ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κορνήλιος Σελαμσής: «Mπορούμε να κάνουμε μια συνέντευξη που να μην αρέσει;»

Ο συνθέτης Κορνήλιος Σελαμσής μιλάει για τη φιλόδοξη παραγωγή A Greek Songbook, για όλα όσα αγαπάει, αλλά και όλα όσα τον ενοχλούν – που είναι πολλά.

Κορνήλιος Σελαμσής: «Mπορούμε να κάνουμε μια συνέντευξη που να μην αρέσει;»

Θα έδινα μεγάλη χαρά στον Κορνήλιο Σελαμσή αν τον χαρακτήριζα «αμφιλεγόμενο». Άλλωστε, σχεδόν ό,τι κάνει, ή ό,τι τέλος πάντων αποκτά δημοσιότητα, μοιάζει με αταξία. Η τολμηρή Συγκατοίκηση με τον Κωνσταντίνο Βήτα το 2013 στη Στέγη, η όπερα Λεόντιος και Λένα, που παρουσίασε το 2016 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά και πρόσφατα κομμάτια, όπως το Poissons Tristes, περισσότερο καθρέφτισαν μια διάθεση για «ταρακούνημα» παρά μια δίψα για παλαμάκια. Ως συνθέτης σύγχρονης κλασικής μουσικής, έχει ακούσει έργα του να παρουσιάζονται από κορυφαίες ορχήστρες διεθνώς. Στο θέατρο έχει συνεργαστεί με μερικούς από τους σημαντικότερους εν ενεργεία σκηνοθέτες. Παρ’ όλα αυτά, επιμένει να κινείται σε μια πειραματική ζώνη, μακριά από ευκολίες, ανένταχτος και ενίοτε βαλλόμενος. 

«Θέλω να δημιουργήσω μια άλλη συνθήκη ακρόασης», μου λέει από το γραφείο του σπιτιού του στο Κολωνάκι όπου συναντιόμαστε. Ανάμεσά μας ο γάτος του, Οσμάν, το λάπτοπ, χαρτιά, στοίβες από βιβλία. Αφορμή της συνέντευξης, η μεγάλη παραγωγή A Greek Songbook που επιμελείται ο ίδιος, μια παραγγελία της Εθνικής Λυρικής για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, με τη στήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Για τρεις συναυλίες, δημοφιλείς τραγουδοποιοί όπως ο Γιάννης Αγγελάκας και η Nalyssa Green, αλλά και καλλιτέχνες του ευρύτερου χώρου της μουσικής, όπως ο Δημήτρης Καμαρωτός και ο Νικόλας Τζώρτζης, εμπνέονται από την Ελληνική Επανάσταση παρουσιάζοντας πρωτότυπα τραγούδια, οργανικές συνθέσεις και έργα video art. Κοινός παρονομαστής, η χρήση ανθολογημένων ιστορικών υλικών (κειμένων, σκοπών, αφηγήσεων) που σχετίζονται με το 1821. 

Ο Κορνήλιος Σελαμσής μιλάει σαν παλιός εκφωνητής ραδιοφώνου. Σοβαρός και ευχάριστος μαζί, μετρημένος, αλλά με ένα μεγάλο πάθος, που είναι η μουσική. Σε μια στιγμή κάνει παύση. Γυρνάει προς το πιάνο και παίζει συγχορδίες, για να μου εξηγήσει τι εννοεί. Στο ξεπροβόδισμα, ρωτάει αν είμαι ΟΚ με τη συνέντευξη. «Εγώ σίγουρα», λέω. «Ελπίζω να αρέσει και στους άλλους». Η απάντησή του έρχεται ακαριαία: «Μα το θέμα είναι να μην αρέσει! Μπορούμε να κάνουμε μια συνέντευξη που να μην αρέσει;».

Κορνήλιε, αισθάνομαι ότι ούτε ο κόσμος που έχει μια επιδερμική σχέση με τη μουσική σε καταλαβαίνει, ούτε όμως και η πλειονότητα του κοινού της Λυρικής. Πέφτω έξω;
Πάντα κουβαλάω τη ρετσινιά του ανθρώπου που κάνει κάτι περίεργο. Ναι, δεν έχω σχέση με ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Ίσως από άμυνα. Θέλω να απεξαρτηθώ από την ανάγκη μιας αγαπητικής σχέσης με 1.000, 500 ή 30 ανθρώπους που ακούν τη δουλειά μου και λένε «τι ωραία» ή «αυτό δεν μου άρεσε, προτιμώ το άλλο». Προσπαθώ, όσο γίνεται κάθε φορά, να δημιουργώ μια σχέση εκ του μηδενός. Δεν είναι απλό. 

