ΤΑΞΙΔΙΑ

Μασκοφόροι ταξιδιώτες

maskoforoi-taxidiotes-2380204

Τι τρομερό μπέρδεμα. Πού ξεκινάει και πού τελειώνει το πρόσωπό μας; Ποιος μας εκπροσωπεί; Ποιον αντιπροσωπεύουμε; Τι συμβαίνει με τις διαπροσωπικές μας σχέσεις;  Έχουμε πρόσωπο;

Δεν έδειξε το αληθινό του πρόσωπο/ μην το παίρνεις προσωπικά/ έχει χαθεί από προσώπου Γης/ το σπίτι έχει πρόσωπο στον δρόμο/ το νέο πρόσωπο της τρομοκρατίας/ πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου/ του τα ’πα κατά πρόσωπο/ δεν βλέπεις Θεού πρόσωπο, αναφέρει ανάμεσα σε άλλα παραδείγματα το λεξικό.

Τι θα κάνουμε σε αυτή τη μασκοφορεμένη εποχή, που η διακίνηση πραγμάτων ακόμη και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει ελεύθερη, αλλά η διακίνηση προσώπων –ακάλυπτων τουλάχιστον– προκαλεί τρόμο; Η μάσκα έχει ταυτιστεί με την παρανομία, την παραβατικότητα, τον κίνδυνο: Ο άνθρωπος με το σιδηρούν προσωπείο, οι ληστές τρένων στην Άγρια Δύση, ο Φαντομάς, ο Ζορρό, ο Μπάτμαν, οι Μουργόλυκοι…

Στο σύντομο διήγημα του Μπόρχες «Ένας καθρέφτης από μελάνι», ο μάγος Αμπντελραχμάν ελ Μασμούντι δείχνει «μορφές και οπτασίες πιο θαυμαστές ακόμα και απ’ αυτές του μαγικού φανού» στον Γιακούμπ τον Φιλάσθενο. «Μια φορά, με πρόσταξε να του δείξω την πόλη που τη λένε Ευρώπη. Του έδειξα τον κεντρικό της δρόμο, και θαρρώ πως σ’ αυτό το πολύβουο ποτάμι των ανθρώπων, που όλοι τους φορούσαν μαύρα και πολλοί ήταν με γυαλιά, είδε για πρώτη φορά τον Μασκοφόρο»¹.

Έχουν κάτι αμφιλεγόμενο οι μασκοφορεμένες παρουσίες, κρύβουν απειλή, αλλά και γοητεία. Μια γοητεία πάντως που δεν αποδώσαμε και στις σύγχρονες μασκοφόρες της Δύσης: οι μουσουλμάνες κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας με τσαντόρ, νικάμπ, μπούρκες και προκαλούσαν φορτισμένες πολιτικές συζητήσεις και αυστηρά πρόστιμα, περιορισμούς και απαγορεύσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια.

Σήμερα, στη Γαλλία μια μουσουλμάνα που θα εμφανιστεί με παραδοσιακό κάλυμμα προσώπου σε δημόσιο κτίριο ή στα μέσα συγκοινωνίας πληρώνει πρόστιμο 135 ευρώ. Αν δεν φοράει μάσκα όμως, θα πληρώσει 150 ευρώ επιπλέον. Κάπως έτσι εντείνονται οι παραδοξότητες της μάσκας κι αποκρύπτονται και περιπλέκονται οι σχέσεις μας με τα πρόσωπα, τις ταυτότητες. Αφίσες κατά της μάσκας από οργανώσεις του αντιεξουσιαστικού χώρου, προτροπές για χρήση μάσκας από πολιτικούς που είχαν νομοθετήσει απαγόρευση για τις κουκούλες, ο Μπόρις Τζόνσον να αστειεύεται χαρακτηρίζοντας «γραμματοκιβώτια» τις μουσουλμάνες της χώρας του, ο πρόεδρος Τραμπ να αρνείται με περιφρόνηση να φορέσει μάσκα.

 «Ο Κόκκινος Θάνατος είχε ρημάξει τη χώρα πέρα έως πέρα. Καμιά επιδημία δεν υπήρξε ποτέ τόσο μοιραία, τόσο αποκρουστική». Έτσι ξεκινάει η ανατριχιαστική ιστορία του  Έντγκαρ Άλαν Πόε «Το προσωπείο του Κόκκινου Θανάτου»². «Όμως ο πρίγκιπας Πρόσπερο ήταν ευτυχισμένος, ατρόμητος και συνετός. Καθώς οι υπήκοοί του αποδεκατίζονταν, εκείνος κάλεσε κοντά του χίλιους υγιείς και εύθυμους ιππότες και δέσποινες της Αυλής του, και με όλους αυτούς αποσύρθηκε σε απόλυτη απομόνωση σε ένα από τα καστροχτισμένα αβαεία του. […] Μπροστά στο ενδεχόμενο κάποιας αιφνίδιας παρόρμησης των καλεσμένων, γεννημένης από την απελπισία ή τη φρενίτιδα, είχαν αποφασίσει να μην αφήσουν καμιά δίοδο εισόδου ή εξόδου. Το αβαείο ήταν επαρκώς εφοδιασμένο με όλα τα αγαθά. Με τέτοιες προφυλάξεις οι αυλικοί ήλπιζαν ότι θα απέτρεπαν τη μετάδοση της νόσου».

Αλλά φυσικά τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά στο λογοτεχνικό σύμπαν του Πόε. Στη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων εμφανίζεται μυστηριωδώς στο κάστρο ένας μίμος, ένας απρόσκλητος μασκοφόρος. Το πρόβλημα δεν είναι η μάσκα, αλλά αυτό που κρύβεται από πίσω: «Ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή και το ξίφος έπεσε λαμποκοπώντας στο πένθιμο χαλί, πάνω στο οποίο την ακριβώς επόμενη στιγμή σωριάστηκε πρηνής, παραδομένος στον θάνατο, ο πρίγκιπας Πρόσπερο. Και τότε, παίρνοντας θάρρος από την απελπισία, πλήθος από γλεντοκόπους εξαπολύθηκε στη μαύρη αίθουσα – αλλά αρπάζοντας τον μίμο, που το ψηλό κορμί του στεκόταν ορθό και ακίνητο στη σκιά του εβένινου ρολογιού, ένιωσαν να τους κόβεται η ανάσα από φρίκη ανείπωτη, καθώς ανακάλυπταν ότι τα ενδύματα του τάφου και η νεκρική προσωπίδα που είχαν τραβήξει με τόση βίαιη ωμότητα ήταν κενά, άδεια από απτή ύλη».

Αν υπάρχει ένα πρόσωπο πίσω από τη μάσκα, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε και τόσο. Αυτή δεν είναι και η κατεξοχήν γοητεία που ασκεί η μάσκα; Η απόκρυψη και ταυτόχρονα η έκθεση του μασκοφορεμένου Εγώ; Από την άλλη μεριά, ίσως να είναι μια εκδοχή της δημοκρατίας τελικά και της ανθρωπιάς μας γενικότερα η δυνατότητα να δούμε τον κόσμο με τα μάτια των άλλων, από τη δική τους θέση.

Ας μην το παίρνουμε προσωπικά. Για τους επόμενους μήνες τουλάχιστον, μπορούμε να φορέσουμε τις υποβρύχιες μάσκες μας και να πάμε όλοι μαζί στην ακρογιαλιά. Αραιά, αραιά…

¹ Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Άπαντα τα πεζά» (Ι), μτφ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Πατάκη
²  Έντγκαρ Άλαν Πόε, «21 ιστορίες και “Το κοράκι”», μτφ. Κ. Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο