ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Βαλκανικές συμπτώσεις

Στη Θεσσαλονίκη, μερικά διακριτικά βλέμματα γεννούν ευχάριστες συμπτώσεις και αναπάντεχες διαπιστώσεις, με φόντο τον Θερμαϊκό, τα ρακομελάδικα και τις βαλκανικές ταινίες.

Βαλκανικές συμπτώσεις

«Ε, ξέρεις ποιος είναι αυτός πίσω; Διακριτικά κοίτα, μπρατ!» με σκουντάει πιο διακριτικά απ’ όσο με ρωτάει. Μου ψιθυρίζει δυνατά και στις κοφτές του λέξεις κουβαλάει την έκπληξη που θέλει να μου μεταδώσει. «Α, τον ξέρω». Μα δεν τον ήξερα. Ήθελα μόνο να σταματήσει, να πιούμε τα ρακόμελά μας, τα πρώτα του χειμώνα, και να γιορτάσουμε το αντάμωμα του μήνα. Μια σπιθαμή η πόλη και μια περασιά η Παραλία της. Νομίζεις ότι δεν ξέρουμε ο ένας τον άλλο 24 χρόνια τώρα; Οι ψεύτικες δημόσιες σχέσεις νομίζεις πως θα μας μάθουν ποιος είναι ποιος; Θα κατέβεις μεσάνυχτα στην Αγία Σοφία, θα πετύχεις γνωστούς και θα κάνεις καινούργιους. Θα πας μεσημεριάτικα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου να δεις τις μικρού μήκους της γειτονιάς των Βαλκανίων, θα σε σκουντήξουν από το πίσω κάθισμα και θα σε ρωτήσουν αν είσαι όντως εσύ, μια και σε πρόδωσε το γέλιο μέσα στα σκοτάδια της αίθουσας. Θα περιμένεις για σουβλάκια στα Λαδάδικα με φίλους από Αθήνα που τους πέτυχες στο  Ίνστα και στο απέναντι πεζοδρόμιο θα περνάνε φιγούρες από το 2019. Κανείς μας δεν θα πει «χαθήκαμε», γιατί δεν ήταν στο χέρι μας. Τα ρίχνουμε στον ιό και νίπτουμε ψυχές και χέρια. Επομένως, μη νομίζεις ότι μου κάνει έκπληξη το ότι ξέρεις ποιος είναι αυτός πίσω, ρε μπρατ. Τρία πράγματα είναι σίγουρα: ένα) πως το Σάββατο το πρωί θα μας ξυπνήσει ο μανάβης με τον τηλεβόα του: «Ροδάκινα, κομπόστες 5 ευρώ», δύο) πως την Κυριακή το πρωί τη θέση του θα πάρει «ο παλιατζής, όλα τα παλιά πουλάω» και τρία) πως αυτή η πόλη μπορεί να στηρίξει το διαφορετικό, το ξένο, το ντόπιο, το καινούργιο, το drill, το πιάνο και το πλάνο του καθενός και τις θεατρικές κολεκτίβες. Αναφέρομαι στην ομάδα «Εν δυνάμει», αποτελούμενη από καλλιτέχνες με και χωρίς αναπηρία, η οποία με τη συμπεριληπτική οπτική τους αναδεικνύει το γιατί δεν πρέπει η Θεσσαλονίκη να επιστρέψει στη σκιά του εαυτού της μέσα από το Γούτου Γουπατού, ένα πρωτοχρονιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Τα υπόλοιπα που συμβαίνουν εδώ οφείλονται σε τυχαίους παράγοντες, εκτός από όσους μαλώνουν με σινεφίλ για το εμβόλιο. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου ήταν πιο υποτονικό από κόσμο και κινηματογραφικές επιλογές σε σχέση με άλλες χρονιές – οι νέες ελληνικές ταινίες ήταν μια ευχάριστη εξαίρεση. Η γκρίνια και το μποτιλιάρισμα επέστρεψαν ξανά. Οι Αθηναίοι που ήρθαν για το Φεστιβάλ μάς έπιασαν τα καλύτερα σποτ στα μπαρ της πόλης, αλλά, εντάξει, άνοιξε ξανά η τσέχικη μπιραρία στο Χρηματιστήριο. Θα έχουμε για πάντα τις καβάτζες μας. Έτσι μάθαμε από παιδιά. Εκτεθειμένοι στην υγρασία από την πρώτη ανάσα που πήραμε, συνηθισμένοι στα έργα του μετρό δεκαέξι χρόνια τώρα, ανυπόμονοι στο σύντομο φανάρι της Αριστοτέλους και χαλαροί μπροστά στη θάλασσα, που θα ξεπλένει πάντα τα άγχη μας. Μην παραμυθιάζεσαι, μπρατ, Βαλκάνια μένουμε. Και αυτό, αδερφέ, να ξέρεις πως είναι προς τιμήν μας.