυμασμό για έναν από τους αγαπημένους του δημιουργούς ταινιών, τον Μπίλι Γουάιλντερ.

Η αφηγήτριά του, η μεσήλικη Ελληνίδα μουσικοσυνθέτρια του κινηματογράφου Καλίστα, θυμάται να είναι νέα και να συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη στην παραγωγή μιας από τις τελευταίες του ταινίες με τίτλο Φαιδώρα (Fedora), που διαδραματίζεται στο νησί της Κέρκυρας. Το βιβλίο έχει κάποια κοινά θέματα με την ταινία· στη Φαιδώρα, η καριέρα και το γήρας είναι κεντρικά θέματα στην ιστορία μιας ηθοποιού που καταδικάζει τον εαυτό της και την κόρη της στη δυστυχία, προσπαθώντας να διατηρήσει την ομορφιά και τη διασημότητά της· και στο βιβλίο Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, τόσο η Καλίστα όσο και ο Μπίλι βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή στην καριέρα τους και δυσκολεύονται να συμβαδίσουν με τους καιρούς.   

Συνάντησα τον Κόου, που βρισκόταν στην Ελλάδα για να μιλήσει στο Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Κέρκυρας, στην πλατεία μπροστά από το ξενοδοχείο Cavalieri – ακριβώς στο ίδιο σημείο όπου γυρίστηκαν οι πρώτες σκηνές της Φαιδώρας του Γουάιλντερ και η ηρωίδα του συγγραφέα το παρακολούθησε όσο συνέβαινε.   

Θα θέλατε να ξεκινήσετε λέγοντάς μου από πού σας ήρθε η έμπνευση για το Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ και πώς επιλέξατε τους ήρωές σας;

Φυσικά. Αγαπώ τον Γουάιλντερ και τις ταινίες του από τότε που ήμουν έφηβος, και μία από τις πρώτες ταινίες του που είδα είναι μία από τις λιγότερο γνωστές του – η Φαιδώρα. Την είδα όταν κυκλοφόρησε το 1979 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και μετά… η ταινία εξαφανίστηκε. Έγινε μια σχεδόν χαμένη ταινία. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν γνώριζε πού ήταν το αρνητικό της, επομένως δεν υπήρχαν αντίγραφα καλής ποιότητας σε κυκλοφορία και δεν έπαιζε σε κανένα κανάλι της τηλεόρασης. Έτσι, αυτή η ταινία ήταν πάντα ένα μυστήριο, αλλά τη θυμόμουν πολύ έντονα.   

Πάντα ήξερα ότι ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Μπίλι Γουάιλντερ και πήρα την απόφαση αυτό να είναι ένα μυθιστόρημα, όχι ένα δοκίμιο ή μια βιογραφία, διότι ένιωθα ότι κατά κάποιον τρόπο μπορούσα να έρθω πιο κοντά σε εκείνον και με τη φαντασία μου θα μπορούσα ίσως να φέρω πιο κοντά του και τους αναγνώστες. Έπειτα, διαβάζοντας βιβλία για εκείνον, άρχισα να ενδιαφέρομαι πολύ για τις ιστορίες γύρω από τη δημιουργία αυτής της ταινίας. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που θα τον εξέταζε ως έναν Αμερικανό σκηνοθέτη αλλά και ως έναν Ευρωπαίο σκηνοθέτη, διότι ήταν και τα δύο, και αυτή η ταινία τον έφερε πίσω στην Ευρώπη! Στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στη Γερμανία…   

Έχω δει αυτή την ταινία πολλές πολλές φορές – ειδικά τις εναρκτήριες σκηνές, που είναι όλες γυρισμένες στην Κέρκυρα. Θυμάμαι έντονα αυτές τις σκηνές από το 1979 και έτσι το να είμαι τώρα εδώ στην πόλη της Κέρκυρας για πρώτη φορά και να βλέπω τα μέρη όπου γυρίστηκαν αυτές οι τόσο αξέχαστες σκηνές είναι πολύ συγκινητικό.

Μισό λεπτό, είπατε ότι έρχεστε πρώτη φορά εδώ;

Ναι, δεν ήρθα εδώ για να κάνω έρευνα για το βιβλίο. Σήμερα είναι η πρώτη φορά που έρχομαι εδώ. Όχι η πρώτη φορά γενικά για την Κέρκυρα, αλλά γι’ αυτή την πόλη.

