ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ένα πλοίο μπάταρε έξω από τη Μαγιόρκα

Οι συζητήσεις στα καταλανικά, η ιεροτελεστία της σιέστας και τα σημάδια του Σταυρού του Νότου εμφανίζονται από το πουθενά στα καλντερίμια της Πάλμα ντε Μαγιόρκα.

Ένα πλοίο μπάταρε έξω από τη Μαγιόρκα

«Μπάσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές». Για έναν λόγο, έχει κολλήσει στο ριπλέι του μυαλού το «Καραντί» του Καββαδία. Να το χρεώσω στους φοίνικες που σκεπάζουν την παραλία της Πάλμα; Στον ήλιο που ανέτειλε οκτώ το πρωί, μαχμουρλής και βαρύθυμος, σε μια πόλη που έχει μάθει να ξεκινάει τη ζωή της δύο ώρες αργότερα; Σίγουρα όχι στην μπάσα στεριά, γιατί, αν ο ουρανός δώσει το οκέι, η Μαγιόρκα είναι ορατή και από την παραλία της Μπαρτσελονέτα. Αντί για φάρο, η Πάλμα έχει τη Σέου, έναν καθεδρικό γοτθικής τεχνοτροπίας σκέτο κόσμημα, που ίσως να είχε τη σφραγίδα του Γκαουντί στη μεγάλη αναστήλωσή του, αν εργολάβος και αρχιτέκτονας δεν πιάνονταν στα χέρια. Τουρίστες μπαίνουν μέσα να βγάλουν φωτογραφίες. Ο ιερέας τούς κοιτάει με μισό μάτι, αλλά συνεχίζει την πρωινή προσευχή της Δευτέρας. Όσοι ντόπιοι δεν κάνουν τζόκινγκ στα καλντερίμια τρέχουν να πιάσουν τραπέζι στους φούρνους του κεντρικού πεζόδρομου. «Un café con leche y una ensaimada, por favor» παραγγέλνουν και κουβαλούν στους δίσκους τους έναν καφέ με γάλα και μια γλυκιά ζύμη τυλιγμένη σαν κοζανίτικο κιχί, πασπαλισμένη με ένα βουνό άχνης ζάχαρης. Ο παλμός της Πάλμα δεν χτυπάει κάτω από τις καμάρες της Πλάσα Μαγιόρ. Ούτε στα βουλεβάρτα με τις τουριστικές παγίδες και τα ανθοπωλεία και στις ήσυχες αγορές της πόλης. Μόνο στην Πλάσα ντ’Ισπάνια, στο άτυπο όριο μεταξύ του τουριστικού προσωπείου και της πραγματικής εικόνας της πόλης. Μόλις το ρολόι δείξει δύο, τα ρολά στα μαγαζιά κατεβαίνουν. Η ώρα της σιέστας είναι ιερή. Μικρά μπαρ σερβίρουν μπίρες και ετοιμάζουν ασταμάτητα τάπας και πίντσος για τους θαμώνες που χαλαρώνουν από τη δουλειά. «Τι θέλεις να φας;» με ρωτάει ο Χουάν, ένας 70χρονος σερβιτόρος. Του εξηγώ πως τα καστιγιάνικά μου είναι σε κακή κατάσταση. «Ε, μίλα καταλανικά τότε», ανταπαντάει. Κατάλογος δεν υπάρχει. Μου φέρνει ένα στιφάδο με ρεβίθια, ένα σνίτσελ, μπίρα και καφέ για σβήσιμο. Για όλα αυτά, μου ζητάει δέκα ευρώ. «Με κλέβεις ή σε κλέβω;» τον ρωτάω. Γελάει και πιάνουμε κουβέντα. «Οι Έλληνες καταστραφήκατε πολύ από την κρίση», διαπιστώνει. «Έχουμε πολύ δρόμο για να γίνουμε Ισπανία», του λέω και τον αποχαιρετώ. Στη βιτρίνα ενός μικρού βιβλιοπωλείου φιγουράρει ένα βιβλίο για τον Αλμοδόβαρ και τον Ταραντίνο. Μπαίνω μέσα και ρωτάω τον υπάλληλο αν μπορώ να το ξεφυλλίσω. Στο ταμείο του, όμως, το μάτι πέφτει σε ένα βιβλίο με εξώφυλλο κάτι παταράτσα. La guardia – Nikos Kavvadias. Τον ρωτάω πώς του φαίνεται η «Βάρδια» και μου απαντάει πως νιώθει σαν να βρήκε ένα ναυτικό διαμάντι. Του λέω πως στο σχολείο δεν μας τον δίδαξαν, αλλά όσοι θέλαμε τον μάθαμε από τις μελοποιήσεις των ποιημάτων του. Μου δίνει ένα χαρτί και του γράφω το όνομα του δίσκου. Φεύγοντας, ακούω από το μαγαζί του τις πρώτες νότες από τον Σταυρό του Νότου. Τώρα η μουσική του Μικρούτσικου έχει κολλήσει και σε άλλον.