ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η αγάπη για τις μεγάλες παρέες

Κάθομαι σε ένα χαμηλό σκαμνάκι, κρατώντας στα χέρια μου μια βρώμικη κούκλα που δεν αποχωρίζομαι ποτέ. Δίπλα μου, ένα μεγάλο ταψί με υπολείμματα φαγητού και λεπτομέρειες από την παρέα των γονιών μου: το τσιγάρο στα δάχτυλά τους, το ρολόι στον δεξιό καρπό κάποιου, τα μποτάκια ενός άλλου. Η φωτογραφία στο πίσω μέρος γράφει: Κυριακή του Πάσχα, 1980, στο σπίτι του Α.

Σε μια άλλη, πιο μεγάλη πια, αλλά ακόμα μικρή εγώ, ποζάρω περήφανη δίπλα στον πατέρα μου ενώ το αρνί φαίνεται άθικτο στο φόντο. Και πάλι στο σπίτι του Α.

Θα ακολουθούσαν πολλές τέτοιες Κυριακές που δεν απαθανατίστηκαν, με την ίδια μεγάλη παρέα και πολλά παιδιά, με τα λαϊκά να παίζουν από το ραδιόφωνο, τρία αρνιά να ψήνονται ταυτόχρονα στη σούβλα, τους ρόλους ήδη διαχωρισμένους: οι γυναίκες/μαμάδες έφτιαχναν σαλάτες, έστρωναν το τραπέζι, ξεφλούδιζαν κόκκινα αυγά, οι άντρες/μπαμπάδες κάπνιζαν πίνοντας κρασί, κάποιοι έπαιζαν ποδόσφαιρο με τα παιδιά, άλλον τον είχε ήδη πάρει ο ύπνος στην καρέκλα και πάντα κάποιος που έδιωχνε τις μύγες και τον σκύλο από τα απλωμένα φαγητά. 

Ο Α. δεν ζει πια εδώ και χρόνια, και μαζί μ’ αυτόν χάθηκαν κι εκείνες οι Κυριακές. Ωστόσο, συγκινούμαι πάντα όποτε πετυχαίνω στο ραδιόφωνο κάποιο από αυτά τα λαϊκά –λες και δεν τα έχω ακούσει ποτέ ξανά, πουθενά αλλού– φέρνοντας στη μνήμη μου λεπτομέρειες από όλες αυτές τις μέρες, που εγώ τις φαντάζομαι πια σαν μια αιώνια Κυριακή, αποκορύφωμα μιας αντιχριστιανικής Μεγάλης Εβδομάδας γι’ αυτή την παρέα, την οποία παρατηρούσα ασυνείδητα από την ηλικία εκείνης της πρώτης φωτογραφίας. Με τα ίδια πρόσωπα να μεγαλώνουν, να μαλακώνουν και σπανίως κάποιους άλλους να προστίθενται σε αυτά. Πάντα οι νεοφερμένοι θα αποτελούσαν έκπληξη για μένα, μου άλλαζαν το σχήμα, κλονίζονταν οι σταθερές, χαλούσε το μέτρημα, 52 και φέτος, μικροί-μεγάλοι, κανείς δεν έφυγε.

Από αυτές τις Κυριακές του Πάσχα των παιδικών μου χρόνων μού έχει μείνει η αγάπη –και ενδόμυχα η λαχτάρα– για τις μεγάλες παρέες. Τα μακρόστενα τραπέζια με τα φαγητά, το κρασί και τους φίλους οι οποίοι συνδέονται από παλιά και συζητάνε, γελάνε ηχηρά και διαφωνούν εξίσου ηχηρά, χωρίς να παρεξηγούνται. Με αυτόν τον τρόπο η παρέα αυτή έκανε τις Κυριακές να μοιάζουν σαν μια ήπια μετάβαση ή κατάληξη μιας εβδομάδας προς την επόμενη, ξορκίζοντας τη μελαγχολία και την αεργία που σαν να κουβαλά αυτή η μέρα που ξεκουράστηκε ο Θεός. 

Στον γυρισμό, εξαντλημένη πια εγώ στο πίσω κάθισμα του οικογενειακού μας αυτοκινήτου, παρατηρούσα τα κτίρια να περνάνε γρήγορα μπροστά από τα μάτια μου και τον κόσμο να ανασαίνει, να μεγαλώνει και να με συγκρατεί μέσα του. ■

* Το τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Φακίνου «Ανατομία κόρης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.