ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

2021 σκέψεις: Ο δικός μας απολογισμός (Μέρος ΄Β)

2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v-561653857

Έξω ξανά, σαν πρώτη φορά

Κείμενο: Αλεξάνδρα Μανδράκου

To lockdown του Φλεβάρη μάς βρήκε και τους τέσσερις κουρασμένους, με περιορισμένες αντοχές. Δεν ήταν η πρώτη φορά τους τελευταίους μήνες που ο χρόνος πάγωνε, μόνο που τώρα κυλούσε πιο βαριά από ποτέ. Το σπίτι μας δεν ήταν πια η φωλιά που ξέραμε και είχαμε συνηθίσει. Δεν μας χωρούσε ο τόπος.

«Μια εκδρομή, μαμά. Πότε θα μπορέσουμε να πάμε ξανά μια εκδρομή;» Αναζητώντας εβδομαδιαίες ανάσες, ακουμπήσαμε σε ό,τι υπήρχε διαθέσιμο κι αρχίσαμε να φτιάχνουμε αναμνήσεις. «Φράγμα Μαραθώνα και φαράγγι Οινόης;» Ναι, αλλά να πάρουμε και προμήθειες για πικνίκ. «Υμηττός;» Να ανέβουμε στο Κορακοβούνι, να πατήσουν τα παιδιά την πρώτη τους κορυφή. «Άνοιξαν οι αρχαιολογικοί χώροι». Ε, δεν πάμε στον ναό της Αρτέμιδας, στη Βραυρώνα; Βάλε τα κιάλια στην τσάντα, στον υγρότοπο θα δούμε και πουλιά. «Πάσχα στον Σχινιά;» Κάτω από το δάσος με τις κουκουναριές θα κάνουμε και το πρώτο μπάνιο της σεζόν. 

Η Αττική μάς συστήθηκε από την αρχή, εμείς πήραμε ό,τι μπορούσε να μας δώσει. Αναζητώντας ανοιχτούς ορίζοντες, επανασυνδεθήκαμε με την εγγύς φύση, φροντίζοντας μια σχέση που για χρόνια είχαμε παραμελήσει. Ανακαλύψαμε ομορφιές που μέχρι πρότινος αγνοούσαμε την ύπαρξή τους. Και όσο ο καιρός προχωρούσε, τα «κοντινά», τα «εύκολα», τα «προσιτά» γίνονταν η μαγιά για να ανοίξουμε τα φτερά μας για τα «μακρινά», τα «δύσκολα», τα «απαιτητικά». Τίποτα πιο συγκινητικό δεν υπάρχει από το να βλέπεις δυο παιδιά να τραβούν γραμμούλες στο επιτοίχιο ημερολόγιο μέχρι την επόμενη εξόρμηση. Να μην τα νοιάζει πόσες ώρες θα περάσουν στο αυτοκίνητο, αλλά να θέλουν να ξέρουν αν θα έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους στο βουνό, για να κάνουν όλα αυτά που έχουν φανταστεί και ονειρεύονται. 

Όσο τρομακτική είναι η ταχύτητα με την οποία ο χρόνος γλιστράει μέσα από τα χέρια μας, άλλο τόσο παρηγορητικά είναι τα δώρα που μας αφήνει φεύγοντας.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v0
© ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ανακουφιστικά μοτίβα, ένας χορός στο μπαλκόνι

Κείμενο: Νατάσσα Μπλάτσιου

Ήταν εξαγριωμένος. Δεν τον βοηθούσαμε, λέει, με τον «σωστό» τρόπο να ανεβάσει το ψυγείο από το ισόγειο της πολυκατοικίας στον πρώτο. Αφού γρύλισε πως είμαστε όλοι άσχετοι, το φόρτωσε στην πλάτη του και το ανέβασε μόνος του μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Αυτός είναι ο ήρωάς μου. Ο μπαμπάς μου. Τον παρατηρώ σήμερα καθώς περνάει κάθε τόσο από την μπαλκονόπορτα και τρέμει η καρδιά μου μήπως το ένα παπούτσι δεν σηκωθεί αρκετά για να περάσει το κούφωμα που εξέχει και σωριαστεί. Πότε του συνέβη αυτό; Ανοίκεια πράγματα. «Για έλα», μου φωνάζει. Παίρνει το μέτρο και με προτρέπει να το ανοίξω από την άλλη. Δεν καταλαβαίνω τι κάνει ακριβώς. Ακολουθώ τις οδηγίες. «Ενάμισι μέτρο – όλα εντάξει», χαμογελάει πονηρά. Τέσσερα τραπεζάκια έχουν στηθεί στο μπαλκόνι. Ένα για κάθε σπιτικό. Των γονιών μου, της αδελφής μου, των πεθερικών μου και το δικό μας. Μια γελάει με τη φαεινή ιδέα να μετατρέψουμε το σπίτι σε υπαίθριο εστιατόριο αυτή την πρώτη Πρωτοχρονιά πανδημίας, μια συναινεί πως δεν «μας παίρνει» να περάσει από αυτό το μπαλκόνι οτιδήποτε τελειώνει σε -ιο. Κάτω από τον λεπτό σαρκασμό διακρίνω, επιτέλους, κάτι γνώριμο.

Κατά τα λοιπά, όλα είναι ακριβώς όπως πέρυσι και πρόπερσι και αντιπρόπερσι ανήμερα την Πρωτοχρονιά: καλό φαγητό και κρασί, και ο καθένας στον ρόλο του. Ανακουφιστικά μοτίβα. Για παράδειγμα, η αδελφή μου, που πάντα βαριέται τις οικογενειακές συνεστιάσεις με τις πολλές κουβέντες, πηγαινοέρχεται στο mp3 player σε ρόλο DJ. Το «πρόγραμμα» ξεκινάει με αδιάφορη μουσική υπόκρουση ασανσέρ, καταλήγει σε dark wave και συνεχίζει μέχρι να εξοντώσει τα αυτιά μας με κάποιο μπάσο (ή να μας πείσει να συνεχίσουμε στο αγαπημένο της μπαρ). Καθώς την κοιτάζω συγκεντρωμένη στην επιλογή του επόμενου τραγουδιού, είμαι σε δίλημμα: να ρίξουμε έναν χορό να πάνε κάτω τα φαρμάκια της απομόνωσης μηνών ή ο πατέρας μας θα πάθει κατάθλιψη, καθώς του παίρνει 10 λεπτά να σηκωθεί από την καρέκλα; «Βάλε ένα Αbba», της ψιθυρίζω. Τον παρατηρούμε να κουνάει τα δάχτυλα των ποδιών μέσα στα παπούτσια. Σε λίγο το κεφάλι πάει ρυθμικά δεξιά-αριστερά. Το σώμα ακούνητο. Βαρύ. Ξεκινάει την προσπάθεια να σηκωθεί. Πάει να σταθεί, όλοι από δίπλα σπεύδουμε να βοηθήσουμε μην τυχόν και πέσει. Τον ακούμε πίσω από τη μάσκα του να μας «στέλνει» σε διάφορα σημεία του ορίζοντα. Τα καταφέρνει. Ο ήρωάς μου είναι, κάπως, σκυμμένος όπως τότε, χωρίς να κουβαλάει πια ψυγείο. Όλο το κέφι της μουσικής διοχετεύεται στους δείκτες των χεριών του που ανεβοκατεβαίνουν στον ρυθμό. Πρώτη φορά βλέπω κάποιον να χορεύει με τόσο πάθος σχεδόν ακίνητος. Οι εγγονές του ξεκαρδίζονται και χορεύουν κι αυτές μόνο με τα δάχτυλα. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει πια τα χορευτικά μοτίβα (με τα δάχτυλα). Η αδελφή μου μας οδηγεί σταδιακά στην dark wave. «Βάλε ένα Dead Can Dance» της λέω και ξεκαρδιζόμαστε μόνες μας γλυκόπικρα.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v2
Η Βόρεια Εύβοια στις φλόγες: εδώ, έξω από τα Βασιλικά, στις 7 Αυγούστου. © REUTERS/Alexandros Avramidis

