ΤΑΞΙΔΙΑ

Χαλκιδική όπως Γούντστοκ

Χαλκιδική όπως Γούντστοκ

O Xρήστος Α. Χωμενίδης επιστρέφει στο 1985 και ανατρέχει στις διακοπές-φιάσκο που του επιφύλασσε η Κασσάνδρα.

Να είσαι δεκαεννιά και να είναι 1985. Να ζεις σε έναν πλανήτη χωρίς κινητά τηλέφωνα, χωρίς διαδίκτυο, χωρίς, ούτε στην πιο καλπάζουσα φαντασία, μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Να έχεις μόλις τελειώσει το τετρατάξιο λύκειο ενός σχολείου, το οποίο σού παρείχε κάθε λογής ευκαιρίες στη μάθηση, στα σπορ, ακόμα και στις τέχνες, πλην σού στερούσε ό,τι είχες ανάγκη. Τα κορίτσια.

Τα βλέπαμε με το κιάλι σχεδόν να σχολάνε από το γειτονικό Αρσάκειο, στρατόπεδο θηλέων εκείνο, με ψηλότερο από τον δικό μας μαντρότοιχο και συρματόπλεγμα στην κορυφή του. Τα συναντούσαμε φευγαλέα στις καφετέριες – ήθελε θάρρος για να τα πλευρίσεις, κι ακόμα περισσότερο θάρρος από τη μεριά τους για να ανταποκριθούν, να σημειώσουν σε χαρτάκι το τηλέφωνό τους…

«Μου δίνετε, παρακαλώ, τη Μαίρη;» έλεγες με τη σοβαρότερη φωνή σου στη μαμά που το σήκωνε. «Ποιος τη ζητάει;» στράβωνε εκείνη ακαριαία. «Ένας φίλος της…» «Όνομα δεν έχεις, αγόρι μου;»  

Ο παραπάνω διάλογος επαναλαμβανόταν, αυτολεξεί σχεδόν, χιλιάδες φορές κάθε απόγευμα ανά την επικράτεια. Οι κοριτσογονείς, παιδιά της Κατοχής, προοδευτικοί στη θεωρία, πατροπαράδοτοι στην πράξη, περιφρουρούσαν όσο γινόταν την αγνότητα των θυγατέρων τους. Η σεξουαλική επανάσταση των ’60s είχε ξεθυμάνει πριν εμείς μπούμε στην εφηβεία ή αφορούσε μεγαλύτερες ηλικίες. Υπήρχε εξάλλου και το AIDS, που οι νεοπουριτανοί προφήτευαν πως θα θέριζε τη μισή ανθρωπότητα…

Προκειμένου να αποκτήσουμε συμμαθήτριες, γραφτήκαμε σε φροντιστήριο, να προετοιμαστούμε δήθεν για τις Πανελλαδικές. Εκεί «κοινωνικοποιηθήκαμε», ας το θέσουμε έτσι. «Γνωρίσαμε το γλυκό μυστικό της ζωής», ας το θέσουμε αλλιώς.

Διαβάζαμε, ωστόσο, μανιωδώς Κέρουακ, Καραγάτση, Εμπειρίκο και Μπατάιγ ακόμα. Ακούγαμε ροκ και ρεμπέτικα. Είχαμε δει στον κινηματογράφο τρεις-τέσσερις φορές τη «Γλυκιά συμμορία» και άλλες τόσες το «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ. Είχαμε σχηματίσει την πεποίθηση ότι ο κόσμος των ενηλίκων ήταν λίαν περιπετειώδης, ψυχεδελικός, κυρίως δε αισθησιακότατος. Πώς να αρκεστούμε σε ραντεβουδάκια με τις πρώτες μας αγάπες, που κι εκείνες εξάλλου αλληθώριζαν προς μεγαλύτερα αγόρια;

«Στη Χαλκιδική γίνεται κόλαση!» μου ανακοίνωσε ο κολλητός μου με μάτι που άστραφτε. «Ξανθές ορδές απ’ τη Σκανδιναβία κατηφορίζουν κάθε καλοκαίρι αποφασισμένες για όλα. Όποιος βρεθεί εκεί, μεταμορφώνεται σε Σάτυρο…» «Σε Πρίαπο!» επαύξησα. «Μπιτς πάρτι που κρατάνε μέχρι το πρωί, μουσικές, ποτά…» «Τσιγάρα!» «Ό,τι δεν βάζει ο νους σου…» «Φύγαμε!»

Γιατί όχι Ρόδο, Μύκονο, Μάταλα; Έτσι. Με την πρεμούρα που είχαμε, κάθε δεύτερη σκέψη θα μας φαινόταν αναίτιο ξεψείρισμα. Αναχωρήσαμε με καύσωνα για τη Χαλκιδική, λες και πηγαίναμε στο Γούντστοκ.

Ο συρμός για Θεσσαλονίκη έκανε ένα οκτάωρο. Θεωρητικά. Πρωί πρωί, στην πραγματικότητα, αναχωρήσαμε από τον Σταθμό Λαρίσης, περασμένα μεσάνυχτα φτάσαμε στη «συμπρωτεύουσα», όπως την αποκαλούσαν τότε. Περάσαμε από δεκάδες χωριά. Επιβιβάσαμε φαντάρους εν στολή, γριές με τσεμπέρια, αγρότες με τραγιάσκες και βαθιές ρυτίδες. Πρόσωπα σαν αγάλματα πέτρινα, ραγισμένα, που δεν τα βλέπεις πλέον σε κανέναν Έλληνα. Στα πόδια μας, χαρτοκιβώτια δεμένα με σπάγγο, από τις τρυπίτσες τους ακούγονταν κακαρίσματα. Σε έναν σταθμό στη μέση του πουθενά σταματήσαμε για δυο ώρες, για κάποιου είδους ανεφοδιασμό. Οι επιβάτες το αντιμετώπισαν στωικότατα, υπήρχε πλάι στις ράγες ένα καφενείο, εκεί κορέσαμε την πείνα μας με κάτι «σάντουιτς» ο Θεός να τα κάνει – μισομπαγιάτικο φραντζολάκι και στη μέση μια φέτα χοιρινό zwan, με το λίπος.

«Φαινόμαστε πάρα πολύ φλώροι;» ρώτησα με αγωνία τον κολλητό μου. «Με εξωγήινους μοιάζουμε περισσότερο» με καθησύχασε (;) εκείνος, δείχνοντας αξιοθαύμαστη αυτογνωσία. Εγώ μεν είχα μαλλί αφάνα, φορούσα στρογγυλά γυαλιά τύπου Τζον Λένον, πουκάμισο με λαχούρια και κάπνιζα με κοκάλινη πίπα. Εκείνος δε ήταν καλλονός, Ερμής κανονικός, δίχως εντούτοις ίχνος από την αλαζονεία που θα συνεπαγόταν μια τέτοια ομορφιά. Τόσο απλός, ώστε μπέρδευε τους γύρω του, δεν ήξεραν πώς να τον αντιμετωπίσουν.

Κατεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη, πήραμε ταξί, ζητήσαμε από τον οδηγό να μας πάει στο πιο κακόφημο ξενοδοχείο της πόλης.

«Κακόφημο; Πάει να πει;» απόρησε ειλικρινά. «Φτηνό; Για με γυναίκες;» Ούτε κι εμείς ξέραμε τι ακριβώς εννοούσαμε. Φαντασιωνόμασταν ένα χάνι μάλλον, που στο ισόγειό του θα ’χε κάτι σαν τεκέ, με λαϊκή ορχήστρα και με λάγνες χορεύτριες, τσιγγάνικης ασφαλώς ομορφιάς. Όλοι οι θαμώνες θα μπαινόβγαιναν στη φυλακή, θα ’παιζαν ζάρια, θα μελετούσαν όμως και Μπακούνιν… Δεν τολμήσαμε να ξεδιπλώσουμε στον ταξιτζή τις παραπάνω ευτράπελες εικόνες. Κι εκείνος, βλέποντάς μας προβατάκια, ταμάμ να τα ξαφρίσουν στα κωλόμπαρα, θέλησε να μας προστατεύσει. Μας οδήγησε σε ένα υπνωτήριο πέμπτης κατηγορίας, το οποίο δεν είχε όμως τίποτα το επικίνδυνο, μπατίρηδες στέγαζε, περαστικούς από την πόλη. Οι τοίχοι του ήταν χάρτινοι. Σειόταν το ξενοδοχείο όλη νύχτα, μαζί και τα κρεβάτια μας, όχι από στεναγμούς ηδονής αλλά από ροχαλητά κατάκοπων ανθρώπων.