Πες μου λίγο για το A Greek Songbook που ετοιμάζεις. Κατ’ αρχάς, ήταν δική σου πρόταση ή ανάθεση; 
Ήταν μια ανάθεση που είχε μόνο τον τίτλο. Τους είπα πρέπει να μου παραγγείλετε να σας γράψω μια πρόταση, την οποία δεν είστε υποχρεωμένοι να υλοποιήσετε. Κάθισα λοιπόν, αφιέρωσα τρεις μήνες του 2019 στο διάβασμα και εν συνεχεία πρότεινα μια παραγωγή που θα συνέδεε ανθρώπους της λόγιας, γραπτής μουσικής με δημιουργούς της τρέχουσας τραγουδοποιίας, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι κάνουν περφόρμανς ή εικαστικά. Η διάθεσή μου ήταν να συνδυαστούν έργα που έχουν μια εκρηκτική απώθηση μεταξύ τους, π.χ. ένα έργο του Φοίβου Δεληβοριά και ένα έργο του Νικόλα Τζώρτζη, θέλοντας κάπως να καταργήσω και τα όρια. Επέλεξα προσωπικά τους καλλιτέχνες (υπήρξαν κάποιοι που δεν έγιναν δεκτοί) και το μόνο που έβαλε η Λυρική σαν όριο ήταν το κόστος. Στη συνέχεια άρχισα να το οργανώνω, αναλαμβάνοντας και κάποιες από τις ενορχηστρώσεις. Το υλικό θα αποδελτιωθεί και οι τρεις συναυλίες θα ηχογραφηθούν, γιατί είναι αρκετά δύσκολο να γίνουν ξανά, δεδομένου ότι συμμετέχουν πολλά όργανα και πολλοί συνδυασμοί. 

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ορισμένοι καλλιτέχνες λειτουργούν ως «κράχτες»;
Εγώ δεν το είδα έτσι. Αν κάποιος μου έλεγε «ωραία, θα σου φτιάξω ένα τραγούδι» και μου το τελείωνε σε μία μέρα, κάτι θα με ανησυχούσε. Όμως όλοι οι δημιουργοί αντιδρούσαν, είχαν γνώμη, κάποιοι δεν το έβρισκαν και το έψαχναν για μήνες. 

Σε ποια βάση θα κρίνεις αν πέτυχε το εγχείρημα ή όχι;
Κατ’ αρχάς, έχει να κάνει με το αν οι συνθέσεις τελικά λειτουργήσουν με μια σχετική εντέλεια. Δηλαδή, αν κάθε κόσμος ηχεί ολοκληρωμένος, όσο αντιθετικός κι αν είναι από τον επόμενο ή τον προηγούμενο. Επίσης, θα θεωρήσω το εγχείρημα επιτυχημένο αν ανοίξει μια συζήτηση σχετική όχι μόνο με τα τραγούδια, αλλά και μια συζήτηση για τη συνύπαρξη ασύνδετων πραγμάτων. Είναι και λίγο ψυχαναλυτικό. Έχω συνηθίσει όλη μου τη ζωή να μου λένε «δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις, δεν ταιριάζουν αυτά». Όταν λέμε ποια αντικείμενα, ποια χρώματα ή ποια έργα τέχνης στην προκειμένη περίπτωση ταιριάζουν μεταξύ τους, παίρνουμε απέναντί τους έναν ρόλο που είναι φασιστικός. 

Στις μουσικές που παρακολουθώ, ο όρος «εναλλακτικό» χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει το αντίθετο του mainstream. Για τη Λυρική τι σημαίνει «Εναλλακτική Σκηνή», στην οποία υπάγεται αυτό που ετοιμάζεις;
Νομίζω πως είναι ένας ευφημισμός που σηματοδοτεί ένα μη τυποποιημένο ρεπερτόριο. Φυσικά και αυτό είναι μια τυποποίηση από μόνο του. Γιατί έπειτα προκύπτουν αποκλίνοντα και συγκλίνοντα, όπως κάθε φορά που μια πλειοψηφία ορίζει έναν κανόνα που δεν εδράζεται στο αυταπόδεικτο. 

Σε έχω ακούσει σε συνέντευξη να μιλάς υποτιμητικά για την τέχνη του τραγουδιού: «Δεν πιστεύω στο τραγούδι, το έχω ξεράσει, το ακούω παντού»…
Δεν πιστεύω στα τοτέμ. Δεν πιστεύω στην απόλυτη ευαρέσκεια, στην de facto λευκή επιταγή και στη θεϊκή ευχέρεια που έχει αυτή η τεχνική κατασκευής μουσικής να απευθύνεται στο κοινό και να λειτουργεί. 

Συμβαίνει όμως. Τι πάει να πει «δεν πιστεύω»;
Εντάξει, το «δεν πιστεύω» ήταν μια πολύ κακή διατύπωση ενός ανθρώπου ο οποίος στην πραγματικότητα ήθελε να δημιουργήσει μια οξεία εντύπωση. Με ενοχλεί η σχέση που δημιουργείται όχι από τους ανθρώπους που προσλαμβάνουν το τραγούδι, αλλά από αυτούς που θεωρητικολογούν επί του τραγουδιού και το κατασκευάζουν. Γιατί πιστεύω ότι μπορεί να προκύψει μια πολύ υψηλότερη τέχνη τραγουδιού. Και δεν εννοώ «δύσκολες» μουσικές, που εντάσσονται σε άλλους τόπους, αλλά ευανάγνωστα τραγούδια. Μου φαίνεται εξαιρετικά πληκτική και ρηχή η τρέχουσα παραγωγή. Ας προσπαθήσουμε όλοι περισσότερο. 

Προσωπικά, η κλασική μουσική με κάνει να αισθάνομαι λίγος και αστοιχείωτος…
Εγώ πιστεύω κάτι, που μπορεί να είναι και βλακώδες: ότι, αν ένας άνθρωπος μπορεί να δει έναν πίνακα του Ρόθκο, μπορεί να ακούσει και τη μουσική του Στοκχάουζεν. Αν μπορεί να διαβάζει τον Οδυσσέα του Τζόις, που βρίσκεται εδώ μπροστά μου, τότε μπορεί να ακούσει και Άντον Βέμπερ. 

Τι σημαίνει όμως «να ακούσει»; Εγώ αναφέρομαι στη βαθύτερη σύνδεση με το έργο…
Άρα λοιπόν μου λες ότι υπάρχει τέχνη που σε συγκινεί και τέχνη που δεν μπαίνει σ’ εσένα με έναν τρόπο που να είναι επιδραστικός ως βίωμα. Όχι, δεν υστερείς εσύ. Και δεν υστερεί και η τέχνη. Εδώ είναι το καίριο πρόβλημα και έχει πολλή σημασία. Πήγαινέ με σε ένα ροκ μπαρ. Πέρα από τα αριστουργήματα, στα υπόλοιπα κομμάτια θα ακούω έναν λευκό θόρυβο. Όσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε με κάτι, τόσο εμβαθύνουμε. Θυμάσαι την πρώτη φορά που ήπιες κρασί; Είπες «τι αηδία είναι αυτή». Σήμερα το απολαμβάνεις. Ε, κάποιοι καταλαβαίνουν και τις λεπτές διαφορές.

Κορνήλιος Σελαμσής: «Mπορούμε να κάνουμε μια συνέντευξη που να μην αρέσει;»-1

Πάντως πάρα πολλοί καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως είδους, θεωρούν ότι κάνουν κάτι το οποίο ο κόσμος δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει. Συμβιβαζόμενοι πια, ρίχνουν την ευθύνη στους άλλους και όχι στον εαυτό τους… 
Το να ρίχνει κανείς την ευθύνη των άδειων αιθουσών στο ανέτοιμο ή ακαλλιέργητο κοινό είναι τουλάχιστον ματαιόδοξο. Από την άλλη μεριά, το να λέμε ότι πρέπει να βρούμε έξυπνους τρόπους για να φέρουμε το κοινό πίσω είναι εξίσου ανόητο. Κατά τη γνώμη μου, το καίριο θέμα αυτής της υπόθεσης είναι να κατανοήσουμε ότι, αν κανείς εργάζεται με συνέπεια και παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, καλό ή κακό, το αποτέλεσμα αυτό μέσα στον χρόνο θα αποκτήσει μια λειτουργία. Ευτυχώς, τα φιλτράρει τα πράγματα η Ιστορία. 