Στην αναλαμπή της φλόγας μετρήθηκε το ύψος του ανθρώπου

Κείμενο: Μαρία Αθανασίου

Τα ανθρώπινα όρια είναι τόσο ρευστά όσο το μέγεθος της αγάπης, η τρυφερή ανάσα της ελπίδας, ο βάλτος του φόβου, η κινούμενη άμμος της απελπισίας, η ορμή του θάρρους, η πύρινη διαδρομή της φωτιάς. Τα ανθρώπινα όρια είναι τόσο ρευστά όσο η ίδια η ζωή. Σαν έλασμα λυγίζουν μπροστά στις δυσκολίες, αλλά και σαν χορδή πολλαπλασιάζουν τη δύναμη, την ανθεκτικότητα, το θάρρος που κανείς δεν ήξερε ότι κρύβει μέσα του.

Πώς αλλιώς θα μπορούσαν τα τρεμάμενα πόδια του μπαρμπα-Κώστα να σκαρφαλώσουν με τέτοια ευκινησία στην καρότσα του αγροτικού του γιου του, δίπλα στις τσουγκράνες και στα αλυσοπρίονα; Πού ήταν κρυμμένο το πείσμα που έλαμψε στο βλέμμα της γιαγιάς Δέσποινας, όταν στάθηκε φρουρός, με μια κλάρα ελιάς στο χέρι, να προστατέψει το σπίτι της, αφού ξεπροβόδισε γιους, εγγόνια και άντρα, που έφυγαν να παλέψουν με το θηρίο; Πώς κατάφεραν τα αποστεωμένα χέρια του γερο-Απόστολου να χειριστούν το χορτοκοπτικό μέχρι να μη μείνει ούτε ένα χορταράκι όρθιο γύρω από το σπίτι το δικό του, του αδερφού του και του γείτονα, που είναι ξενομερίτης και έλειπε από το χωριό; Και πώς άντεξαν τα σβησμένα από τους καημούς μάτια της κυρα-Γεωργίας να αντικρίσουν τα μαυρισμένα κουφάρια που στέκονταν στη θέση που επί εξήντα χρόνια καμάρωνε τις ελιές της, χωρίς να ποτιστούν ούτε από ένα δάκρυ; «Σκίστηκε η καρδιά μου», είπε λίγο αργότερα στην κόρη της, «αλλά εκεί, στη χαρακιά, σαν να φύτρωσε η ελπίδα». Έκλαψε, έμαθα μετά, όταν είδε ένα τοσοδά κλαράκι να πρασινίζει στον κορμό της ελιάς που είχε φυτέψει στην αυλή της όταν ήταν κοριτσάκι. Περίεργη ύπαρξη ο άνθρωπος. Να στέκεται ολόρθος, να γιγαντώνεται μπροστά στους πύρινους δράκους και να λυγίζει, να αναλύεται σε αναφιλητά στη θέα της γέννησης. 

Οι κάτοικοι της Βόρειας Εύβοιας αναμετρήθηκαν τον φετινό Αύγουστο με έναν εκ πρώτης όψεως ανίκητο εχθρό και μέτρησαν τις δυνάμεις τους, ξεπερνώντας τα ανθρώπινα όρια. Ήμουν εκεί. Όταν ένα φλεγόμενο στεφάνι έκλεισε σε μια εφιαλτική αγκαλιά τους λόφους περιμετρικά του χωριού μου. Όταν χτύπησε η καμπάνα και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα η εντολή εκκένωσης. Όταν σώπασαν οι ήχοι του κόσμου. Όταν οι φωνές πνίγηκαν στον λαιμό, τα μάτια βούρκωσαν και οι γροθιές σφίχτηκαν. Όταν όλοι φόρεσαν την ανάγκη και το πείσμα ως πανοπλία. Όταν ατσαλώθηκαν τα κορμιά και οι ψυχές, για να αντέξουν τη μάχη, την απώλεια, την ήττα. Όταν γεροδεμένα μπράτσα στήριξαν γερμένους γέρικους ώμους. Όταν νεανικά και ροζιασμένα χέρια τράβηξαν μαζί τις μάνικες, ενώθηκαν σε ανθρώπινες αλυσίδες, σφίχτηκαν για κουράγιο και δύναμη. Ήξεραν ότι ήταν δύσκολο να νικήσουν, αλλά δεν πολεμούσαν μόνο γι’ αυτό. Πολεμούσαν για την τιμή του αγώνα.

Ακόμη και όταν όλα έμοιαζαν χαμένα, ακόμη και όταν οι ελπίδες γίνονταν στάχτη, ακόμη και τις στιγμές που χανόταν η μάχη, δεν έφυγε κανείς. Άυπνοι, καψαλισμένοι, αποκαμωμένοι, μάζευαν το κουράγιο και το πείσμα τους, απέστρεφαν για λίγο το βλέμμα από την τέφρα που απέμεινε εκεί που ήταν κάποτε τα κτήματα και το δάσος τους και ξεκινούσαν να συντρέξουν όσους πάλευαν στο διπλανό χωριό. Δεν έφυγε κανείς. Στο τελικό μέτρημα, ευτυχώς, ήταν όλοι εκεί. Έχασαν βιος, σπίτια, ζώα, δουλειά, όνειρα. Διατήρησαν την αξιοπρέπειά τους, κέρδισαν τον (αυτο)σεβασμό, έδωσαν μαθήματα θάρρους. Στο ανάστημα που ύψωσαν στις φλόγες, μετρήθηκε το ύψος του ανθρώπου.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v4
© Getty Images/ Ideal Image

Πόσα βιβλία χρειάζονται για να αλλάξει κανείς τη ζωή του;