Χαλκιδική όπως Γούντστοκ-1

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Την επομένη αναχωρήσαμε με το ΚΤΕΛ για Χαλκιδική.

Αυτό που συνέβαινε στο πρώτο πόδι δεν το ’χω ξαναδεί στη ζωή μου όλη. Βούλιαζε ο τόπος. Το αδιαχώρητο επικρατούσε μέρα νύχτα παντού, στις παραλίες, στα εστιατόρια, στα κλαμπ. Μάχη έπρεπε να δίνεις για να περιφρουρείς το ένα τετραγωνικό μέτρο που σου αναλογούσε. Ο αέρας μύριζε αντηλιακό, φτηνή κολόνια, εκπνεόμενο αλκοόλ και ιδρώτα. Όπου κι αν γύριζες το βλέμμα αναβόσβηναν ταμπέλες νέον. Στα αυτιά σου ανακατεύονταν οι πενιές του Ζορμπά και οι λαρυγγισμοί της Μπάρμπρα Στρέιζαντ, «I am a Woman in Love»…

«Στον Παράδεισο σε έφερα!» θριαμβολόγησε ο κολλητός μου. Πώς να διαφωνήσω; Λεφούσια πράγματι από γυναίκες κάθε ηλικίας, διονυσιασμένες είτε από τον πόθο είτε από το οινόπνευμα. Στην παραλία ξέστηθες, πίσω από κάτι βράχια ολόγυμνες, στη βόλτα με μικροσκοπικά σορτσάκια ζητούσαν απ’ τα αρσενικά να τις φωτογραφίσουν με μηχανές Kodak με φόντο τα κύματα. Τις θέλαμε μία μία και όλες μαζί.

Μη μας κατηγορήσουν οι «πολιτικώς ορθοί» ότι τις αντιμετωπίζαμε σαν κρέας. Τους εαυτούς μας μάλλον βλέπαμε έτσι, στάβλοι ήμασταν με εκατοντάδες αφιονισμένα άλογα που λαχταρούσαν να ξεχυθούν και να καλπάσουν. Στα δεκαεννιά, πυξίδα έχεις τον οίστρο σου.

Βρήκαμε με προσπάθεια ωρών ένα άθλιο κατάλυμα, παράπηγμα κανονικό, δύο ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια και για επίπλωση κάτι ξηλωμένα καθίσματα λεωφορείου. Το μπάνιο έμοιαζε με κελί μεξικανικής φυλακής, το ταβάνι σε πλάκωνε, δεν μπορούσες να σταθείς όρθιος, άσε που μέτραγες τις σταγόνες από το σκουριασμένο ντους. Λεπτομέρειες…

Σενιαριστήκαμε και βγήκαμε στη γύρα. Είχε βραδιάσει, ορμήσαμε στην πρώτη ντισκοτέκ. Στριμωχτήκαμε στην μπάρα, το ουίσκι ήταν μπόμπα, βρόμαγε πετρέλαιο, με την πρώτη γουλιά το αλλάξαμε με το γυναικείο ποτό «τεκίλα σάνραϊζ» με μαρασκίνο και πλαστικό πιθηκάκι στο χείλος του ποτηριού. Ζυγώσαμε στην πίστα ρουθουνίζοντας σαν κυνηγόσκυλα. Χείμαρροι από μπούκλες, μοβ-πράσινες σκιές ματιών, πλαστικές γόβες με διαφανή τακούνια και τσαντάκια φορεμένα χιαστί.

Στα μπιτάτα κομμάτια χοροπήδαγαν όλες μαζί, λες και πατούσαν μούστο σε γρήγορη κίνηση. Στα σλόου τις διπλάρωναν κάτι μελαψοί τύποι με ανοιχτά πουκάμισα, τριχωτά στέρνα, χρυσές καδένες. Οι ιδρωμένες τους παλάμες κατηφόριζαν από τους ώμους στους πισινούς των κοριτσιών, ο έρωτας φούντωνε μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Μετά το τρίτο μπλουζ, τα ζευγάρια της μιας νύχτας εξαφανίζονταν στα γειτονικά χωράφια ή στεγάζονταν στα αγροτικά αυτοκίνητα. Πάω στοίχημα πως με το πρώτο φως της μέρας θα αντίκριζε κανείς το χώμα σπαρμένο από αμέτρητα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά…

