ΤΑΞΙΔΙΑ

Η νοσταλγία της πτήσης

i-nostalgia-tis-ptisis-2386623

Πρέπει όντως να χάσεις κάτι για να καταλάβεις πόσο σου λείπει. Πριν από έναν χρόνο δεν θα φανταζόμουν τη σημερινή λαχτάρα της πτήσης, πόσω μάλλον τη νοσταλγία για τα αεροδρόμια.

«Στα ταξίδια πλέκω. Δυστυχώς, τελευταία, κάποιες αεροπορικές εταιρείες απαγορεύουν να παίρνεις μαζί σου βελόνες πλεξίματος ή βελονάκι», γράφει η Όλγκα Τοκάρτσουκ στους «Πλάνητες». Αναφέρεται προφανώς σε μια παλαιότερη, πιο αθώα εποχή. Τελευταία, δεν είμαι καν σίγουρος για το τι επιτρέπεται στα αεροπλάνα. Οι κανονισμοί και οι οδηγίες αλλάζουν μέρα με τη μέρα και τα αεροδρόμια μοιάζει να έχουν –για μία ακόμη φορά στην ιστορία τους– μεταμορφωθεί.

Θυμάμαι τη μαγεία που είχαν αυτοί οι χώροι τη δεκαετία του 1970. Πώς σε έκαναν να ονειρεύεσαι, να ποθείς ανεξέλεγκτα άλλους τόπους. Ή μάλλον όχι ακριβώς τόπους. Η επιθυμία αφορούσε την ίδια τη μετακίνηση, αυτό που ποθούσες ήταν άλλα αεροδρόμια κι άλλες δυνατότητες μετακινήσεων. Αυτή την αίσθηση μου δημιουργούσε το Ελληνικό στα παιδικά μου χρόνια. Πηγαίναμε μια δυο φορές τον χρόνο με τον πατέρα μου στο Ανατολικό, να παραλάβουμε συγγενείς που μας επισκέπτονταν από το εξωτερικό. Δεν μπορώ να ξεχάσω τη μυρωδιά. Ένα μείγμα από εξατμίσεις αεροπλάνων, ξένες κολόνιες, καφέ και καπνό τσιγάρων.

Πίσω από τις αυτόματες γυάλινες πόρτες των αφίξεων ήταν ένας άλλος κόσμος.

Πολλά χρόνια αργότερα, πήρα μία από τις τελευταίες πτήσεις που αναχώρησαν από το Τέμπελχοφ του Βερολίνου. («Η μητέρα όλων των αεροδρομίων» επανασχεδιάστηκε το 1934, σε σχέδια του αρχιτέκτονα του Χίτλερ, Σπέερ, με την πρόθεση να αποτελέσει ένα από τα σύμβολα της παγκόσμιας πρωτεύουσας των Ναζί.) Ακουμπήσαμε τη χειραποσκευή μας στον ιμάντα ελέγχου, την παραλάβαμε από την άλλη μεριά και βγαίνοντας από την τεράστια αίθουσα, περπατήσαμε καμιά εικοσαριά μέτρα μέχρι τη σκάλα του αεροπλάνου. Ένιωθα σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς. Ξαφνιάστηκα που δεν επιβιβάστηκα σε δικινητήριο.

«Πρόκειται για κάτι παραπάνω από αεροδρόμια, πρόκειται ήδη για μια ειδική κατηγορία, κάτι σαν πόλεις-κράτη σε σταθερά σημεία με διαρκώς εναλλασσόμενο πληθυσμό. […] Μερικές φορές, καθώς στέκεσαι και αντικρίζεις τους ταξιδιώτες αδελφούς και αδελφές σου στον κυλιόμενο διάδρομο, μπορεί να νομίσεις πως δεν είμαστε άλλο από παρασκευάσματα σε φορμόλη που παρατηρούν το ένα το άλλο μέσα από τα βαζάκια τους. Άνθρωποι κομμένοι από εικόνες, από φωτογραφίες ταξιδιωτικών οδηγών».*

Το 1967, στο αριστουργηματικό φιλμ «Playtime» (φωτογραφία) ο Ζακ Τατί χρησιμοποιεί πράγματι ανθρώπους κομμένους από εικόνες. Για λόγους οικονομίας, αντί για κομπάρσους εντάσσει στο ντεκόρ του φωτογραφίες, κομμένες ανθρώπινες φιγούρες σε φυσικό μέγεθος, κομμάτια από τις προσόψεις ή τα εσωτερικά των κτιρίων. Οι πρώτες σκηνές της ταινίας διαδραματίζονται στο αεροδρόμιο Ορλί του Παρισιού. Ένα γκρουπ Αμερικανών τουριστών διασχίζει ένα αποστειρωμένο, υπερμοντέρνο αεροδρόμιο, που θυμίζει εσκεμμένα νοσοκομείο. Ξαναβλέποντας τη σκηνή σήμερα, σου φαίνεται περίεργο που δεν φοράνε όλοι μάσκες.

