ΤΑΞΙΔΙΑ

Σκαντζόχοιροι και αχινοί

skantzochoiroi-kai-achinoi-2383387

Σήμερα αντιμετωπίζουμε την απροθυμία κάποιου να κολυμπήσει ως ύποπτη ή ενδεικτική αδιαθεσίας. Δεν ήταν πάντα έτσι. Πριν από διακόσια χρόνια θα αποτολμούσε κάποιος την επαφή με το αλμυρό νερό μόνο μετά από ιατρική συμβουλή.

«Να απορεί. Ορίστε τι πρέπει να κάνει κανείς κατ’ αρχάς. Να απορεί με την παραλία. Να νιώθει έκπληξη με την ύπαρξή της. Να πάψει να τη θεωρεί δεδομένη και να αναρωτηθεί για τον λόγο ύπαρξής της.

Το πράγμα είναι δύσκολο, τόσο πολύ την έχουμε συνηθίσει – τόσο μοιάζει να μας ανήκει και να μας προσφέρεται σαν άμεσο δεδομένο της συνείδησης των διακοπών. Λέτε: καλοκαίρι, ήλιος, διακοπές; Εγώ σκέφτομαι: παραλία! Και τότε λέμε: η παραλία! Τι πράγμα, η παραλία; Τίποτε, η παραλία!»*

Στην ογκώδη μελέτη του με τίτλο «Στην ακροθαλασσιά» ο κοινωνιολόγος Ζαν Ντιντιέ Ουρμπαίν καταφέρνει να συνδυάσει την ακαδημαϊκή λεπτολογία με το χιούμορ. Εμβαθύνει στις παράδοξες αλλαγές νοοτροπίας που μας οδήγησαν από τα ταπεινά ψαροχώρια στα χωριά-ξενοδοχεία και από τις άγριες ακτές στην κουλτούρα των παραθαλάσσιων διακοπών.

Ανατρέχοντας σε ιστορικές πηγές και κοινωνιολογικές έρευνες, διηγείται γλαφυρά τη σχετικά πρόσφατη δημιουργία αυτού που τείνουμε να θεωρούμε αυτονόητο: τα θαλάσσια μπάνια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η θάλασσα και τα ακρογιάλια ήταν άγνωστα στους αρχαίους μας προγόνους. Αλλά δεν ήταν και ακριβώς τόποι αναψυχής. Ήταν σύνορα και πεδία εξερεύνησης. Προκαλούσαν δέος και ανησυχία. Προσεγγίζονταν πάντα με σεβασμό και προσοχή. «Έτσι (…) η ακτή, φορέας αμέτρητων κακών, θεωρείται και βιώνεται πάνω απ’ όλα ως ο χώρος όλων των κινδύνων: εισβολές και αποβάσεις, αλλά και τερατώδεις εμφανίσεις, σαγηνευτικές, τρομακτικές ή θεϊκές – ομηρικά πλάσματα, σειρήνες, κράκεν και άλλοι Λεβιάθαν».*

Αυτές τις μέρες, πάντως, όλο για τις παραλίες μιλάμε. Πώς θα καθόμαστε στις παραλίες; Θα μας φέρνουν καφέ; Ποια είναι η ιδανική απόσταση ανάμεσα στις ομπρέλες; Τι μουσική θα ακούγεται έτσι ώστε να μην παρασυρθούμε και χορέψουμε;  Τι θα γίνει με τα κλαμπ; Τι θα γίνει με τα κλαμπ σάντουιτς;