Κείμενο: Άθως Δημουλάς

Υπάρχει ένα βιβλίο* του Φάμπιο Στάσι που ο πρωταγωνιστής του είναι βιβλιοθεραπευτής. Στους πελάτες του προτείνει βιβλία, δηλαδή, εν είδει θεραπείας. Ακούγεται κάπως υπερβολικό, όμως η μέθοδος της βιβλιοθεραπείας εφαρμόζεται άτυπα από τα αρχαία χρόνια και σχετικά επίσημα στην ψυχική υγεία εδώ και έναν περίπου αιώνα – έχει παρατηρηθεί ότι σε περιπτώσεις π.χ. μετατραυματικού στρες, διαταραχών άγχους ή ακόμα και διαταραχών ύπνου, το διάβασμα βοηθάει. Και επειδή αυτά ή παρόμοια συμπτώματα εμφανίστηκαν μαζικά στον παγκόσμιο πληθυσμό κατά τη διάρκεια της πανδημίας, φαίνεται ότι το ρίξαμε στο διάβασμα. Έτσι λένε οι έρευνες, τουλάχιστον. Λένε, όμως, τη μισή αλήθεια. Οι πωλήσεις των βιβλίων αυξήθηκαν κυρίως στα lockdowns (ειδικά στο πρώτο), όταν ο κόσμος έψαξε απεγνωσμένα τρόπους να γεμίσει τον κενό χρόνο, αγοράζοντας πρακτικά εγχειρίδια (σχετικά με χόμπι ή βιβλία αυτοβοήθειας) ή την Πανούκλα του Καμί, φαντάζομαι για κάποια οικειότητα. Με άλλα λόγια, δεν έγινε κάποια συνειδητή στροφή προς την ανάγνωση και η πανδημία δεν δημιούργησε κάποιο καινούριο κοινό – ρωτήστε και τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς σας. Κι αν κάποιος πίστεψε ότι ένα βιβλίο θα του αλλάξει τη ζωή, έκανε λάθος. Κανένα βιβλίο δεν έχει τόση δύναμη. Πολλά βιβλία, όμως, ίσως μπορούν. 

Η κουλτούρα της ανάγνωσης είναι ένας τρόπος ζωής. («Η αληθινή ανάγνωση είναι πράξη αντανακλαστική· ο γεννημένος αναγνώστης διαβάζει ασυνείδητα όπως αναπνέει», γράφει η  Ίντιθ Γουόρτον**). Κάποιοι βεβαίως αυτό το ήξεραν ήδη, αλλά μέσα στη χρονιά, όσο οι πανδημικές συνθήκες παγιώνονταν, το ακουμπισμένο βιβλίο στο κομοδίνο άρχισε να μοιάζει με μαγικό αντικείμενο. Η ανάγνωση λειτούργησε όντως θεραπευτικά· στην ησυχία του άδειου σπιτιού, στις ατέλειωτες νύχτες, στις ώρες της αγωνίας μέχρι να βγει αρνητικό ένα τεστ. Μια φίλη, σεσημασμένη βιβλιοφάγος, μου περιέγραψε ότι το διάβασμα λειτούργησε τους τελευταίους μήνες ως μαξιλαράκι ασφαλείας. Ότι μπορεί να συνέβαινε οτιδήποτε γύρω της ή στον κόσμο γενικότερα, αλλά όσο είχε δίπλα της ένα βιβλίο ένιωθε συναισθηματικά θωρακισμένη. Ό,τι αγαπάει κανείς, τις στιγμές που δυσκολεύεται, το αγαπάει περισσότερο. 

Είδα, πάντως, κάποιες συνήθειες να αλλάζουν. Ξέρω έναν άνθρωπο που έκανε αυτό που μεταξύ αστείου και σοβαρού διατυπώθηκε στην αρχή της πανδημίας, ότι δηλαδή τώρα μας δίνεται η ευκαιρία να διαβάσουμε ό,τι δεν θα διαβάζαμε ποτέ. Ο φίλος μου εκμεταλλεύτηκε τα αποθέματα της πατρικής βιβλιοθήκης και διάβασε έναν Τολστόι κι έναν Χένρι Τζέιμς. Σχεδόν απολογητικά μου εξήγησε ότι χρειαζόταν να «βρεθεί κάπου αλλού». Να ξεχαστεί, να ηρεμήσει. Ένας άλλος φίλος ξεκίνησε να διαβάζει μανιωδώς ποίηση («νύχτα μέρα», όπως έλεγε κι ένας ήρωας του Ντελίλο***), βρίσκοντας στην αφαίρεση μια παρηγοριά.   

Παρατηρώ το περιβάλλον μου και παρατηρώ και τον εαυτό μου. Λίγες ή πολλές σελίδες, ειδικά το βράδυ, ήταν ο μοναδικός τρόπος για κάποια ισορροπία, ακόμα κι αν δεν κρατούσε πολύ. Θα μπορούσα να τρέχω ή να μαγειρεύω ή να έχω σκύλο, δεν ξέρω, οτιδήποτε. Δεν μαρτυρά καμία υπεροχή ή ανάγνωση, δεν αποτελεί κάποιο ηθικό ή πνευματικό πλεονέκτημα. Ανάγκη είναι. Σαν φάρμακο. Να ανοίξεις το βιβλίο στην τσακισμένη σελίδα (όπως χαιρετάς μια παρέα όταν τη συναντάς στο καφέ), να διαβάσεις λίγες γραμμές που έχεις ξαναδιαβάσει μέχρι να θυμηθείς που είχες σταματήσει (όπως όταν λες τα νέα σου και ακούς τα νέα των άλλων), να προχωρήσεις παρακάτω (όπως όταν εκφράζεις μια ιδέα ή όταν ακούς ένα καλό αστείο), να τσακίσεις τη σελίδα για αύριο (όπως όταν δίνεις μια υπόσχεση). Σαν φάρμακο.

* Δύο βιβλία για την ακρίβεια, η Χαμένη αναγνώστρια και το Κάθε σύμπτωση έχει ψυχή (εκδ. Ίκαρος).
** Από τη Διαστροφή της ανάγνωσης (εκδ. Άγρα).
*** Στο διήγημα Μεσάνυχτα με Ντοστογιέφσκι από τη συλλογή Άγγελος Εσμεράλντα (εκδ. Εστίας).


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v6
Death and Life, πίνακας του Γκούσταφ Κλιμτ. © DEA / E. LESSING/ Getty Images/ Ideal Image

H αρχή και το τέλος μιας ζωής είναι το ίδιο πράγμα

Κείμενο: Βάλια Δημητρακοπούλου

Αν και δεν τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση, ο Φρόιντ σίγουρα έπεσε διάνα όταν αντιμετώπισε τον έρωτα και τον θάνατο ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δεν είναι ότι είμαι ακριβώς ερωτευμένη· ούτε και θρηνώ κάποιον αυτή την εποχή. Βέβαια, το 2021, όλοι κάτι αναπολήσαμε και σίγουρα κάποιον ή κάτι θρηνήσαμε. Κοντινό ή μακρινό, απτό ή συμβολικό. Κάτι χάθηκε, κάτι δεν θα ξανάρθει. Παραφράζοντας τον Φρόιντ, σκέφτομαι πως για μένα το 2021 είναι η χρονιά της ζωής, είτε είναι η αρχή της είτε το τέλος της. Κάτι τέτοιο είχε πει κι ο Ελύτης· αλλά όπως καταλάβατε, είμαι πολύ κακή στις αναφορές σε άλλους. 

Ίσως, σκέφτομαι, είναι επόμενο, όταν βρίσκεσαι στη διαδικασία δημιουργίας ζωής, να σκέφτεσαι το τέλος της. Κι επειδή είναι αβάσταχτο να σκεφτείς ότι αυτό που πας να δημιουργήσεις κάποια στιγμή θα χαθεί, και ως εκ τούτου το έχεις καταδικάσει φέρνοντας το στον κόσμο· επειδή αυτό είναι δύσκολο να χωνευτεί, ίσως να θυμάσαι αυτούς που σε δημιούργησαν, είτε είναι εδώ, κοντά σου, είτε σε άφησαν. 

Τέλος πάντων, με όλες αυτές τις αοριστίες θέλω να καταλήξω στο ότι ο επικείμενος ερχομός του παιδιού μου, κάτι που θέλησα πολύ και κάτι που πόνεσα πολύ για να αποκτήσω, μου φέρνει, αναπόφευκτα, τη σκέψη του πατέρα μου, που χάθηκε πριν από τόσα χρόνια ώστε να μην είναι παρών ούτε στα σπάργανα της σχέσης που οδήγησε σήμερα στην ολοστρόγγυλη κοιλιά μου. 

Η σκέψη του πατέρα μου έρχεται πολύ συχνά, συνήθως με τη μορφή ονείρων, όπως για παράδειγμα τον περασμένο χειμώνα –που έκανα ενέσεις στην κοιλιά μου για τη διαδικασία της εξωσωματικής και φοβόμουν τις επιπτώσεις των τόσων ορμονών στην ψυχοσύνθεσή μου–, που εμφανίστηκε, περπατούσαμε λέει σε μια Χώρα νησιού και μου είπε ότι θα περάσουμε τον χειμώνα μαζί. Αλήθεια; τον ρώτησα. Αυτό θα με έκανε πολύ χαρούμενη, του είπα. Τι ανακούφιση. 

Στο ξύπνημα από τέτοια όνειρα, νιώθω κάπως μουδιασμένη, αλλά έχω μάθει να τα αντιμετωπίζω· έχω δώδεκα χρόνια εμπειρίας πια. Οι εκλιπόντες μας έχουν την ίδια ποιότητα με το ζωντανό παρελθόν τους, αυτό τους κρατάει ζωντανούς στη μνήμη μας εξάλλου. Οι μικρές λεπτομέρειες· τα γαλάζια αλλά κυρίως διάφανα μάτια του, που κοκκίνιζαν όταν έπεφτε στο νερό, ο τρόπος που ζάρωνε το μέτωπό του όταν προσπαθούσε να σκεφτεί κάτι, ο ατελείωτος, θαρρώ, χρόνος που περνούσε μέχρι να συντάξει την τέλεια φράση, οι άσκοπες φωνές όταν ήταν φουρκισμένος. Με τον χρόνο, όλα λειαίνουν βέβαια. 

Αναπόφευκτα, σε κάθε μικρή ή μεγάλη κοσμοϊστορική στιγμή, είτε είναι προσωπική είτε συλλογική, αυτοί που έφυγαν μας έρχονται ξανά στο μυαλό και νιώθουμε ένα τσίμπημα στην καρδιά, γιατί ζούμε κάτι, ξανά, από το οποίο λείπουν. Πώς θα μπορούσα να εξηγήσω την πανδημία στον πατέρα μου; Τις ρημάδες τις πυρκαγιές; Πριν απ’ αυτό, τον Τραμπ και την άνοδο της ακροδεξιάς; Και, άραγε, θα μπορούσε να μου δώσει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ανοιχτά ερωτήματα που έχω, τώρα που η χρονιά κλείνει, και μοιάζει πιο επείγον από ποτέ να μας καθησυχάσει κάποιος; Κάποιος να πει, ό,τι γίνεται, ξεγίνεται. Κι ας είναι, το ξέρουμε πολύ καλά, ένα καθησυχαστικό ψέμα, μια απάτη, σαν το όνειρο που επέμενε ότι θα περάσουμε μαζί άλλον έναν χειμώνα. Καμιά φορά αυτές οι χίμαιρες είναι ζητήματα ζωής ή θανάτου. 


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v8
© Maria Chourdari/NurPhoto

#Covidbaby, ανταπόκριση από την Αθήνα

Kείμενο: Νένα Δημητρίου

Όσες διηγήσεις κι αν είχα ακούσει, όσες σκηνές σε ταινίες κι αν είχα δει, όσα κι αν μου περιέγραφαν οι μαμάδες φίλες, η γιαγιά και η μαμά μου για την εγκυμοσύνη, δεν ίσχυαν στη δική μου περίπτωση εξαιτίας της Covid-19. Έμεινα έγκυος μερικές εβδομάδες πριν από το δεύτερο lockdown. Είπα τα νέα στους κοντινούς από το τηλέφωνο, ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά. Οι καλύτερές μου φίλες που ζουν μακριά από την Αθήνα δεν κατάφεραν να με δουν ποτέ έγκυο, η απαγόρευση στις μετακινήσεις μάς κράτησε μακριά. Η επιβεβλημένη καραντίνα και ο εγκλεισμός δεν βοήθησαν το στρες μιας επίτοκης. Κάθε ανάγκη ή επιθυμία ικανοποιούνταν ψηφιακά λόγω της καραντίνας. Ανάγκη για κουβέντα και κοινωνικότητα; Βιντεοκλήση με γονείς και φίλους. Συνιστώμενη άσκηση; Prenatal pilates στο Ζoom, με μια ομάδα γυναικών που δεν κατάφερα να γνωρίσω ποτέ από κοντά. Το χαλάκι της yoga στο δωμάτιο ήταν το γυμναστήριό μου, τα δεκάδες ανοιχτά tabs στο laptop ήταν οι βιτρίνες με τα βρεφικά αξεσουάρ. Όλο τον εξοπλισμό του μωρού τον αγοράσαμε, αναγκαστικά, ηλεκτρονικά. Με τις διαστάσεις του καροτσιού σταθήκαμε τυχεροί, με το καρεκλάκι του αυτοκινήτου όχι. Με το ριλάξ ναι, με τον μάρσιπο όχι. Με εστιατόρια κλειστά, οι ιδιότυπες λιγούρες στο δεύτερο τρίμηνο δεν γιατρεύονταν επαρκώς. Με τα καφέ να δίνουν ροφήματα σε χάρτινο ποτηράκι για take away, δεν υπήρξε κανένα πρωινό που να μπορώ να χωθώ σε κάποιο αγαπημένο μέρος με τη ζεστασιά της κούπας στα χέρια και να ονειροπολήσω πώς θα ήταν άραγε το μωρό. Στον πρώτο υπέρηχο, αντί για το χέρι του συντρόφου μου, κρατούσα το κινητό στη λειτουργία του βίντεο, για να καταθέσω λίγο αργότερα μια πολύτιμη μαρτυρία στον μέλλοντα μπαμπά, που έπρεπε να περιμένει στο πάρκινγκ. Οι συνοδοί δεν επιτρέπονταν στα ιατρεία. 

Λες και το ίδιο το ταξίδι προς τον τοκετό δεν έχει αρκετές προκλήσεις, προστέθηκαν μάσκες, μοριακά τεστ, στέρηση της κοινωνικής ζωής, αλλαγή μαιευτηρίου σε περίπτωση νόσησης, μαθήματα ανώδυνου τοκετού χωρίς επαφή. Έπρεπε να γεννήσω με μάσκα; Θα καταφέρναμε να συγχρονίσουμε την ώρα που θα έσπαγαν τα νερά με τις ώρες λειτουργίας του μικροβιολογικού κέντρου για να κάνει τεστ ο πατέρας του παιδιού; 

Η ψυχική διάθεση έμοιαζε με ασανσέρ, τα συναισθήματα με διαδρομή roller coaster. Συγκρουόμενα αισθήματα σε μια περίοδο πρωτόγνωρη ότι μόνο για μια πρωτοτόκο, αλλά και για την ανθρωπότητα. Ανυπομονησία και ενθουσιασμός, και ύστερα φόβος και μοναξιά. Ο κορωνοϊός επέβαλε τη μοναξιά, ως μέτρο πρόληψης και ως θεραπεία. Δεν πίστευα πως μπορεί κανείς να νιώθει μόνος ακόμα και στις απίθανες αυτές μέρες, που σε ένα σώμα βρίσκονται δύο. 

Κι όμως, δεν ήμουν μόνη. Με την ετικέτα #covidbaby υπάρχουν περισσότερες από 97.000 φωτογραφίες στο instagram (οι γεννήσεις είναι μάλλον εκατοντάδες παραπάνω), ενώ το account Pandemic Pregnancy Guide, ένας οδηγός με συμβουλές για την πανδημία, έχει περίπου 36.000 ακόλουθους. Όσες βρεθήκαμε σε ενδιαφέρουσα τη σεζόν 2020-2021 ψάχναμε ψύχραιμες απαντήσεις, καλά παραδείγματα και παρηγοριά στο διαδίκτυο, εκεί που η κουβέντα, όσο έντονη κι αν γίνεται, δεν περιλαμβάνει βλαβερά σταγονίδια. Τι κι αν ονομάσαμε κανονικότητα μια ψηφιακή εκδοχή της ζωής; Γυναίκες σε όλο τον κόσμο γεννούν κατά τη διάρκεια πολέμων και λιμών, γεννούν σε φυλακές, στην εξορία, σε σωστικές λέμβους. Κάθε ιστορία είναι μοναδική και κάθε γέννα ελπιδοφόρα. Η δική μου ιστορία εγκυμοσύνης έχει μέσα λίγο από πανδημία, πολλά βρεφικά αξεσουάρ προς επιστροφή και κινηματογραφικό χιούμορ. Οι παππούδες ήρθαν έξω από το μαιευτήριο με κιάλια για να δουν το νεογέννητο από το μπαλκόνι και τότε σήκωσα το μωρό ψηλά όπως ο σοφός Ραφίκι τον μικρούλη Σίμπα στην ταινία Ο βασιλιάς των λιονταριών.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v10
© Getty Images/ Ideal Image

Τρία μαθήματα από τη Ρουμανία

Κείμενο: Παντελής Τσομπάνης

Μάθημα πρώτο: Πώς να μαθαίνεις
Τον Αύγουστο, πολλές χώρες έστειλαν βοήθεια στη μάχη των Ελλήνων πυροσβεστών και εθελοντών για την κατάσβεση των πυρκαγιών. Τα βλέμματα όμως στράφηκαν σε μια χώρα της βαλκανικής χερσονήσου. Οι Ρουμάνοι πυροσβέστες εντυπωσίασαν με την οργάνωση, την ταχύτητα και τη σχολαστικότητά τους. Έστησαν τη βάση τους σε χρόνο dt, χαρτογράφησαν τις περιοχές με drones κατατοπίζοντας τους Έλληνες δασοπυροσβέστες και μοίρασαν πολύτιμη γνώση. Ευχή, να απορροφηθεί σαν σφουγγάρι από τα υψηλά κλιμάκια.

Μάθημα δεύτερο: Η ηρωική δημοσιογραφία θέλει γερό στομάχι και νεύρο
Η αφορμή γι’ αυτή τη σκέψη βρίσκεται στο Κολεκτίβ, το υποψήφιο για δύο Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Αλεξάντερ Νανάου, που κυκλοφόρησε φέτος. Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί και παρατηρεί την ομάδα δημοσιογράφων της μεγαλύτερης αθλητικής εφημερίδας της Ρουμανίας, που, μετά την καταστροφική πυρκαγιά στο κλαμπ Κολεκτίβ το 2015, αποκαλύπτει ένα σκάνδαλο διαφθοράς στα κρατικά νοσοκομεία της χώρας, που βγάζει για άλλη μία φορά δεκάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους, καθώς και έναν τεχνοκράτη υπουργό Υγείας που προσπαθεί να βάλει σε τάξη την υγειονομική πολιτική. 

Μετά την προβολή της ταινίας, στέλνω ένα μήνυμα σε δύο φίλες μου από τη Ρουμανία. Η πρώτη με παραπέμπει στα ερευνητικά ρεπορτάζ της ανεξάρτητης δημοσιογραφικής ομάδας του Recorder, που αφορούν θεματικές όπως οι οικονομικές συναλλαγές της «συμμορίας» του προκαθήμενου της ρουμανικής Εκκλησίας, Πατριάρχη Δανιήλ, και οι αντίξοες συνθήκες των υγειονομικών στις ΜΕΘ. Ξεχώρισα μια από τις δουλειές τους, εκείνο το ντοκιμαντέρ για τα τριάντα χρόνια δημοκρατίας που αποσαφηνίζει την πληγή και την οργή που προκάλεσαν οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη δημόσια σφαίρα της χώρας. Η δεύτερη φίλη ταράζεται με το άκουσμα του Κολεκτίβ. Δεν το έχει δει, δεν θέλει να το δει. Δεν εξηγεί γιατί. Η δουλειά των Ρουμάνων δημοσιογράφων με βοήθησε να καταλάβω τα συναισθήματά της: το διαβατήριο για να πεις την ιστορία σου, πραγματική ή μυθοπλαστική, είναι η αλήθεια. Πόσο δύσκολο, πόσο εξοντωτικό και πόσο λυτρωτικό να την ξεστομίσεις. Πόσω μάλλον να την κάνεις κατανοητή και να τη φτάσεις μέχρι τα Όσκαρ. (Για την ιστορία, ο τεχνοκράτης υπουργός Υγείας κατηγορήθηκε επίσης για σκάνδαλα.)

Μάθημα τρίτο: Πώς να χωρέσεις το 2021 σε μια ταινία
Το σατιρικό Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό του Ράντου Ζούντε ακολουθεί την προσπάθεια μιας καθηγήτριας να κατεβάσει από το διαδίκτυο το porn tape που διέρρευσε εν αγνοία της και να σώσει την υπόληψή της μπροστά στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων. Μια θρησκευόμενη μητέρα, η οποία, προτού ξεκινήσει η συνεδρίαση, δείχνει το βίντεο σε όλους τους γονείς με διάφορα προσχήματα, την κατηγορεί πως οι πράξεις της επηρεάζουν την υγεία των παιδιών. Η καθηγήτρια απαντά πληρωμένα παροτρύνοντάς τους να είναι προσεκτικοί με τις ιστοσελίδες που επισκέπτονται τα παιδιά. Κάθε φορά που τολμά να επηρεάσει τον εαυτό της, την αποκαλούν αναιδέστατη και υπογραμμίζουν συνέχεια πως τα παιδιά τους είναι καθωσπρέπει. Η καθηγήτρια υπομένει στωικά κάθε σεξιστικό υπαινιγμό στο λαϊκό δικαστήριο που στήνουν οι γονείς, καταπίνει κάθε προσβολή αμάσητη, ανέχεται τη χαιρέκακη υποκρισία τους για ένα γεγονός για το οποίο δεν φέρει ευθύνη και δεν θα έπρεπε καν να απολογείται, πόσω μάλλον να είναι ανήμπορη όσο της σπιλώνουν την προσωπικότητα. Το 2021 σε ταινία. Και αυτή made in Romania.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v12
© Bill WASSMAN/ Getty Images/ Ideal Image

Το πρώτο ταξίδι μετά: Σαν μια μικρή επιστροφή στο σπίτι

Κείμενο: Μυρτώ Κατσίγερα

Για μένα, το 2021 ήταν ένα ταξίδι. Δεν είναι κάποια προσπάθεια κλισέ λυρισμού. Κυριολεκτώ. Το πρώτο μου ταξίδι εν μέσω πανδημίας είναι το πρώτο πράγμα που ξεχωρίζει σε μια χρονιά ταιριαστών αντιφάσεων. Οι δύο δόσεις του πολυπόθητου εμβολίου και η σχεδόν εμμονική ανάγκη μας να «πάρουμε πίσω τη ζωή μας» ήταν τα δύο άστρα που έπρεπε να ευθυγραμμιστούν για να κλείσουμε –η αδερφή μου κι εγώ– ένα ταξίδι στο Παρίσι. Δεν ήταν όμως ένα οποιοδήποτε ταξίδι. Όπως λέω συχνά, στο μυαλό μου το Παρίσι ανήκει στον πατέρα μου. Η πόλη στην οποία πήγε μόνος του –σιδηροδρομικώς, με προμήθειες μία σακούλα μήλα– για να σπουδάσει, μιλώντας ελάχιστα γαλλικά. Η πόλη η οποία είχε μια τόσο φανερή επίδραση πάνω του, αλλά και στα δικά μου μάτια και το αντίστροφο. Ήξερα ότι ίσως οι αναμνήσεις που είχα από εκείνο τον μήνα που περάσαμε οικογενειακώς σε ένα διαμερισματάκι στο Saint-Germain-des-Prés, κοντά στον δρόμο όπου έμενε ο πατέρας μου όσο ήταν φοιτητής, ήταν εξωραϊσμένες. Ωστόσο, αυτό δεν μας εμπόδισε. Οπλισμένες με τα πιστοποιητικά μας και έναν χάρτη στο Google Maps με όλα τα μέρη που μας είχε δείξει ενθουσιασμένος ο πατέρας μας όταν μας είχε ξεναγήσει στην πόλη του σημειωμένα με πράσινες βούλες, φτάσαμε σε ένα ξενοδοχείο παραχωμένο στη Rue du Four. 
Ένα ταξίδι είναι μία από τις συνθήκες στις οποίες εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο την κάθε σου μέρα. Όσο κι αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι το ίδιο μου έμαθε η επαφή με την αρρώστια και η απώλεια, και ότι το εμπέδωσα πραγματικά με την πανδημία, αυτό δεν ήταν αλήθεια.

Ακολουθώντας την ιεροτελεστία που μας είχε μάθει ο πατέρας μας –γερό πρωινό, κατά προτίμηση με τοπικά φαγητά νωρίς το πρωί, σωρεία μουσείων και αξιοθέατων στα οποία πάντα πηγαίνουμε με τα πόδια και με το μετρό, για να ζήσουμε την πόλη όπως πραγματικά είναι–, ξεκινήσαμε το ταξίδι μας. Πίστευα ότι μετά από δύο χρόνια συνεχούς περιορισμού, η ικανότητά μας να είμαστε αυθόρμητες, να ζούμε, θα ήταν σκουριασμένη. Στις αναμνήσεις μου, δεν υπήρχε η αμηχανία όσο μαζί με το εισιτήριό σου ελέγχουν και το πιστοποιητικό εμβολιασμού. Είχα περιέργεια να δω πώς ζούσαν οι Γάλλοι την πανδημία. Ή μάλλον είχα περιέργεια να δω αν εκείνοι είχαν μάθει να ζουν με την πανδημία. Και η ίσως αναπάντεχη απάντηση είναι ότι οι Γάλλοι απλώς ζούσαν. Οι παρέες που έτρεχαν να προλάβουν το happy hour μετά τη δουλειά στις μπρασερί με μόνη πηγή θερμότητας τις εξωτερικές σόμπες, το κρασί και την παρέα. Οι ενθουσιώδεις συζητήσεις των φοιτητών που σχολούσαν από το Paris III (όπως θα έκανε και ο πατέρας μου στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Άραγε θα είχε συναντήσει τους φίλους του σε ένα από τα μπαρ της Rue Princesse;). Τα καλοντυμένα ηλικιωμένα ζευγάρια που περίμεναν στην ουρά στους κινηματογράφους της Boulevard Saint-Germain. Τα λυκειόπαιδα που κάπνιζαν τα τσιγάρα τους γερμένα στα κάγκελα του σχολείου τους πίσω από τη Rue de Rivoli. Οι κύριοι που είχαν φέρει γυάλινα ποτήρια για να πιουν το κρασί τους στις πράσινες καρεκλίτσες των Κήπων του Λουξεμβούργου. Είχε δίκιο ο Χέμινγουεϊ όταν έγραφε πως το Παρίσι είναι «μια κινητή γιορτή».
 
Εκεί, όσο περπατούσαμε στην Boulevard Saint-Michel –συνονόματη με τον μπαμπά μου–, συνειδητοποίησα πως ό,τι και να συμβαίνει γύρω τους, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν. Και εκτός από εμάς που τα πόδια μας πατάνε στο έδαφος, συνεχίζουν να ζουν και όσοι δεν είναι πια εδώ. Όπως ο Σαρτρ και ο Χέμινγουεϊ έχουν μείνει αθάνατες παρουσίες στα τραπέζια του Deux Magots (το μενού του πρωινού είναι αφιερωμένο σε αυτούς, βασισμένο στη συνηθισμένη παραγγελία τους), όπως τα φρέσκα τριαντάφυλλα στα χρώματα της Γαλλίας είναι αφημένα τρυφερά στον τάφο του Μπροσολέτ στο Πάνθεον, όπως οι φωτογραφίες που τραβήξαμε στα μέρη που αναγνωρίσαμε από τις ιστορίες των φοιτητικών χρόνων του πατέρα μας. Τελικά, το ταξίδι στο Παρίσι ήταν σαν να επιστρέφαμε σπίτι. Στη γνώριμη ζεστασιά που φέρνει η παρουσία –ακόμη και άυλη– των ανθρώπων. Η ζωή συνεχίζεται για όλους μας. Και είμαι πεπεισμένη ότι για τον Μιχάλη, ένα μέρος της συνεχίζεται κάπου στο Παρίσι του.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v14
© Laurence Griffiths/ Getty Images/ Ideal Image

Είναι ΟΚ να μην είσαι ΟΚ

Κείμενο: Σίμος Καβαλιεράτος

Για πολλούς, ήταν οι συνθήκες της δεύτερης καραντίνας, οι περιορισμένες μετακινήσεις, οι πολλές ώρες απραξίας, η λιγοστή ανθρώπινη επαφή, οι στιγμές μοναξιάς… Για μένα, ήταν η εκπαίδευσή μου στην Ψυχοπαθολογία που με έκανε να χάσω για λίγο την ισορροπία μου. Εικόνες σχιζοφρενικών ασθενών, λίστες με γνωρίσματα διαταραχών προσωπικότητας και μαρτυρίες αυτοκτονικών ιδεασμών, και πιο συγκεκριμένα σε συνθήκες lockdown (δεν θέλει και πολύ…), κατάφεραν να διαταράξουν για λίγο τον ύπνο μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα. Αφού σάρωσα όλο το διαδίκτυο για βοηθήματα, τελικά δοκίμασα βαλεριάνα, ανθοϊάματα, ζεστά ντους, τρέξιμο, καθοδηγούμενο διαλογισμό. Τίποτα. Έβαλα μέχρι και ήχους φαλαινών για να καταφέρω, έστω και για λίγο, να κατεβάσω τον διακόπτη της συνειδητότητάς μου. Τι ήταν όμως αυτό που δεν με άφηνε να κοιμηθώ; Ποιες ήταν οι σκέψεις που με κρατούσαν ξύπνιο; Ήταν η γνωριμία μου με την πραγματικότητα των ασθενών με ψυχικές διαταραχές; Ενσυναίσθηση για το βίωμά τους; Ή ακουμπούσε ίσως κάτι πιο προσωπικό;

Κοιτάζοντας πίσω, ήταν σίγουρα φόβος. Φόβος ότι ίσως κάποια στιγμή κι εγώ δεν θα είμαι τίποτα παραπάνω από μια διάγνωση. Ο φόβος ότι μπορεί κάποια στιγμή να αναπτύξω κι εγώ κάτι παρόμοιο και να χάσω τον εαυτό μου με παρέλυσε όσο τίποτε άλλο. Πώς γίνεται με σπουδές στην Ψυχολογία να είχα μια τέτοια αντίδραση; Μήπως κουβαλάω ακόμα υπολείμματα στίγματος όσον αφορά θέματα ψυχικής υγείας; Αναπόφευκτα.

Όπως άλλες μορφές προκατάληψης που έχουν ριζώσει βαθιά μέσα μας εξαιτίας της κοινωνικής μας ανατροφής, απαιτείται ενεργή προσπάθεια για να αφήσουμε πίσω μας προβληματικά αφηγήματα. Στις περισσότερες κοινωνίες διεθνώς το ζήτημα της ψυχικής υγείας, πέραν του ότι περιορίζεται στις ψυχικές διαταραχές, παραμένει δυστυχώς ένα θέμα ταμπού. Μπορεί να είμαστε «ανοιχτοί» και να μιλάμε πια για τα πάντα, αλλά το «έχω πρόβλημα με τον ύπνο» ή το «αυτή την περίοδο δεν είμαι καλά» δυσκολευόμαστε αρκετά να το ψελλίσουμε. Και αν τελικά τα καταφέρουμε, συνοδεύεται αρκετές φορές από τη σκέψη «ίσως αυτό δεν έπρεπε να το πω». Ντρεπόμαστε να φανούμε αδύναμοι και πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι ένα τέτοιο μοίρασμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι και εναντίον μας. Με λίγα λόγια, αντί να επικεντρωνόμαστε στο βίωμά μας, σπαταλάμε περισσότερη ενέργεια για το πώς θα μεταβολίσουν οι άλλοι την ευαλωτότητά μας. Το ζητούμενο φυσικά δεν είναι να μετατρέπουμε σε λάβαρο την όποια ψυχική αδυναμία μας, αλλά αντιθέτως η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος ώστε να μην εσωτερικεύουμε αισθήματα ντροπής, τα οποία υπάρχει πιθανότητα να μεγεθύνουν το μέγεθος της δυσφορίας μας.

Το 2021 φαίνεται ότι ευτυχώς τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Ένας σημαντικά μεγάλος αριθμός διασημοτήτων εξέφρασε ανοιχτά δυσκολίες σχετικά με προσωπικά θέματα ψυχικής υγείας. Η Μέγκαν Μαρκλ εξομολογήθηκε, στην περιβόητη συνέντευξή της με την Όπρα, ότι ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή της. O ηθοποιός Ράιαν Ρέινολντς εκμυστηρεύτηκε πως πάσχει από άγχος όλη του τη ζωή. Το μοντέλο Μπέλα Χαντίντ ανάρτησε μια σειρά φωτογραφιών στο Instagram με δάκρυα στα μάτια, τις οποίες συνόδευε ένα ειλικρινές κείμενο για τα σκαμπανεβάσματα της ψυχικής της υγείας. O Βρετανός βουλευτής των Συντηρητικών Σάιμον Κλαρκ αρνήθηκε να φωτογραφηθεί με τους υπόλοιπους βουλευτές έξω από την Ντάουνινγκ Στριτ εξαιτίας της αγοραφοβίας του. Ενώ το αστέρι του τένις Ναόμι Οσάκα και η Ολυμπιονίκης Σιμόν Μπάιλς αποσύρθηκαν από τους αγώνες τους για να προστατέψουν την ψυχική τους υγεία. Μερικοί μπορεί να διατηρούν τις επιφυλάξεις τους για το κατά πόσο ωφελεί το δημόσιο μοίρασμα, ειδικότερα από διασημότητες, αλλά σίγουρα διαμορφώνουν την κοινή γνώμη σε μεγάλο βαθμό. Μάλιστα, στοιχεία από πρόσφατη επιστημονική έρευνα έδειξαν ότι οι τηλεοπτικές προβολές του μουσικού κομματιού 1-800-273-8255 του Αμερικανού ράπερ Logic, ο τίτλος του οποίου ανήκει στον αριθμό για τη γραμμή πρόληψης αυτοκτονιών, συσχετίστηκαν με αύξηση των κλήσεων στη γραμμή αυτή αλλά και μείωση των αριθμών των αυτοκτονιών μετά τις προβολές.

Φαίνεται όμως ο διάλογος να έχει ανοίξει και μεταξύ των κοινών θνητών. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άπειρα βίντεο στο TikTok και στο YouΤube με καθημερινούς ανθρώπους που μοιράζονται tips αλλά και τα βιώματά τους για το πώς διαχειρίζονται την ψυχική τους υγεία. «Αισθάνομαι καλύτερα που και άλλοι άνθρωποι αισθάνονται αυτό που αισθάνομαι κι εγώ», γράφει κάποιος κάτω από ένα βίντεο. Ίσως αυτό να είναι το σημείο-κλειδί.

Αισθανόμαστε μόνοι και «προβληματικοί» στο βιωμά μας γιατί δεν έχουμε αντίστοιχες αναφορές. Για μένα, το μοίρασμα των κοινών εμπειριών κανονικοποιεί εκφράσεις της ανθρώπινης ύπαρξης που φοβόμαστε ή δεν έχουμε αποδεχτεί ως κοινωνία. Με λίγα λόγια, διευρύνει το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Αν αυτόν τον χρόνο καταφέραμε να φυτέψουμε τον σπόρο ότι οι δυσκολίες με την ψυχική μας υγεία δεν αποτελούν τελεία, αλλά ένα πολύ ανθρώπινο κόμμα, είμαστε σίγουρα σε καλό δρόμο.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-v16
© V&A Images/ Getty Images/ Ideal Image

Πού πάει το μυαλό μπροστά στη λευκή σελίδα;

Κείμενο: Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Μέχρι σήμερα, οι «μονές» χρονιές ήταν οι «τυχερές» μου, στο επίπεδο της δουλειάς. Όλα μου τα βιβλία εκδόθηκαν σε «μονά» έτη: 2011, 2015, 2017, 2019. Έτσι «βγήκε», λέω. Μεταξύ μας, με λες και προληπτικό. 

Το 2021 δεν ήταν, για μένα, μια χρονιά «παραγωγική». Όχι πως δεν έγραψα, όχι πως δεν χάρηκα την έρευνα κάποιων κομματιών, ιδίως ταξιδιωτικών. Κάποια στηρίχθηκαν σε αναμνήσεις μου από ταξίδια προ-πανδημικά, κάποια σε πρόσφατες διαφυγές, όταν αυτές κατέστησαν δυνατές. Το βιβλίο όμως που, χρόνια τώρα, σχεδιάζω, πήρε παράταση. Για μία ακόμη φορά. 

Όταν έχεις τάξει τη ζωή σου στο γράψιμο, όταν φιλοδοξείς, κάποια στιγμή, να ζεις από αυτό, μοιραία καταλήγεις να ζεις γι’ αυτό. Το να μη γράφεις αρκετά το βιώνεις σαν να μη ζεις. Αισθάνεσαι πως δεν έχεις κάτι να μοιραστείς, πως σπαταλάς τον χρόνο σου πάνω στη Γη και ζεις «ζωή κλεμμένη», που λέει και το τραγούδι. Θυμάμαι πάντα μια φιλόλογο να μας εξηγεί πως η λέξη «επάγγελμα» προέρχεται από την επαγγελία, την υπόσχεση: υπόσχεσαι τους άλλους πως θα φέρεις σε πέρας ένα λειτούργημα. Ο συγγραφέας που δεν γράφει, λοιπόν, αθετεί την υπόσχεσή του. 

Το αισθάνονται και άλλοι συγγραφείς αυτό, παρότι είναι κάτι που σπανίως συζητάμε. Όπως και τα προβλήματα ψυχικής υγείας. «Δεν θέλω να με θεωρούν γκρινιάρη και αυτοαναφορικό», μου εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα πολύ γνωστός μυθιστοριογράφος. Συνειδητοποιώ πως όταν γράφουμε και είμαστε παραγωγικοί, ξεχνάμε τους δικούς μας ανθρώπους. Κυνηγώντας το όνειρο της συγγραφής, κλέβουμε από τον χρόνο που θα τους χαρίζαμε. Δεν είμαστε εύκολοι συνοδοιπόροι. 

Τη χρονιά που πέρασε δεν θα τη θυμάμαι ως έτος που γέννησε ένα βιβλίο – αν και ένα χτίζεται, τολμώ να πω, σιγά σιγά. Γέννησε όμως άλλα. Θα ακουστεί παράδοξο σε πολλούς, αλλά το διάστημα της πανδημίας απέκτησα –ή ήλθα κοντά με– περισσότερους φίλους απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Η ανάγκη αυτή της προσέγγισης, της δημιουργίας μιας φούσκας «κανονικότητας», της αίσθησης πως «το περνάμε αυτό όλοι μαζί», ήταν κοινή σε πολλούς από εμάς, τελικά. Το 2021 ήταν η χρονιά της ζεστασιάς και της κοινωνικής επαφής, πραγμάτων που είχαμε, δυστυχώς, υποτιμήσει. 

Για μένα ήταν, παράλληλα, και χρονιά ενδοσκόπησης. Το τοξικό κλίμα που δημιούργησε η πανδημία, με τους αρνητές και τις εξωφρενικά παράλογες και αντικοινωνικές θέσεις και συμπεριφορές τους, με έκανε να αναρωτηθώ, πολλές φορές, αν αξίζει να αποτραβιέται κανείς από καιρού εις καιρόν στην προσωπική του σφαίρα, προκειμένου να βρίσκει τη γαλήνη. Αν αξίζει να έρχεσαι σε ρήξη με πρόσωπα τρίτα, που δεν θα ξανασυναντήσεις μάλλον ποτέ, για θέματα αρχής, ή πρέπει μήπως να τα προσπερνάς. Σε ποιο βαθμό αξίζει να προσπαθήσεις να κατανοήσεις τους φόβους του άλλου, όταν είναι καταφανώς παράλογοι; 

Αν ο όρος «ενδοσκόπηση» έχει ιατρική χροιά, ακόμα καλύτερα. Λίγο μετά τα μέσα της χρονιάς που μας αφήνει, αποφάσισα, επιτέλους, να αντιμετωπίσω ένα θέμα που με απασχολεί από τα μαθητικά μου χρόνια: διάσπαση προσοχής. Σε πολλούς ακούγεται περίεργο ότι παλεύω με αυτή την πάθηση (γιατί για πάθηση πρόκειται). «Μα εσύ, που έχεις γράψει βιβλία, έχεις μάθει γλώσσες, κ.λπ., πώς έχεις διάσπαση προσοχής;» Το ακούω συχνά. Κανείς όμως δεν γνωρίζει τις ώρες που έχουν περάσει, που έχουν χαθεί, χωρίς να κάνω τίποτε, με το μυαλό μου μόνο να ταξιδεύει, πουθενά συγκεκριμένα. Η αίσθηση πως ο χρόνος περνά άσκοπα είναι πολύ ασφυκτική.
 
Τις χαμένες ώρες δεν αξίζει να τις αναπολείς, αφού έχουν χαθεί. Παρότι, ως λάτρης της ιστορίας και φύσει νοσταλγικός, έχω μάθει να κοιτώ προς το παρελθόν, η υπόσχεσή μου για το 2022 είναι να κοιτώ, στα προσωπικά μου, μόνο μπροστά. Να συμφιλιωθώ με την ιδέα του παρελθόντος που δεν αλλάζει. Ό,τι χάθηκε, χάθηκε, ό,τι θα μπορούσε να γίνει καλύτερα και δεν έγινε, δεν έγινε. Στην προσπάθειά μου για ένα πιο «συγκροτημένο» και πιο παραγωγικό μέλλον, αποφάσισα να ξεκινήσω το νέο έτος με μια αποχή, κάποιων μηνών, από τα κοινωνικά δίκτυα. Η τοξικότητα που διαχέεται σε αυτά δεν είναι καλός συνοδοιπόρος, ιδίως όταν παλεύεις με τη διάσπαση προσοχής.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

2021 σκέψεις (Μέρος ΄Α)