«Σειρά μας!» είπα στον κολλητό μου. Πλησίασε μια πιτσιρίκα, με κορμί γαζέλας και μαλλί ράστα, όπως η Μπο Ντέρεκ στο «10». Αντάλλαξαν πέντε κουβέντες, κι εκείνη του γύρισε την πλάτη, τον εγκατέλειψε στα κρύα του λουτρού. «Την πρόσβαλες;» ρώτησα άναυδος. «Μου είπε ότι είναι από τη Σουηδία. Της ζήτησα τη γνώμη της για τις ταινίες του Μπέργκμαν…» Ούτε καν καταλάβαινε τι λάθος είχε κάνει. Σε μία συνομήλική μας από το Παγκράτι, επίδοξη φοιτήτρια Νομικής, η προσέγγιση θα είχε φανεί πράγματι ενδιαφέρουσα.

Δοκίμασα την τύχη μου με τα ίδια και χειρότερα αποτελέσματα. «Νοσοκόμα δουλεύω», με πληροφόρησε με μισό στόμα η χυμώδης ξανθιά. «Το ’χεις διαλέξει ή σε πιέζει η οικονομική ανάγκη;» Από την αμηχανία μου μιλούσα σαν κατηχητής της ΚΝΕ.

Στην πέμπτη παταγώδη αποτυχία το χωνέψαμε ότι αρμενίζαμε στραβά. Αποφασίσαμε να μιμηθούμε τα ντόπια καμάκια. Έχετε προσπαθήσει να φάτε σούπα με μαχαίρι και πιρούνι; Γελάστε ελεύθερα με τα χάλια μας.

«Τι τις τραβάει στην Ελλάδα;» το θεωρητικοποίησε ο κολλητός μου: «Η ανάγκη τους να ξεσαλώσουν…» – «Να δραπετεύσουν, δηλαδή, προσωρινά από τη θλιβερή τους καθημερινότητα!» «Δεν διαφωνώ…» – «Δεν έχουν όμως τα κότσια να εξεγερθούν, να κάψουν πίσω τους τις γέφυρες. Αρκούνται σε ημίμετρα, σε χαπάκια-καμάκια. Εγώ λοιπόν χαπάκι τους δεν γίνομαι!» – «Όσα δεν φτάνει η αλεπού…» κάγχασα. Του γύρισε το μάτι τότε, μου ’ριξε μια κλοτσιά στο καλάμι. Πλακωθήκαμε στο ξύλο. Τόση ανεκπλήρωτη επιθυμία κάπως έπρεπε να εκτονωθεί.

Έχουν περάσει τριάντα πέντε σχεδόν χρόνια, κι ακόμα απορώ πώς, όχι εγώ, ο πανέμορφος κολλητός μου δεν κατάφερε να σταυρώσει μία έστω τουρίστρια στη Χαλκιδική. Είχε, νομίζω, στην ουσία δίκιο. Ενώ στα υπόλοιπα αρσενικά έφτανε και περίσσευε ο ρόλος τού επιβήτορα της μιας νύχτας, εκείνος έβλεπε τον έρωτα σαν πράξη επαναστατική. Νόμιζε ειλικρινά ότι βρισκόταν στο Γούντστοκ. Ίσως πάλι να έφταιγε που ήταν ξανθός και ντελικάτος, καμία σχέση με το στερεότυπο του «hot greek lover», χάριν του οποίου έμπαιναν οι Σκανδιναβές στα «fucking charters»…

Την τρίτη μέρα εγκαταλείψαμε την προσπάθεια. Μείναμε άλλες δύο. Αράζαμε στην πισίνα ενός ψευτοπολυτελούς ξενοδοχείου, πίναμε καθαρά ποτά και παρακολουθούσαμε σε μια μεγάλη οθόνη το NBA. Στο αμερικανικό μπάσκετ κυριαρχούσε τότε ένας διπίθαμος μαύρος, ένα και πενήντα στην κυριολεξία. Περνούσε κάτω από τα πόδια των αντιπάλων του και σκόραρε. Τους είχε αλαλιάσει.