Ο προβληματισμός γύρω από τις παραλίες δεν είναι φαινόμενο των ημερών. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, οι διευθετήσεις που απαιτούσε η καινοφανής συνήθεια του θαλάσσιου μπάνιου απασχόλησαν έντονα την κοινωνία των διακοπών. Περίπλοκες διευθετήσεις κάθε λογής: ενδυματολογικές, ταξικές, ιατρικές, διαφυλικές. Για να πάμε όλοι μαζί στην ακρογιαλιά, που έλεγε και η Ίλια στο «Ποτέ την Κυριακή», χρειαζόταν μια βασική υπέρβαση. «Διότι η παραλία, παρά την προφανή παρουσία της, δημιουργήθηκε – όπως η εξοχή και το βουνό. Και γεύτηκε κανείς για πρώτη φορά τη θάλασσα όπως ένα ποτήρι αλκοόλ: κάνοντας μια γκριμάτσα και ξεπερνώντας τη βαθιά πρωταρχική αηδία. […] Η ορμή του πλήθους, που σπεύδει τώρα κάθε καλοκαίρι, δεν έχει τίποτε το αυθόρμητο. Υπογραμμίζει μία τελετουργία που αποκτήθηκε αργά και όχι μία ενστικτώδη συμπάθεια».*

Τις προάλλες, προσπαθώντας να ακολουθήσω την τελετουργία αλλά να αποφύγω τους προβληματισμούς, κατέληξα σε μια κάπως απόμακρη παραλία της Ανατολικής Αττικής.

Η μικρή αμμουδιά που θυμόμουνα ήταν κατειλημμένη, οπότε έπρεπε να σταθμίσω τους κινδύνους. Τι ήταν πιο απειλητικό: Τα βράχια με τους αχινούς; Ή η γειτνίαση με τους συνανθρώπους μου; «Όταν ο χειμώνας είναι ιδιαίτερα κρύος, οι σκαντζόχοιροι τείνουν να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο για να ζεσταθούν. Τρυπούν όμως έτσι ο ένας τον άλλο, οπότε δεν μπορούν να ζήσουν ούτε τελείως μόνοι, ούτε πραγματικά από κοινού. Με τον ίδιο τρόπο, στην παραλία, ο “συνωστισμός” των παραθεριστών, από την οπτική της αναζήτησης μιας κοινοτιστικής ζεστασιάς, αντικατοπτρίζει αυτό το παγκόσμιο κοινωνικό παράδοξο που εντοπίζεται παντού, αλλά είναι ιδιαίτερα ευανάγνωστο εδώ, όπου δεν αναζητεί κανείς μόνον να χαλαρώσει αλλά επίσης να πλάσει και να αναπλάσει ανύπαρκτους ή και διαλυμένους δεσμούς».*

Κάπως έτσι είπα να ξεπεράσω την υποχονδρία και να βολευτώ στο κομμάτι άμμου που μου αναλογούσε. Για αδιευκρίνιστους λόγους  κόλλησα, όση ώρα κολυμπούσα, με το θέαμα των αχινών. Προσπαθούσα ίσως να βρω κι εγώ, όπως το κοριτσάκι στο μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Κ., μια αδιατάρακτη «στιγμή ευτυχίας»: έβλεπε, λέει, δύο αχινούς να φιλιούνται, κι ήταν «η μεγαλύτερη ιστορία αγάπης του καιρού μας».**

Βγαίνοντας όμως από το νερό, στέγνωσε και ο ρομαντισμός μου.«Οποιοσδήποτε δει να βγαίνει από το νερό το άμοιρο πλάσμα που κάνει ένα από τα πρώτα του μπάνια, που το βλέπει άσπρο, κάτωχρο, τρομακτικό, με μια θανατερή τρεμούλα, αισθάνεται τη σκληρότητα μιας τέτοιας δοκιμασίας», έγραφε ο ιστορικός Μισελέ το 1861.

Τι να πω, ας ελπίσουμε πως σε κάνα μήνα θα είμαι λιγότερο ωχρός – κι εγώ και οι άλλοι σκαντζόχοιροι της παραλίας.

*Στην ακροθαλασσιά, Ζαν-Ντιντιέ Ουρμπαίν, εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ
**Πώς φιλιούνται οι αχινοί, Αλεξάνδρα Κ*, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