Διάβαζα σε συνέντευξή σου και μια φράση που μου άρεσε: «H έπαρση και ο ναρκισσισμός μου με βοήθησαν να κρατηθώ στο αντικείμενο»… Βοηθάει η έπαρση;
Χαίρομαι που σου άρεσε ένα φρικτό πράγμα. Βοηθάει, ναι. Στα πρώτα χρόνια που βγαίνεις σε μια δουλειά και δεν σε πιστεύει κανείς και εισπράττεις μια άρνηση από παντού, σίγουρα βοηθάει. Ιδίως σε έναν τόπο όπου η σχέση της κοινωνίας με την επετηρίδα είναι πολύ ζωντανή. Εδώ ωριμάζεις ηλικιακά και παίρνεις αύξηση! Ένας πενηντάχρονος με παιδιά θεωρείται πιο άξιος από έναν εικοσιπεντάχρονο, ανεξαρτήτως κατάρτισης ή ικανοτήτων. Στο ξεκίνημα, λοιπόν, η έπαρση χρειάζεται. Τώρα που είμαι 40, το να πιστεύω ότι είμαι καλός δεν μου αρκεί. Το σημαντικό είναι να ξέρω τι θέλω να κάνω και να φτιάχνω πράγματα τα οποία ολοκληρώνουν μια σκέψη. 

Το βασικό σου όργανο είναι το πιάνο, σωστά; 
Ναι. Είμαι ένας πολύ μέτριος πιανίστας, δεν έχω πάρει κανέναν τίτλο (κάποτε έδωσα εξετάσεις σε ένα ωδείο και μπήκα στην Ανωτέρα). Έχω παίξει όμως συνοδεύοντας τραγουδιστές, παίζω στις ηχογραφήσεις μου, μελετώ μόνος μου, αλλά πια είναι ένα πράγμα «αθλητικό», στο οποίο δεν μπορώ να ανταποκριθώ όπως θα ήθελα. 

Όταν σου λένε «στείλε μου ένα δικό σου κομμάτι να ακούσω», τι στέλνεις; 
Τη σελίδα μου στο Soundcloud. Επίσης, κάποια τραγούδια για τον Γυάλινο κόσμο που είχε κάνει πριν από τρία χρόνια ο Δημήτρης Καραντζάς και τα οποία είναι πολύ ευανάγνωστα και απομιμήσεις υφών, στοχευμένες. 

Πάμε λίγο πίσω. Γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Αθήνα. Στο Γυμνάσιο άκουγες σχεδόν αποκλειστικά κλασική μουσική, Χατζιδάκι και Θεοδωράκη… Πότε βρήκες ανθρώπους να συνεννοηθείς; 
Είχα έναν συμμαθητή στην Α΄ Λυκείου ο οποίος έπαιζε βιολί και άκουγε τα αντίστοιχα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν κομβικής σημασίας για μένα. Αργότερα, γύρω στα 19-20, ξεκίνησα να ολοκληρώνω κάποιες σκέψεις. Από το 2001 άρχισα να γράφω μουσική για το θέατρο, έκανα ενορχηστρώσεις, δούλευα ακατάπαυστα. 

Ύστερα έρχεται η Ολλανδία…
Ναι. Πήγα στο Βασιλικό Ωδείο της Χάγης, έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις και πέρασα. Χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια προηγούμενη απόπειρα. Παράλληλα, συνέχισα να κάνω δουλειές στην Αθήνα, όπου και επέστρεψα το 2010. 

Τα τελευταία δέκα χρόνια είσαι κάτοικος Κολωνακίου. Σου αρέσει η περιοχή; 
Ναι, είμαι εξαρτημένος από αυτήν, εθισμένος. Μένω σε έναν ήσυχο δρόμο, σε μια γειτονιά με πολύ συμπαθητική αρχιτεκτονική, που σου δίνει μια ψευδαίσθηση ότι μπορεί να είναι και το Τορίνο. Πρόκειται περί ψευδαίσθησης, την οποία όμως αγκαλιάζω.

Θα σου έχουν πει και άλλοι ότι αποπνέεις έναν αέρα κάπως vintage, σαν να ζεις στη δεκαετία του 1960, κατευθυνόμενος προς την Οδό Ονείρων…
Όχι, δεν περπατάω στην Οδό Ονείρων. Απλώς προσπαθώ με τον τρόπο μου να υπάρξει ένας δρόμος ή μια πολεοδομία στην οποία τα πράγματα θα είναι βαθύτερα, πιο φροντισμένα, πιο συμπεριληπτικά. Ασφαλώς και οι αναφορές μου είναι σε παλιότερες εποχές. Ταυτίζομαι κυρίως με την ησυχία, τη γαλήνη που φαντασιακά πιστεύω ότι είχαν. 

Πώς διασκεδάζεις;
Μου αρέσει η τελετουργία του φαγητού, είτε το μαγειρεύω εγώ είτε το τρώω έξω. Η διασκέδαση του τύπου «πάω σε ένα μπαρ και χορεύω και εκτονώνομαι» είναι κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα. Εννοώ ότι ποτέ δεν είχε καμία εφαρμογή επάνω μου. Ούτε ταινίες, π.χ., βλέπω. Μου αρέσουν πάρα πολύ οι περίπατοι. Μου αρέσει να μιλάω και να ακούω. Επίσης, αν βρεθώ σε ένα μέρος όπου η μουσική είναι κάτι που θα παρατηρήσω και δεν θα το αποκλείσω από την προσοχή μου, τότε, ναι, διασκεδάζω. 

Πόση ελαφρότητα επιτρέπεις στη ζωή σου;
Μόνο ελαφρότητα. 

Στην τέχνη σου; 
Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η ειρωνεία. Επίσης, η απομίμηση. Μου αρέσει να φτιάχνω πλαστά πράγματα που σαρκάζουν, σε στιλ «αυτό είναι ένα χαμένο έργο του τάδε συνθέτη». Αλλά την ιδέα της ελαφρότητας μέσα στην τέχνη την αντιμετωπίζω με μια ενοχή. Ίσως λόγω της εποχής στην οποία μεγάλωσα. Κάθε γενιά αντιδρά στην προηγούμενη. Μετά από μια γενιά που ήταν διανοούμενη, ήρθε μια άλλη που είπε «όχι, πρέπει να είμαστε ποπ!». Έπειτα η επόμενη, που είπε «εγώ θέλω να μιλήσω για τη ζοφερότητα της σύγχρονης πόλης». Η δική μου γενιά έχει μεγαλύτερη επαφή με τη διανόηση, ως αντίδραση σε κάτι ελαφρύτερο που προηγήθηκε. 

Έχεις περάσει όμορφα σε ποπ ή ροκ συναυλία; 
Όχι.

Ένας καλλιτέχνης που σου αρέσει πολύ και δεν θα το περιμέναμε; 
Η Τζόνι Μίτσελ. Η τραγουδοποιός Έιντζελ Όλσεν. Επίσης, ακούω ιταλικά τραγούδια της δεκαετίας του 1960. Έχουν μια τέτοια χάρη, μια τέτοια ελαφράδα! Όχι απλώς τα ακούω, τα γνωρίζω απέξω, εξαντλητικά. 

Υπάρχει αισθησιασμός στην κλασική μουσική σήμερα; Μπορεί να είναι σέξι, για να το πω απλά; 
Θέλω να πιστεύω πως ναι. Προσπαθώ να το κάνω. Όμως η αντίληψή μου για το αισθησιακό και η αντίληψή σου πόρρω απέχουν – και δικαίως! Ας πούμε, η δική μου έχει να κάνει με την ησυχία, με τη λεπτή διέγερση, με ένα υφέρπον γεγονός. Όχι με τη διονυσιακή εκτόνωση. Η λεπτή τέχνη της αποπλάνησης, για μένα, είναι και λεπτή και τέχνη, λειτουργώντας με έναν πολύ υπαινικτικό τρόπο. Θυμάμαι είχα γράψει ένα κομμάτι το 2008, σπουδαστής ακόμα στη σχολή, το οποίο είχε αφήσει ένα ίχνος. Το ακούει λοιπόν ένας από τους δασκάλους μου και μου λέει: «Ναι, εξαιρετικό κομμάτι, αλλά είναι αισθησιακό και δεν είμαι σίγουρος αν η μουσική πρέπει να είναι αισθησιακή». Δηλαδή και το πέτυχα, και με απέρριψαν! Ό,τι χειρότερο! (γέλια).

INFO
Oι συναυλίες του A Greek Songbook θα πραγματοποιηθούν στις 19, 20 και 21 Νοεμβρίου στην Εναλλακτική Σκηνή της EΛΣ, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Εισιτήρια: 15, 20 €. Φοιτητικό, παιδικό: 10 €.