ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Μέρες μοναχικών περιπάτων

Οι Κυριακές για μένα ήταν πάντα ημέρες ενδοσκόπησης. Μέρες άκρατης μελαγχολίας και απαισιοδοξίας, όπως είναι συνήθως για τους ευαίσθητους και αγχώδεις. Είναι η μέρα που η έννοια του κόσμου παίρνει μια άλλη, πιο ζοφερή χροιά, μια μέρα που το βλέμμα χάνεται στα έρημα κτίρια, στα σφαλιστά παράθυρα, στους έρημους δρόμους, και η ψυχή ακολουθεί τη δική της κατάβαση στις πιο σκοτεινές σκέψεις και εικόνες.

Από πολύ μικρή ηλικία έκανα την Κυριακή μια μέρα μοναχικών περιπάτων, μια σιωπηλή ιεροτελεστία σκέψεων, τόσο προσωπικών όσο και συγγραφικών. Το αργό περπάτημα στα άδεια πεζοδρόμια νωρίς το απόγευμα, όταν ο ήλιος χάνεται, προσέφερε την ευκαιρία να ταξινομήσω το υλικό των βιβλίων μου, που, αν δεν μιλούν για αδιέξοδες καταστάσεις ή για μοναχικούς ανθρώπους, τότε αναφέρονται σε δολοφονίες και κάθε είδους εγκλήματα. Ετσι το κέντρο της Αθήνας, τα στενά του Παγκρατίου και παλαιότερα η οδός Ξενοκράτους ή η οδός Φωκυλίδου αποτελούσαν ένα πρώτο σκηνικό, όπου οι ήρωές μου κινούνταν αθόρυβα και κατέστρωναν τα σχέδιά τους ή τα σχέδιά τους κατακρημνίζονταν από την ίδια τη ζωή και την άτεγκτη πραγματικότητα.

Οταν αργότερα σπούδαζα στο εξωτερικό, η Κυριακή έπαιρνε διαστάσεις μοχθηρού τέρατος, ειδικά τις χειμωνιάτικες μέρες. Τώρα συνειδητοποιώ πως σ’ αυτό το ασπρόμαυρο σύμπαν χρωστάω τις μεγαλύτερες συγγραφικές μου εμπνεύσεις, αφού φαίνεται ότι το συγγραφικό μου ένστικτο συντονίζεται απόλυτα με τις ομιχλώδεις πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, περισσότερο από το υγιές κλίμα της Αθήνας. Ατέλειωτες βόλτες με τα άδεια λεωφορεία πρόσφεραν ατέλειωτες εικόνες ανθρώπων που ζούσαν τις Κυριακές τους. Ή που ζούσαν τη ζωή τους, διότι τελικά ίσως η Κυριακή να είναι η μοναδική μέρα της εβδομάδας που οι άνθρωποι κάνουν ή, έστω, προσδοκούν να κάνουν, αυτό που πραγματικά θέλουν να κάνουν. Κι αν δεν βρισκόμουν μέσα στο λεωφορείο, περπατούσα κάτω από στοές και αψίδες ιστορικών κέντρων ή έπινα μοναχικά ουίσκι σε ξύλινους πάγκους μικρών μπαρ συναντώντας αδιάφορα βλέμματα υπερήλικων θαμώνων. Και κρατούσα ένα μικρό σημειωματάριο στο χέρι.

Διότι η συγγραφή της Κυριακής συχνά αποτελεί το αντίδοτο της μελαγχολίας. Ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που δεν ξεκουράζεται ποτέ πνευματικά. Σπρωγμένος από μια αόρατη δύναμη, ουσιαστικά ζει δύο ζωές, τη δική του και τη ζωή των βιβλίων που πρέπει να γράψει ή νομίζει πως πρέπει να γράψει. Ετσι, ένας συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει ποτέ την Κυριακή σαν μέρα ξεκούρασης, αντιθέτως την υπολογίζει ως μια πολύ γόνιμη μέρα, μια ευκαιρία για να προχωρήσει το βιβλίο του, για να πάρει πολύτιμες –συγγραφικές πάντα– αποφάσεις ή προσδοκά την έμπνευση που θα του λύσει τα χέρια όταν το βιβλίο που γράφει φαίνεται να καταλήγει σε αδιέξοδο. 

Αρκεί να ξεπεράσει το σφίξιμο στο στήθος και να μπορέσει να μπει στο βιβλίο του. Το οποίο την Κυριακή είναι δυο φορές πιο δύσκολο. ■

* Το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, «Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.