Αυτό είναι απίστευτο. Πώς καταφέρατε να περιγράψετε την παλιά πόλη της Κέρκυρας τόσο καλά χωρίς να έχετε έρθει εδώ; Γελάτε…

Με το Google Images! Μένω στο ξενοδοχείο Cavalieri. Το αισθάνομαι πολύ οικείο, διότι το έχω δει στην ταινία, και φυσικά ο Γουίλιαμ Χόλντεν κατεβαίνει από εκείνα τα σκαλιά εκεί πέρα και κάθεται σε αυτό εδώ το σημείο, αλλά μετά, όταν μπαίνει πάλι μέσα στο ξενοδοχείο, στην πραγματικότητα βρισκόμαστε στη Γερμανία, διότι όλα τα εσωτερικά πλάνα γυρίστηκαν εκεί. Αυτή δεν είναι η ρεσεψιόν που βλέπουμε στην ταινία, όλα αυτά φτιάχτηκαν ως σκηνικά…

Οπότε, ξέρετε, τώρα όταν βλέπω την ταινία, δεν τη βλέπω ως μια ιστορία στην οθόνη, σκέφτομαι: «Τώρα είναι στη Γερμανία» και «αυτό το κομμάτι γυρίστηκε στο Παρίσι»…

Όμως σας αρέσει η ιστορία; Σας ρωτώ διότι, όπως κάποιοι χαρακτήρες στο βιβλίο σας αναρωτιούνται γιατί ο Μπίλι Γουάιλντερ επέλεξε να κάνει ταινία αυτή την ιστορία, πολλοί ρωτούν τώρα γιατί τη διαλέξατε εσείς…

Σωστά, δεν είναι μια πολύ διάσημη ή δημοφιλής ταινία και, αν είμαστε εντελώς αντικειμενικοί, δεν είναι μια πολύ καλή ταινία.

Ίσως κάνω μια προβολή προς τα πίσω, στον νεότερο εαυτό μου, αλλά ήμουν τόσο ξετρελαμένος με τον Μπίλι Γουάιλντερ όταν ήμουν δεκαεπτά ή δεκαοκτώ, οπότε η κυκλοφορία της καινούργιας του ταινίας ήταν ένα τεράστιο γεγονός για μένα. Για μένα, ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που συνέβαινε στον κινηματογράφο εκείνη τη χρονιά.

Πήγα στην προβολή στην πόλη μου, στο Μπέρμιγχαμ, και το κοινό ήταν μόνο τέσσερις άνθρωποι! Ακόμα και τότε ένιωσα μεγάλη λύπη όταν συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν πια τόσο επιτυχημένος όσο είχε υπάρξει. Όταν διάβαζα για τα making of της ταινίας, αυτό έδωσε ένα πρόσθετο βάθος σε αυτό. Ζοριζόταν. Το βιβλίο μου δεν αναφέρει πολλά σχετικά με την ταινία – ίσα που λέει ποια είναι η ιστορία, αλλά το συγκεκριμένο δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει η πάλη ενός ανθρώπου να αυτοεκφραστεί για μία ακόμη φορά.

Όταν η Καλίστα διαβάζει το σενάριο για την ταινία, δεν της αρέσει και λέει ότι πάντα δυσκολεύεται να πιστέψει έναν χαρακτήρα που υποτίθεται ότι είναι διάσημος, διότι, αν ήταν όντως διάσημος, θα τον είχε ήδη ακουστά. Αυτό πιστεύετε και εσείς – είναι αυτός ο λόγος που επιλέγετε να εντάξετε υπαρκτές διασημότητες στο έργο σας;

Ναι, οπωσδήποτε! Αυτά είναι δικά μου λόγια. Συνήθως δεν εκφράζω τις δικές μου απόψεις στα μυθιστορήματά μου. Μου αρέσει να βάζω μέσα σε αυτά τις σκέψεις διαφορετικών χαρακτήρων που λένε πράγματα που δεν πιστεύω εγώ ο ίδιος, αλλά η Καλίστα είναι πολύ κοντά σε εμένα. Παρότι είναι Ελληνίδα και είναι γυναίκα, η προσωπικότητά της μοιάζει πολύ στο πώς ήμουν στα είκοσί μου. Ήμουν κι εγώ πολύ ντροπαλός, άπειρος και πολύ «νέος» για την ηλικία μου και πιστεύω ότι, αν είχα γνωρίσει τον Μπίλι Γουάιλντερ στην ηλικία της, θα είχα συμπεριφερθεί όπως και εκείνη κοντά του.

Και, ναι, αυτό το πράγμα που λέει πιστεύω ότι είναι αλήθεια. Υπάρχει πάντα κάτι το ψεύτικο για μένα σε μια ταινία ή σε ένα βιβλίο για έναν διάσημο άνθρωπο που δεν υπάρχει.

Σας ξενίζει.

Ναι, ακριβώς, και πιστεύω ότι κανονικά ο Μπίλι Γουάιλντερ θα συμφωνούσε. Όταν έκανε τη Λεωφόρο της Δύσης (Sunset Boulevard), είχε στην ταινία όσο περισσότερες προσωπικότητες μπορούσε να υποδύονται τον εαυτό τους. Η Φαιδώρα, από την άλλη, δεν υπάρχει, οπότε ήταν κάπως αδύνατο να πιστέψει κανείς την ιστορία αυτή από την αρχή.

