ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Στον μαγικό κόσμο του Δημήτρη Καραντζά

Ο 34χρονος σκηνοθέτης, παιδί-θαύμα του ελληνικού θεάτρου, μιλάει στο «Κ» για τη ζωή του, τη Φαίδρα και τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή που είναι η καινούρια του πρόκληση.

Στον μαγικό κόσμο του Δημήτρη Καραντζά

Δεν ξέρω πώς ο Δημήτρης Καραντζάς έχει καταφέρει να λέει εύκολα ναι στις συνεντεύξεις, να μιλάει ανοιχτά, να αξιοποιεί τα μέσα και ταυτόχρονα να απεκδύεται, χωρίς καν να το συνειδητοποιεί, την εμπορικότητα, τη μαζικότητα, καθετί εύπεπτο. Είναι κι αυτό μια αντίφαση, σαν αυτήν που βίωσε όταν ήταν παιδί και τον καθόρισε. Μίλησε και σ’ εμάς γι’ αυτή την αντίφαση, στη συνέντευξη που κανονίσαμε με αφορμή την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου Προσκήνιο, την οποία ανέλαβε φέτος. Τον βρήκα στο θέατρο μία ώρα πριν αρχίσει να έρχεται ο κόσμος για την παράσταση Φαίδρα, την πρώτη του ως καλλιτεχνικού διευθυντή στο Προσκήνιο. Προλάβαμε να κουβεντιάσουμε σχεδόν για όλα, μέχρι να γεμίσει το θέατρο. Μετά τη συνέντευξη, κάθισα να παρακολουθήσω την παράσταση, για την οποία είχα ακούσει πολλά. Όταν χτύπησε το τρίτο κουδούνι και έσβησαν τα φώτα, τον είδα να μπαίνει στην πλατεία και να κάθεται διακριτικά σε μια ακριανή θέση, με το μπλοκάκι και το στιλό στα χέρια. Κρατούσε σημειώσεις πότε με αγωνία, πότε με ενθουσιασμό. Όταν έπεσε η αυλαία (το λέω μεταφορικά, γιατί αντί αυλαίας έχει τοποθετήσει ένα καφασωτό πλαίσιο στη σκηνή μέσα από το οποίο παρακολουθείς το δρώμενο), ήταν ο πρώτος που άρχισε να χειροκροτεί και ο τελευταίος που σταμάτησε. Άραγε το κάνει κάθε βράδυ αυτό; Δεν τον ρώτησα φεύγοντας, έμεινα με την απορία. Νομίζω πάντως πως ναι. 

Λίγα πράγματα για τον ίδιο, για όσους δεν τον ξέρουν: αγαπά να σκηνοθετεί «περίεργα», δύσκολα έργα. Ο Ίψεν, ο Τσέχοφ, ο Σαίξπηρ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Πιραντέλο, ο Αριστοφάνης είναι κάποιοι από τους συγγραφείς με τους οποίους έχει καταπιαστεί μέχρι σήμερα. Παραστάσεις του έχουν φιλοξενήσει το Φεστιβάλ της Αβινιόν και το Εθνικό Θέατρο του  Όσλο. Αν και η προσωπική του περηφάνια είναι η πρώτη του συνεργασία με το Αμόρε, το θέατρο που, όπως μου είπε, σημάδεψε την εφηβεία του και στο οποίο έκανε την παρθενική σκηνοθετική του απόπειρα – στα 19 του.

Φέτος ανέλαβες το θέατρο Προσκήνιο. Αρκετά νέος, στα 34 σου, για καλλιτεχνικός διευθυντής θεάτρου…
Υπάρχει και ο Τόμας Οστερμάιερ, που ανέλαβε το Schaubühne στο Βερολίνο στα 32 του. Και μιλάμε για ένα μεγάλο διεθνές θέατρο, όχι για ένα μικρό αθηναϊκό. Δεν συγκρίνομαι με τον Οστερμάιερ, μην παρεξηγηθώ. Θέλω απλώς να πω ότι έχουμε μια περίεργη σχέση με το θέμα της νεότητας στην Ελλάδα. Εγώ είμαι νέος, αλλά, επειδή σκηνοθετώ, χάρη σε μια σύμπτωση, από τα 19 μου, μπορεί και να είμαι καλλιτεχνικά γερασμένος. Δεν συμβαδίζει απαραίτητα ο βιολογικός χρόνος με τον δημιουργικό. 

Εσύ πώς έχεις διανύσει τον δημιουργικό σου χρόνο μέχρι σήμερα;
Είχα πολύ νωρίς μια έντονη ανάγκη να επικοινωνήσω, να μοιραστώ. Την ανάγκη αυτή δεν την κάλυπτα μέσα από τις προσωπικές σχέσεις και επαφές και προσπάθησα να συνδεθώ μέσα από αυτή την τέχνη. Η επικοινωνία από τη σκηνή και την πλατεία δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη. Είναι κάτι σχεδόν εθιστικό. Οπότε, λόγω αυτού του «εθισμού», έχω κάνει παραπάνω πράγματα απ’ όσα ενδεχομένως άντεχα σε σχέση με την ψυχολογία και την ετοιμότητά μου, αλλά και σε σχέση με τον χρόνο. 

Τι ήταν αυτό που είχες τόσο έντονη ανάγκη να επικοινωνήσεις;
Νομίζω ότι έχει να κάνει με μια αντίφαση που βίωνα μέχρι την ενηλικίωσή μου. Πήγαινα σχολείο στο Αρσάκειο Εκάλης και έμενα στην οδό Φυλής. Τότε η χώρα βίωνε τη φάση του νεοπλουτισμού, οπότε στο σχολείο μου τα παιδιά ασχολούνταν με τις μάρκες των ρούχων τους και τις φορολογικές δηλώσεις των γονιών τους. Στη γειτονιά μου, από την άλλη, ήμουν εξοικειωμένος με τους μετανάστες και με τα πορνεία. Αυτή η αντίφαση με έκανε πολύ κλειστό, δεν μπορούσα να μοιραστώ τις σκέψεις μου με κανέναν συμμαθητή μου. Όταν ανακάλυψα το θέατρο, είπα ότι εδώ υπάρχει μια ελευθερία, μπορώ κι εγώ να ανήκω. Εδώ χωράς απ’ όπου κι αν προέρχεσαι κοινωνικά ή όποιος κι αν είναι ο σεξουαλικός προσανατολισμός σου. 

Αν μπορούσες να επέμβεις στο παρελθόν σου, θα άλλαζες τη γειτονιά όπου μεγάλωσες ή το σχολείο όπου πήγες;
Θα άλλαζα το κομμάτι της αλαζονείας και του ρατσισμού στο σχολείο μου. Όμως πήρα πράγματα από αυτή την αντίφαση, μπήκα σε μια εγρήγορση και έμαθα να διαβάζω αντίθετα πράγματα. Θυμάμαι να επιστρέφω από το σχολείο και να παρατηρώ από το μπαλκόνι τους οίκους ανοχής, που στην αρχή δεν ήξερα καν τι είναι, και να αναρωτιέμαι γιατί σ’ αυτά τα σπίτια μπαίνουν τόσοι άνδρες. Έπειτα έμαθα και άρχισα να ταξιδεύω με τη φαντασία μου. Έβλεπα να μπαίνει κάποιος το απόγευμα και έλεγα: Αυτός τόσο μόνος του είναι; Δεν έχει πουθενά να πάει και έρχεται εδώ; 

Στον μαγικό κόσμο του Δημήτρη Καραντζά-1
Σκηνές από τη Φαίδρα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα. Πρωταγωνιστούν οι Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Νίκος Μάνεσης, Μιχάλης Σαράντης. Πληροφορίες στο theatroproskinio.gr. © ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΚΕΛΛΥ ΚΑΛΑΜΠΑΚΑ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ

Ποια είναι η καλλιτεχνική ανάγκη της εποχής; Εννοώ τι κρίνεις ότι χρειάζεται ο κόσμος από την τέχνη στην εποχή που διανύουμε;
Αν το ξέραμε, νομίζω ότι θα ήμασταν πιο σαφείς στις κατευθύνσεις μας. Όμως είμαστε ακόμη μουδιασμένοι. Ειδικά για τους ανθρώπους του θεάτρου ήταν τόσο μεγάλο το σοκ της απόλυτης κατάργησης της δουλειάς μας κατά τη διάρκεια της πανδημίας, που δεν έχουμε επανέλθει ακόμη σε κανονικότητα. Πάντως εικάζω ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να παρακολουθήσει δουλειές που έχουν από πίσω σκέψη και κόπο, που θα τους κινητοποιήσουν πνευματικά. Θεωρώ ότι η καραντίνα ήταν η απόλυτη πνευματική αποβλάκωση.➔

Ήταν ένας τρόπος να βγεις από αυτή την αποβλάκωση η εμπλοκή σου με το ελληνικό #ΜeΤoo; Το λέω γιατί πήρες σαφή θέση και σε είδαμε ακόμη και σε τηλεοπτικές εκπομπές. Φαινόταν ότι είχες ανάγκη να μιλήσεις.
Ναι, ήταν η μόνη στιγμή που κινητοποιήθηκα, γιατί θεώρησα ότι είναι το μόνο πράγμα που οδηγούσε στην πρόοδο εκείνη την περίοδο. Βέβαια, είναι ένα θέμα που αγγίζει και μια προσωπική μου χορδή, γιατί έχω στενή σχέση με ένα πρόσωπο που έχει βιαστεί στον καλλιτεχνικό χώρο και θεώρησα ότι ο μόνος τρόπος να είμαι άνθρωπος είναι να βγω να μιλήσω, να πάρω θέση. Τρελάθηκα όταν είδα ότι πάει να δοθεί κομματική απόχρωση σ’ αυτό το θέμα. Θύμωσα πάρα πολύ. Το κέρδος που μας έμεινε είναι ότι, πέρα από τη σεξουαλική κακοποίηση, άνθρωποι με εξουσία στον χώρο του θεάματος που ήταν δεδομένο ότι θα σε υποτιμήσουν ή θα σε προσβάλουν, έχουν πλέον «μαζευτεί». Το βλέπω καθαρά. 

Διαβάζοντας το πρόγραμμα του θεάτρου Προσκήνιο, καταλαβαίνω ότι θέλεις να κάνεις κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. 
Η πρόθεσή μου είναι να δημιουργήσω αρχικά έναν πυρήνα ηθοποιών και συντελεστών που να μιλάμε την ίδια γλώσσα και να πληρώνονται όλοι για τη δουλειά τους – πράγμα που δεν είναι αυτονόητο στον χώρο μας. Θέλω να προσκαλούνται στο Προσκήνιο νέοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί που αξίζει να πάρουν χώρο, να δείξουν τη δουλειά τους και να αμειφθούν γι’ αυτήν. Ανακυκλώνουμε μια σειρά συγκεκριμένων σκηνοθετών και ηθοποιών, ενώ υπάρχουν τόσοι νέοι άνθρωποι που έχουν κάτι σημαντικό να πουν. Αυτό είναι ένα προσωπικό στοίχημα για μένα, γιατί, όταν στα 19 μου έκανα μια αίτηση στο Αμόρε για να σκηνοθετήσω, οι τότε καλλιτεχνικοί διευθυντές του, Χουβαρδάς και Μοσχόπουλος, με εμπιστεύτηκαν, είδαν κάτι σ’ εμένα και μου άνοιξαν τον δρόμο. Με δέχτηκε ένα θέατρο που ήταν ο σταθμός της εφηβείας μου. Το Αμόρε δεν ξαναγίνεται, αλλά θα ήθελα πολύ με όποια δύναμη έχω να υποστηρίξω κι εγώ ανθρώπους που βρίσκονται σε αναζήτηση τρόπου έκφρασης. Έχουμε φτάσει σε σημείο να επιλέγονται ηθοποιοί με κριτήριο την απήχηση του σίριαλ στο οποίο παίζουν.

Ανάλογο κριτήριο δεν είναι και οι followers στο Instagram;
Βέβαια, πού το πας αυτό; Όλοι χρησιμοποιούμε τα social media για να προβάλουμε τη δουλειά μας, αλλά στ’ αλήθεια είναι εφιαλτικό ως κριτήριο. Δηλαδή ένας όμορφος άνθρωπος που ασκεί έλξη και τον ακολoυθούν στο Instagram δεν σημαίνει ότι μπορεί να παίξει τον Άμλετ. 

Έχεις δημιουργήσει και μια λέσχη ανάγνωσης εντός του θεάτρου.
Ναι, είναι μεγάλη μου τιμή ότι μέσα στο θέατρο έχουμε ένα παράρτημα των εκδόσεων Νεφέλη, που έχουν υπέροχα βιβλία θεάτρου. Είναι οι εκδόσεις μέσα από τις οποίες εγώ αγάπησα το θέατρο. Εκτός από τη λέσχη ανάγνωσης, συζητάμε και για κάποια σεμινάρια και workshops. 

Γιατί ξεκίνησες με τη Φαίδρα;
Κάνοντας μια μελέτη στον Ιππόλυτο, έπεσα στο κείμενο της Τσβετάγιεβα, που είναι ένα ποίημα γραμμένο σε δομή θεάτρου και είναι τεράστια πρόκληση, γιατί βλέπεις στίχο και ποιητικό ρυθμό, ενώ η ίδια η συγγραφέας έλεγε ότι δεν το έγραψε για να παιχτεί στο θέατρο. Πέντε πρόσωπα σ’ έναν στενό χώρο προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη σχέση τους με τη φύση, το σώμα και το ένστικτό τους. Όλα τα κείμενα της Τσβετάγιεβα έχουν ως κοινή θεματική την ένωση μέχρι θανάτου. Το να μπορέσεις να φτάσεις σ’ ένα τέτοιο σημείο. 

Σε αφορά και προσωπικά αυτό ως θέμα; 
Ναι, ο έρωτας μου φαίνεται τρομακτικά δύσκολη περίπτωση. Καταλαβαίνω ότι αυτό που αναζητά η Τσβετάγιεβα μπορείς να το ζήσεις μόνο κάποια δευτερόλεπτα και ύστερα δεν ξέρεις τι να κάνεις. Εγώ δηλαδή δεν έχω καταφέρει να βρω τι να κάνω τον υπόλοιπο χρόνο. Όμως αξίζει η αναζήτηση, μιλάμε για τη μόνη συνθήκη μέσα στην οποία νιώθεις αληθινά ζωντανός. 

Και οι επόμενες παραστάσεις;
Σήμερα ξεκινήσαμε πρόβες για τον Θείο Βάνια του Τσέχοφ, που είναι ο αγαπημένος μου θεατρικός συγγραφέας. Αυτή η παράσταση, που θα ανέβει με τον καινούργιο χρόνο, σηματοδοτεί και την επάνοδο της Ξένιας Καλογεροπούλου. Eίναι η πρώτη της παράσταση από τότε που έχασε την όρασή της. Στην πρώτη μας πρόβα σήμερα, που διήρκεσε πέντε ώρες, είδα ότι αυτός ο άνθρωπος είναι 100% εδώ. Αυτό είναι συγκινητικό για τη δουλειά του ηθοποιού, αλλά και για το απόθεμα ψυχής που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Είναι τρομερά παρηγορητικό. 

Διάβαζα ότι έχεις μια ροπή προς τα έργα που πραγματεύονται το τραύμα. Είναι αλήθεια;
Ναι, αν συνοψίσεις και αυτά που έχω πει στη συζήτησή μας, μάλλον επιβεβαιώνεται αυτό που διάβασες. Όπως, ας πούμε, ότι ο κόσμος είναι ένα πεδίο στο οποίο δεν επικοινωνείς a priori ή ότι ο έρωτας είναι κάτι που δεν θα αγγίξεις ποτέ… Αυτές οι απόψεις βασίζονται σε προσωπικά μου τραύματα που έχω ανάγκη να ξύνω συνέχεια. Για να τα ξεπεράσω; Για να συμφιλιωθώ; Θα αποκαλυφθεί στην πορεία.