ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Έμα Τάκερ: Οι Sunday Times στον 21ο αιώνα

Η πρώτη γυναίκα επικεφαλής των Sunday Times εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, μιλάει αποκλειστικά στο «Κ».

ema-taker-oi-sunday-times-ston-21o-aiona-561566251

«Συγχαρητήρια για την πρώτη σου δουλειά», της είχε γράψει σε ένα σημείωμα η μητέρα ενός φίλου της. «Αναμένω να σε συγχαρώ και όταν θα γίνεις η πρώτη γυναίκα αρχισυντάκτης μιας εφημερίδας εθνικής εμβέλειας». Η  Έμα Τάκερ είχε γελάσει όταν το διάβασε. Το έτος ήταν 1990 και εκείνη είχε πρόσφατα αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου σπούδασε Πολιτική, Φιλοσοφία και Οικονομικά, το πτυχίο που κατέχουν και πολλοί μετέπειτα πρωθυπουργοί της Μεγάλης Βρετανίας –και όχι μόνο–, και η δημοσιογραφική της καριέρα μόλις ξεκινούσε με ένα training πρόγραμμα στους Financial Times για αποφοίτους που θέλουν να γίνουν ρεπόρτερ, στο Λονδίνο.

Ο λόγος που γέλασε με την ιδέα τού να γινόταν κάποια μέρα αρχισυντάκτρια ήταν γιατί, εκτός των άλλων, στο γραφείο της μόνο μία γυναίκα ήταν σε πιο υψηλή θέση από εκείνη, μια δημοσιογράφος που κάλυπτε τον τομέα της γεωργίας. «Και μόνο η ιδέα μού φάνηκε εντελώς εξωτική», λέει στο «Κ». «Η σκέψη δεν περνούσε καν από το μυαλό μου». Fast forward τριάντα χρόνια. Τον Φεβρουάριο του 2020, οι Sunday Times –η εμβληματική κυριακάτικη εφημερίδα-ορόσημο της Μεγάλης Βρετανίας– ανακοινώνουν τη θέση της  Έμα Τάκερ ως της πρώτης γυναίκας αρχισυντάκτη της εφημερίδας εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει», δηλώνει με έμφαση. «Πολύ».

Το θέμα των αλλαγών αποτέλεσε τον πυρήνα της συζήτησής μας με την κ. Τάκερ, την πρώτη γυναίκα αρχισυντάκτη των Sunday Times μετά τη Ρέιτσελ Μπιρ –η οποία έγινε αρχισυντάκτρια όταν το 1893 αγόρασε την εφημερίδα–, καθώς η κ. Τάκερ ανέλαβε τους ST σε μια περίοδο που η πανδημία μόλις ξεκινούσε, η Μ. Βρετανία έβγαινε επισήμως από την Ευρωπαϊκή  Ένωση, η κουλτούρα της ψηφιακής δημοσιογραφίας και των online μέσων μαζικής ενημέρωσης γινόταν επικρατέστερη από ποτέ. Η ίδια αγκαλιάζει τις περισσότερες αλλαγές, μιλάει για τις προκλήσεις που ήδη αντιμετώπισε κι άλλες που έπονται, και για τις παραδοσιακές δημοσιογραφικές αξίες που παραμένουν ίδιες, αποτελώντας πάντα τον μπούσουλα του οράματός της για την εφημερίδα.

Προτεραιότητα στην ψηφιακή έκδοση

Πρώτα από όλα, συζητάμε για ένα debate που αφορά όχι πλέον το μέλλον του Τύπου, αλλά το παρόν – print-first ή digital-first; Πού δίνουν περισσότερη έμφαση οι Sunday Times, στο περιεχόμενο της έντυπης εφημερίδας ή στην ψηφιακή της μορφή; «Είμαστε digital-first», απαντά η κ. Τάκερ. «Νομίζω πως όλες οι εφημερίδες θα έπρεπε να είναι digital-first πια, όλη η μελλοντική μας ανάπτυξη εξαρτάται από το ψηφιακό κομμάτι». Παρ’ όλα αυτά, τονίζει πως δεν παραμελούν την έντυπη, καθώς οι Sunday Times συγκεκριμένα αποτελούν για πολλούς μία από τις σταθερές παραδόσεις μιας βρετανικής Κυριακής και διαθέτουν πολύ πιστό κοινό. Για να διατηρηθεί όμως αυτή η παράδοση, η κ. Τάκερ τονίζει ότι η έντυπη εφημερίδα πρέπει να είναι «πολύ υψηλής ποιότητας». Επιστρέφει σε αυτό και όταν η συζήτηση πηγαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο πώς επηρεάζουν τη δημοσιογραφία όταν μεγάλο μέρος του κοινού συνηθίζει τα fast news, τα γρήγορα νέα που παίρνει ακόμα κι από ένα tweet, μια λεζάντα στο Instagram, μια ανάρτηση στο Facebook. «Χρησιμοποιούμε τα social media για να προσελκύσουμε τον κόσμο, το πιο ευρύ πιθανό κοινό», αναφέρει η κ. Τάκερ. Καθώς όμως η ηλεκτρονική έκδοση των Sunday Times είναι εξ ολοκλήρου συνδρομητική, πώς πείθουν το κοινό τους να πληρώνει ούτως ώστε να τους διαβάζει; «Πρέπει η δημοσιογραφία να είναι πραγματικά πρώτης τάξεως, υψίστης ποιότητος, ο αναγνώστης να νιώθει εμπλουτισμένος από την εμπειρία», δηλώνει. 

ema-taker-oi-sunday-times-ston-21o-aiona0
Κάτω από τον ζεστό αθηναϊκό ήλιο: Η Έμα Τάκερ φωτογραφίζεται έξω από το Μουσείο Μπενάκη της Οδού Πειραιώς τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Εξηγεί πως αυτό μπορεί να γίνει μέσω του συνδυασμού έρευνας, δεδομένων, παράθεσης case studies σε συνδυασμό με τις γνώμες ειδικών και άλλα. Στα social media, λέει, δημοσιοποιούν πολύ μικρά κομμάτια του υλικού τους, στο τέλος της ημέρας όμως οι αναγνώστες δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για «clickbait, vanilla νέα», τονίζει, αναφερόμενη σε ειδήσεις που είτε είναι βαρετές είτε ο τίτλος τους προμηνύει κάτι πολύ πιο πιασάρικο από ό,τι εν τέλει το άρθρο έχει να προσφέρει. Όχι.

Οι αναγνώστες πληρώνουν για θέματα που «πραγματικά τους εξηγούν τον κόσμο, που σχετίζονται με τις ζωές τους», σημειώνει. «Είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για ξεχωριστά θέματα που δεν μπορούν να βρουν αλλού» – αυτού του είδους η δημοσιογραφία όμως κοστίζει. «Ο καλύτερος τρόπος να ξοδέψεις τα χρήματά σου», αν είσαι ένας οργανισμός των media, λέει η κ. Τάκερ, «είναι να τα επενδύσεις στο newsroom», στην αίθουσα σύνταξης δηλαδή. «Σε δημοσιογράφους που καταλαβαίνουν το audio, το video, το πώς να πουν μια ιστορία με διαφορετικούς τρόπους, δημοσιογράφους που ξέρουν πώς να χρησιμοποιούν τα δεδομένα» και τους οποίους, τονίζει, συνδυάζεις με πιο παραδοσιακούς ερευνητικούς δημοσιογράφους για το καλύτερο αποτέλεσμα. 

Επενδύοντας στους νέους

Αναφέρεται ξανά στη σημασία της επένδυσης στην αίθουσα σύνταξης, όταν τη ρωτώ πώς μια πιο παραδοσιακή εφημερίδα όπως οι Sunday Times μπορεί να προσελκύσει ένα νεότερο κοινό, που δεν μεγάλωσε με τη συνήθεια να αγοράζει εφημερίδα κάθε Κυριακή και που ίσως έχει λιγότερα χρήματα να ξοδέψει στον Τύπο, ειδικά εφόσον μπορεί να βρει πολλές ειδήσεις και θέματα δωρεάν. «Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση», λέει η κ. Τάκερ. «Αν σκεφτόμασταν μόνο το κοινό του έντυπου μέσου, δεν θα είχαμε πολύ μέλλον. Το νεότερο κοινό νοιάζεται ακόμα για τον κόσμο και το τι συμβαίνει, απλώς καταναλώνει τα νέα με πολύ διαφορετικό τρόπο», συμπληρώνει, εξηγώντας πως οι εφημερίδες παρουσίαζαν και παρουσιάζουν τις ειδήσεις σε μια δέσμη –επικαιρότητα, ξένες ειδήσεις, οικονομία, μόδα κ.ά.–, το νεότερο κοινό όμως έχει μάθει να παίρνει διαφορετικές ειδήσεις από διαφορετικούς προμηθευτές. «Πρέπει να σκεφτεί κανείς τι τους ενδιαφέρει και πώς θέλουν να το καταναλώσουν, τι περιμένουν από ένα θέμα – θέλουν κάτι με παραπάνω περιεχόμενο, ίσως περισσότερες ανθρώπινες φωνές», σημειώνει. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι και πάλι η αίθουσα σύνταξης. «Όταν γράφεις για ένα πιο νεανικό και ποικιλόμορφο κοινό, πρέπει να το διεκδικήσεις, πρέπει να έχεις ανθρώπους κάτω των 40 να γράφουν αυτά τα άρθρα», τονίζει. «Η αίθουσα σύνταξης πρέπει να αντανακλά το κοινό σου».

Αυτό φυσικά δεν έχει να κάνει μόνο με την ηλικία δημοσιογράφων και κοινού. Εκεί που η βρετανική δημοσιογραφία αντιμετωπίζει ακόμα πρόβλημα, λέει η κ. Τάκερ, είναι στην εθνοτική ποικιλομορφία, στο να έχουν περισσότερους δημοσιογράφους από διαφορετικά εθνικά backgrounds και μειονότητες. «Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία σε μια πόλη όπως το Λονδίνο», δηλώνει για την πολυπολιτισμική μητρόπολη, αλλά τονίζει πως πολλές φορές δεν τους στέλνουν καν αντίστοιχες αιτήσεις. «Πολλοί άνθρωποι δεν νομίζουν ότι είναι γι’ αυτούς, οι άνθρωποι ψάχνουν για δουλειά σε μέρη που τους αντικατοπτρίζουν», συμπληρώνει, επιμένοντας πως σε μια εφημερίδα οι διαφορετικές οπτικές, οπτικές που δίνει η ανομοιογένεια της αίθουσας σύνταξης, είναι απαραίτητες. Παρ’ όλα αυτά, για τις γυναίκες τουλάχιστον τα πράγματα είναι ήδη καλύτερα. Παραδείγματος χάριν, το newsdesk των Sunday Times αυτή τη στιγμή απαρτίζεται από πέντε γυναίκες, μια αλλαγή της κ. Τάκερ. «Δεν πήραν τη δουλειά επειδή είναι γυναίκες», τονίζει, «αλλά επειδή ήταν τα καλύτερα άτομα γι’ αυτή τη θέση». Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να ανησυχεί, σκέφτηκε τα optics – αν ήταν πέντε άνδρες αντί για πέντε γυναίκες, δεν θα φαινόταν άσχημο; «Έπειτα σκέφτηκα πως επί 2.000 χρόνια τα πράγματα γίνονταν με τον ανδρικό τρόπο», αναφέρει γελώντας, και κράτησε τη σύνθεση ως έχει. 

Το σύνδρομο του απατεώνα

Πριν γίνει η αρχισυντάκτρια των Sunday Times, ήταν για περίπου επτά χρόνια πρώτη γυναίκα αναπληρωτής αρχισυντάκτης των Times, της καθημερινής, «αδερφικής» εφημερίδας των ST, ενώ μεταξύ άλλων ρόλων που έχει αναλάβει στη μακρόχρονη καριέρα της, στο παρελθόν είχε καλύψει τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο για τους Financial Times. Είχε ποτέ το impostor syndrome, το σύνδρομο του απατεώνα, αυτό το βαθιά ενοχλητικό συναίσθημα που νιώθουν πολλοί άνθρωποι, και συγκεκριμένα –πολύ συχνά– πολλές γυναίκες, όταν ανεβαίνουν τα σκαλιά της πυραμίδας και βρίσκονται σε ένα δωμάτιο όπου μέχρι πριν μπορεί να υπήρχαν μόνο άνδρες; «Φυσικά και το είχα. Κάθεσαι εκεί και σκέφτεσαι “ποιον κοροϊδεύω;”», λέει με την ειλικρίνεια που διέπει τους Αγγλοσάξονες, ακόμα και αυτούς που κατέχουν τις πιο υψηλόβαθμες θέσεις. Και είναι απροσδόκητα ανακουφιστικό να ακούς πως ακόμα και η γυναίκα που στα 52 της έγινε αρχισυντάκτρια μιας από τις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές βρετανικές εφημερίδες το έχει νιώσει. 

«Αλλά έπειτα συνειδητοποιείς ότι σχεδόν όλοι το έχουν, νομίζω, ελπίζω!» συμπληρώνει. Θυμάται πως, όταν ήταν στις Βρυξέλλες καλύπτοντας την Κομισιόν, φοβόταν όταν σήκωνε το χέρι της να κάνει μια ερώτηση. «Ανησυχούσα πως θα ρεζιλευόμουν», δηλώνει, «και γι’ αυτό έβαζα τον εαυτό μου να το κάνει. Έλεγα “θα το κάνεις”. Πιστεύω πως οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν ό,τι τους φοβίζει, είναι ο μόνος τρόπος να προοδεύσεις». 

ema-taker-oi-sunday-times-ston-21o-aiona2
Η Έμα Τάκερ περιτριγυρισμένη από νεότερους συναδέλφους της. Η Τάκερ πιστεύει ότι τα έντυπα πρέπει να επενδύσουν σε ηλικίες κάτω των 40 ετών. ©ALAMY/VISUALHELLAS.gr

«Βγείτε από το comfort zone σας»

Αυτή είναι και η βασική συμβουλή της για δημοσιογράφους που τώρα ξεκινούν την καριέρα τους – «πρέπει να βγάλεις τον εαυτό σου από το comfort zone σου, πρέπει να κάνεις αυτή τη “βουτιά”», τονίζει. Η άλλη της συμβουλή σε εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους σχετίζεται με την κάλυψη. «Κάνε όσα περισσότερα μπορείς», λέει. «Όποια δουλειά κι αν σας ανατεθεί, κάντε την καλά, γιατί τα πάντα είναι ενδιαφέροντα, όλα έχουν ενδιαφέρον αν τα κάνετε σωστά. Αφοσιωθείτε στη δουλειά και μην παραείστε ανυπόμονοι. Κάντε το καλά, απολαύστε το, κάντε το επόμενο βήμα όταν είστε έτοιμοι», υπογραμμίζει. Το timing είναι υψίστης σημασίας – λέει πως, όταν οι τρεις γιοι της ήταν μικροί, δεν θα μπορούσε να είχε την τωρινή της θέση, αφού, ενώ την ένοιαζε πάντα πολύ η δουλειά της, προτεραιότητα ήταν η παρουσία της στη ζωή των παιδιών της. «Τώρα είναι εύκολο, γιατί έχουν μεγαλώσει», αναφέρει. Οι γιοι της, όπως λέει, ήταν πάντα πολύ περήφανοι για την «κουλ» δουλειά της μητέρας τους, αλλά, όταν ήταν μικροί, έκανε πολλές διευθετήσεις για να κρατήσει την ισορροπία στο σπίτι και στο γραφείο. Κάποια στιγμή, παραδείγματος χάριν, πήρε χρόνο εκτός δουλειάς, σε άλλη φάση είχε σύμβαση μερικής απασχόλησης, εκτός των άλλων, ενώ τονίζει πόσο σημαντικό υπήρξε αφενός το ότι ήταν μέρος ομάδων με πολύ καλούς συνεργάτες και αφετέρου η απίστευτη οργάνωση που χρειάστηκε να έχει για να μπορέσει να τα συνδυάσει όλα. «Είναι δύσκολο», τονίζει, «αλλά γίνεται».

Η μετά lockdown εποχή

Λίγες εβδομάδες αφότου ανέλαβε ως αρχισυντάκτρια, επιβλήθηκε lockdown και άρχισαν όλοι να δουλεύουν από το σπίτι, κάτι που η κ. Τάκερ τονίζει πως αποτέλεσε πρόκληση. «Δεν τους είχα καν γνωρίσει όλους στο γραφείο, όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε από το σπίτι, ήταν πολύ δύσκολο», δηλώνει. Τώρα έχουν επιστρέψει στο γραφείο –εκείνη πηγαίνει καθημερινά, άλλοι έρχονται τρεις φορές την εβδομάδα– και σημειώνει πως είναι πολύ σημαντικό το να μπορείς να επικοινωνείς με τους συνεργάτες σου διά ζώσης και ότι η πανδημία εισήγαγε μια πολύ πιο ευέλικτη προσέγγιση στον τρόπο εργασίας. «Βγάζει νόημα για κάποιους να δουλεύουν on and off από το σπίτι», λέει.

Στόχος η αξιόπιστη, συναρπαστική δημοσιογραφία

Σε ένα διεθνώς πολύ πολωμένο κλίμα, πώς επηρεάζουν τη δημοσιογραφία θέματα όπως η πολιτική ορθότητα; Η απάντηση έγκειται στις παραδοσιακές δημοσιογραφικές αξίες, «πρέπει απλώς να κάνεις τρομερό ρεπορτάζ», δηλώνει η κ. Τάκερ. «Υπάρχουν κανόνες που σχετίζονται με το ρεπορτάζ», τονίζει. «Πρέπει να είναι πολύ δυνατό». Διερωτώμενη πότε οι δημοσιογράφοι παράγουν την καλύτερη δουλειά τους, δίνει την απάντηση που οι απανταχού συνάδελφοι γνωρίζουν: «Όταν κάτι σε ενθουσιάζει», δηλώνει, «τίποτα δεν συγκρίνεται με το να ξέρεις πως έχεις ένα καλό θέμα στα χέρια σου». Και συμπληρώνοντας λέει πόση αξία έχει η συνεργασία μεταξύ δημοσιογράφων από διαφορετικά κομμάτια της εφημερίδας, όπως και το να μετακινείς τους δημοσιογράφους από ένα πόστο σε άλλο, για να δουν ένα θέμα με φρέσκια ματιά. Εν τέλει, ποιο είναι το όραμά της για τους Sunday Times; «Αξιόπιστη, συναρπαστική δημοσιογραφία που δεν χάνεται», τονίζει. «Θέλω να είναι σε επαφή με τον κόσμο», αναφέρει. «Να λένε “τι γράφουν σήμερα οι Sunday Times;”, “ποιες ιστορίες λένε;”». Η τελευταία της συμβουλή έχει να κάνει τόσο με τη δουλειά όσο και με τη ζωή εν γένει, μια ζωή που διεθνώς μοιάζει να κινείται σε όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, δημιουργώντας συχνά αχρείαστο άγχος και απίστευτες απαιτήσεις, ειδικά από τις νεότερες γενιές, για ένα αέναο catch-up με τον χρόνο που περνά και τη συσχέτισή του με κάθε προσωπικό αποτύπωμα, επαγγελματικό ή μη. «Η ζωή είναι μεγάλη», λέει στο «Κ». «Δεν χρειάζεται να έχεις κάνει τα πάντα μέχρι τα 35 σου».

Οι Sunday Times σε αριθμούς ☜
→ Έτος ίδρυσης: 1822.
→ Οι Times και οι Sunday Times έχουν 367.000 συνδρομητές στις ψηφιακές τους εκδόσεις (στοιχεία News Corp, Ιούνιος 2021).
→ Η συνδρομή για την πρόσβαση στην ψηφιακή έκδοση εγκαινιάστηκε το 2010.
→ Το 2018 οι ψηφιακοί συνδρομητές ξεπέρασαν αυτούς της έντυπης έκδοσης. Έκτοτε αυξάνονται πάνω από 10% χρόνο με τον χρόνο.
→ Οι Times και οι Sunday Times, σύμφωνα με στοιχεία του Μαρτίου 2021, μετρούν 15,6 εκατ. αλληλεπιδράσεις στο online περιεχόμενό τους, αυξημένες κατά 35,5% σε ετήσια βάση.
→ Οι Sunday Times είναι στην κορυφή των ποιοτικών κυριακάτικων εφημερίδων στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κυκλοφορία κοντά στις 650.000 φύλλα.