Επομένως, η Κέρκυρα ενέπνευσε ένα διήγημα, που ενέπνευσε μια ταινία, που ενέπνευσε το βιβλίο σας. Προσωπικά, με εμπνέει αυτό το σχεδόν παράλληλο φανταστικό σύμπαν που εμφανίζεται όταν οι χαρακτήρες από διαφορετικά έργα μένουν στο ίδιο αληθινό μικροαστικό σκηνικό. Μπορούμε να περπατήσουμε στους ίδιους δρόμους, αλλά οι ίδιοι δεν είναι εδώ…

Σωστά.

Όμως, μετά υπάρχουν και αληθινοί άνθρωποι εκεί μέσα, στον κόσμο τους. Ο Μπίλι Γουάιλντερ είναι εκεί μέσα αυτή τη στιγμή, με τη Φαιδώρα και την Καλίστα. Αν το φιλοσοφήσουμε πολύ, αν κάποιος έγραφε για εμάς που καθόμαστε τώρα και συζητάμε σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, τότε κι εμείς θα μπαίναμε σε αυτόν τον κόσμο…

Ναι, εντάξει, σκέφτηκα ότι θα ήταν ένα πολύ απλό βιβλίο. Είναι ένα από τα πιο σύντομα βιβλία μου, και το έγραψα αρκετά γρήγορα, σχεδόν σε πέντε ή έξι μήνες. Αλλά συνειδητοποιώ τώρα εκ των υστέρων ότι δεν είναι ένα τόσο απλό βιβλίο. Όπως λέτε, οι στρώσεις της πραγματικότητας σχεδόν πολλαπλασιάζονται… Επίσης, το χρονικό πλαίσιο «τρεμοπαίζει» λίγο, επειδή έχουμε την Καλίστα στη μετέπειτα ζωή της να αναπολεί ότι ο Μπίλι Γουάιλντερ τη γνώρισε όσο ο ίδιος ήταν στη «μετέπειτα ζωή» του και εκείνη ήταν νεότερη. Και, μάλιστα, ένα από τα καλύτερα πράγματα στη Φαιδώρα είναι η αναπόληση του Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’40! Επομένως, κατά έναν τρόπο, αυτές οι τρεις στρώσεις φαντασίας σε πηγαίνουν τόσο πίσω.   

Το σκέφτομαι και πιστεύω ότι συνέβη με αυτόν τον τρόπο γιατί, ενώ όλα τα πρόσφατα βιβλία μου ήταν καινούργιες ιδέες –βιβλία που έχω συλλάβει και μετά έχω γράψει κατά τη διάρκεια μιας περιόδου δύο χρόνων–, αυτό το βιβλίο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, προετοιμαζόταν από τότε που είδα την ταινία, το 1979. Έχει μέσα του πολλές από τις στρώσεις της δικής μου εμπειρίας, ίσως. Δεν το είχα τόσο κατά νου όσο το έγραφα. Απλώς το έγραφα και ήταν ένα τόσο απολαυστικό να το γράφει κανείς! Εν πάση περιπτώσει, τώρα που τελείωσε και έχω ξεκινήσει κάτι άλλο, οι αναγνώστες μού μιλάνε γι’ αυτό και συνειδητοποιώ ότι υπάρχουν περισσότερες στρώσεις στο βιβλίο απ’ ό,τι σκόπευα – όχι επειδή είναι αριστούργημα, αλλά επειδή το είχα «κουβαλήσει» τόσο καιρό.   

Υπάρχουν τυχερά βιβλία και δεν έρχονται τόσο συχνά, οπότε ξέρω ότι το βιβλίο που έχω ξεκινήσει τώρα δεν θα είναι τόσο διασκεδαστικό στο γράψιμο… και πιθανότατα δεν θα είναι ούτε και τόσο καλό όσο αυτό, αλλά πρέπει να σπρώξεις αυτή τη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού σου και να συνεχίσεις το γράψιμο. Έχω ένα τυχερό βιβλίο περίπου κάθε δέκα χρόνια.

Θα μας πείτε κάτι για το επόμενο βιβλίο;

Όπως το προηγούμενο βιβλίο μου, η Μέση Αγγλία είναι μια πολιτική ιστορία για τη Βρετανία του σήμερα, αλλά ιδωμένη από την προοπτική της πρόσφατης ιστορίας. Ξεκινάει το 1945 και φτάνει στο σήμερα…

Πριν σας αφήσω, ποια είναι η εντύπωσή σας από την –παλιά– πόλη της Κέρκυρας; Είναι τόσο όμορφη όσο τη φανταζόσασταν;

Φυσικά, είναι πολύ όμορφη. Είμαι μόνο ένας τουρίστας, αλλά, απ’ όσο έχω δει μέχρι τώρα, είναι πολύ όμορφη και οι αναγνώστες μου με έχουν κάνει να νιώσω πολύ ευπρόσδεκτος. Έφτασα εδώ χθες και φεύγω αύριο, και δεν ξέρω την Ελλάδα όσο καλά όσο θα έπρεπε, αλλά θέλω να ξανάρθω.

Info: Το βιβλίο του Τζόναθαν Κόου Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις.