ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

O άντρας στον καθρέφτη

Από μικρός πίστευα ότι οι Κυριακές δεν είναι ολόκληρες μέρες ή πλήρεις μέρες, αλλά μέρες που, αν κάποιος τις αναζητούσε, θα τις έβρισκε σε κομμάτια, μέσα σε βάζα, στα ράφια του μακρινού αρχείου που περιμένει στο τέλος της ζωής και συμπεριλαμβανει όλα όσα έχουν ξεχαστεί και όσα ποτέ δεν έγιναν μνήμη –κάθε μέρα που δεν κατάφερε να προσφέρει τα ερεθίσματα εκείνα που σημαδεύουν τον εγκέφαλο για το υπόλοιπο της ηλεκτρικής του λειτουργίας–, του αρχείου που συντάσσεται με μοναδικό σκοπό να αποδείξει ότι, όπως και οι δύο πλευρές ενός καθρέφτη, δεν είναι όλες οι μέρες ίδιες.

Οντως, υπάρχουν μέρες –όλες τους Κυριακές– που αισθάνομαι ότι η ζωή μου μοιάζει με αυτήν του δωματίου που βλέπω όταν κοιτάω μέσα στον καθρέφτη: το δωμάτιο αυτό φαίνεται να αποτελείται από πολλές και αλληλοσυνδεόμενες επιφάνειες, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μία και μοναδική. Οσο κοιτάζω, ο καθρέφτης εξαφανίζεται και το δωμάτιο στην άλλη πλευρά του γυαλιού φαίνεται όλο και πιο αληθινό. Σήμερα είναι Κυριακή, φυσικά, και αυτός είναι και ο λόγος που με βασανίζει η υποψία ότι μέσα στον καθρέφτη, στη μία πλευρά του διπλασιασμένου δωματίου, πέρα από εκεί που μπορώ να δω, περιμένει ένας άντρας που στέκεται εκεί και ψιθυρίζει στο είδωλό μου, έτσι ώστε να ξέρει, παρότι δεν έχει δικό του μυαλό, πότε να συνοφρυωθεί, να σηκώσει το χέρι, να ανοίξει το στόμα. Μπορεί αυτός ο άντρας να είναι άλλο ένα από τα είδωλά μου, αλλά όχι ακριβώς. 

Πιέζω το πρόσωπό μου στην επιφάνεια του καθρέφτη και κοιτάω στο πλάι, στο βάθος, εκεί που ελπίζω να δω, ακριβώς στο όριο της ορατότητας, το μανικετόκουμπο στη μανσέτα που τυλίγει τον καρπό, ένα παπούτσι τόσο καλογυαλισμένο που σχεδόν καταφέρνει να καθρεφτίσει τον καθρεφτισμένο άντρα ή τη χρυσή αλυσίδα που τρυπώνει στην τσέπη του γιλέκου, και μου φαίνεται ότι αυτός ο κρυμμένος άντρας, που μοιάζει μ’ εμένα, αλλά όχι ακριβώς, χάνει αργά το μυαλό του από τη μοναξιά, αναγκασμένος όπως είναι να ζει μέσα σ’ αυτά τα μικρά σκοτεινά δωμάτια που μοιάζουν ίδια με τα δικά μου, περιμένοντας το φως ν’ ανάψει στη δική μου πλευρά. (Κι εσείς τώρα μπορείτε να δείτε ότι αυτή η διάταξη δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη – ή μπορεί και να είναι, αλλά όχι ακριβώς.) 

Στον τοίχο πίσω του, σε μια αντεστραμμένη γλώσσα, ένα ημερολόγιο λέει ότι σήμερα είναι Κυριακή, η μέρα που προσπαθεί να καθρεφτίσει τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας, να γίνει το αντίθετό τους, και κάθε φορά αποτυγχάνει. 

Μέσα στην τρέλα του έχει αρχίσει να πιστεύει ότι δεν είναι άλλο ένα αντίγραφο, αλλά το πρωτότυπο, και κάπου κάπου, ιδίως όταν φοράω τα καλά μου ρούχα και κοιτάω αλλού, έρχεται κοντά στον καθρέφτη και πιέζει το πρόσωπό του στην επιφάνειά του, μπας και μπορέσει να με δει έστω και φευγαλέα. Με μισεί σχεδόν όσο τον μισώ κι εγώ, αλλά όχι ακριβώς. ■

* Η συλλογή διηγημάτων του Παναγιώτη Κεχαγιά «Τελευταία προειδοποίηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.