ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Το πουλί του Παραδείσου

Ένα ακαταμάχητο καλλωπιστικό, με βασιλικό όνομα και καταγωγή από τη Νότια Αφρική, που ξελογιάζει με τα εντυπωσιακά άνθη του.

to-poyli-toy-paradeisoy-561566047

Μία ματιά μόνο στο φανταχτερό άνθος της αρκεί για να δικαιολογήσεις απολύτως τον λόγο που η κοινή ονομασία της πολυετούς αυτής πόας, στα ελληνικά αλλά και στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου, είναι «πουλί του Παραδείσου». Τρία κάθετα σέπαλα με ζωηρό πορτοκαλί χρωματισμό δίνουν την αίσθηση λοφίου και σε συνδυασμό με τα ισάριθμα ιώδη πέταλα παράγουν μια εξαιρετικά πετυχημένη μίμηση της όψης ενός όμορφου πτηνού των Τροπικών. Δεν ξελογιάζεται όμως μόνο το ανθρώπινο μάτι από αυτή την πετυχημένη αναπαράσταση. Στην πατρίδα του, τη Νότια Αφρική, υπάρχουν αρκετά είδη πουλιών που επισκέπτονται το φυτό κατά την ανθοφορία του και πασπαλίζονται με γύρη την ώρα που λαίμαργα ρουφούν νέκταρ από τα πέταλα, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναπαραγωγή του είδους. Οι βλαστοί είναι ισχυροί, για να αντέξουν το βάρος των συχνά πολλών πτερωτών επισκεπτών, ενώ τα μεγάλα και πλατιά φύλλα του είναι σαρκώδη, στιλπνά και με κηρώδη επικάλυψη. Με την εμφάνιση που διαθέτει, η παγκόσμια αναγνώρισή του ως ακαταμάχητου καλλωπιστικού ήταν ασφαλώς βέβαιη. Πραγματοποίησε το πρώτο και σημαίνον βήμα της διεθνούς σταδιοδρομίας του το 1773, όταν φυτεύτηκε στον σπουδαίο Βοτανικό Κήπο του Λονδίνου ή αλλιώς Royal Kew Gardens, κομισθέν από μια εξερευνητική αποστολή του ξακουστού πλοιάρχου Τζέιμς Κουκ. Εκεί δημιούργησε μεγάλη αίσθηση, θαυμάστηκε από επισκέπτες που διέθεταν κύρος και συνέβαλλαν στην εξάπλωσή του. Εκεί επίσης έμελλε να βαφτιστεί με το επιστημονικό όνομα που φέρει μέχρι σήμερα, το Strelitzia reginae. Νονός του ήταν ο διευθυντής του Κήπου, Τζόσεφ Μπανκς, φημισμένος στην εποχή του περιηγητής και κυνηγός φυτών. Νομοτελειακά επέλεξε ένα όνομα που απέδιδε φόρο τιμής στην τότε βασίλισσα Σάρλοτ της Μεγάλης Βρετανίας, την οποία η βοτανική επιστήμη μνημονεύει με ευγνωμοσύνη, επειδή χρηματοδότησε γενναία την επέκταση του Κήπου. Ψάχνοντας στους γενεαλογικούς πίνακες των δυναστειών του 18ου αιώνα, κατανοούμε την επιλογή του: πριν νυμφευθεί τον φρενοβλαβή βασιλιά Γεώργιο Γ΄, ο επίσημος τίτλος της εν λόγω Γερμανίδας γαλαζοαίματης ήταν Δούκισσα Σοφία Σάρλοτ του Μέκλενμπουργκ-Στρέλιτζ. Μπορεί λοιπόν εκείνη να κακόπεσε, σίγουρα πάντως βοήθησε αποφασιστικά τη στρελίτσια να λάμψει και να βρει τον δρόμο της.

Κάθε διασημότητα έχει ασφαλώς τις ιδιοτροπίες της, η δική της είναι πως αναπτύσσεται βασανιστικά αργά, χρειάζεται μάλιστα τουλάχιστον μία τριετία μέχρι να ανθίσει πρώτη φορά. Στην αγορά, φυσικά, κυκλοφορούν μεγαλόσωμες και ήδη ανθισμένες στρελίτσιες για όσους δεν αντιλαμβάνονται πως η κηπουρική, ανάμεσα σε πολλά άλλα, είναι άσκηση στην αρετή της υπομονής. Ως αντιστάθμισμα αυτού του ελαττώματος προσφέρει τη χαρά πως τα –μάλλον λιγοστά– άνθη της, που κατά κανόνα εμφανίζονται στα μέσα της άνοιξης, διατηρούνται θαλερά και ακμαία επί μακρόν. Ακόμα και κομμένα αντέχουν στο βάζο τουλάχιστον δύο εβδομάδες, με συνέπεια το φυτό να καλλιεργείται σε αρκετές τροπικές χώρες ως κερδοφόρα πηγή δρεπτών ανθέων.

Εχθρός της το ψύχος

to-poyli-toy-paradeisoy0→ Λόγω καταγωγής, η στρελίτσια αντιπαθεί το ψύχος, θερμοκρασίες κάτω από τους -2°C προκαλούν σοβαρά προβλήματα. Ανάλογα λοιπόν με τη δριμύτητα με την οποία εμφανίζεται ο χειμώνας σε κάθε περιοχή, καλλιεργείται στον κήπο ή αναγκαστικά σε γλάστρα. Αγαπά την πλήρη έκθεση στον ήλιο και αντέχει στον καύσωνα, αν όμως αυτός αποτελεί συχνό φαινόμενο εκεί που θα φυτευτεί, διαλέξτε καλύτερα μια ημισκιερή θέση. Όσον αφορά το έδαφος, δεν είναι εκλεκτική, η καλή αποστράγγισή του συμβάλλει πάντως στην υγεία της.

Θέλει συχνό πότισμα καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθοφορίας, ώστε να μη στεγνώνει το χώμα, ελάχιστο όμως το υπόλοιπο διάστημα. Η ήπια λίπανση, άπαξ μηνιαίως από άνοιξη μέχρι αρχές φθινοπώρου, θα βελτιώσει αισθητά τις επιδόσεις της. Κλαδέματα δεν ταιριάζουν στη φύση της, πρόσφορο είναι όμως να αφαιρείτε τα μαραμένα άνθη και φύλλα.