Όσο μεγαλώνεις, η μαγεία των αεροδρομίων ξεφτίζει. Γίνονται κουραστικά, αγχωτικά, μεγαλώνουν κι αυτά, γιγαντώνονται ενίοτε. Οι ουρές μακραίνουν, οι διαδικασίες δυσχεραίνουν, οι εκνευρισμοί εντείνονται. Την πρώτη φορά που ταξίδεψα στη Νέα Υόρκη και μετά τον ατελείωτο οργουελιανό εφιάλτη του ελέγχου διαβατηρίων, θυμάμαι την προσμονή μπροστά στις πόρτες εξόδου. Φαντασιωνόμουν τη στιγμή που θα πατούσα θριαμβευτικά το πόδι μου στο Μεγάλο Μήλο. Θα σήκωνα το κεφάλι μου αντικρίζοντας τους μυθικούς ουρανοξύστες του Μανχάταν, στο βάθος θα αχνοφαινόταν η γέφυρα του Μπρούκλιν. Βρέθηκα σε έναν άθλιο ημιυπόγειο σταθμό αυτοκινήτων με ζέστη, καυσαέρια και επιθετικούς ταξιτζήδες, που έμοιαζε με τη χειρότερη εκδοχή της Αθήνας.

Και μετά είναι όλα αυτά τα σύγχρονα, τεράστια αεροδρόμια – άλλα υπερπολυτελή, άλλα φουτουριστικά, κάποια επαρχιώτικα, κάποια καταθλιπτικά, κάποια εξόχως διασκεδαστικά, σαν τεράστιες παιδικές χαρές. «Σε τι θα μπορούσαν να διαφέρουν σήμερα τα αεροδρόμια από τις συνηθισμένες πόλεις; Διαθέτουν ενδιαφέρουσες εκθέσεις έργων τέχνης, συνεδριακά κέντρα, φιλοξενούν φεστιβάλ και παρουσιάσεις προϊόντων. Έχουν κήπους και δρόμους για περίπατο, προσφέρουν πολιτιστικές εκδηλώσεις. […]

Επιπλέον έχουμε πρόσβαση σε εξαιρετικά ξενοδοχεία και μια μεγάλη γκάμα από εστιατόρια και μπαρ. Υπάρχουν μικρά καταστήματα, σούπερ μάρκετ και εμπορικές στοές, όπου όχι μόνο μπορείς να προμηθευτείς πράγματα για το ταξίδι, αλλά και να αγοράσεις και σουβενίρ, έτσι ώστε μετά, στον τόπο προορισμού σου, να μη χάνεις καιρό με όλα αυτά. Υπάρχουν γυμναστήρια, σημεία για κλασικό, αλλά και ανατολίτικο μασάζ, κομμωτήρια και σύμβουλοι επενδύσεων, καταστήματα τραπεζών και εταιρειών τηλεφωνίας. Όταν εντέλει έχουν καλυφθεί οι ανάγκες του σώματος, μπορείς να περάσεις στα πολυάριθμα παρεκκλήσια και σημεία διαλογισμού».*

Μιλώντας για διαλογισμό: Καθώς έψαχνα λίγο την ιστορία των αεροδρομίων, έπεφτα διαρκώς σε αυτή τη φράση: «Όλοι οι αερολιμένες είναι αεροδρόμια, αλλά όλα τα αεροδρόμια δεν είναι αερολιμένες». Απ’ ό,τι κατάλαβα, ο όρος «αεροδρόμιο» αναφέρεται κυρίως στα στρατιωτικής χρήσης, ενώ ο αερολιμένας στα πολιτικά, που περιλαμβάνουν και όλες τις υπηρεσίες εξυπηρέτησης επιβατών. Θα μπορούσε να είναι κι ένα είδος ταξιδιωτικού μάντρα: «Όλα τα ταξίδια είναι μετακινήσεις, αλλά όλες οι μετακινήσεις δεν είναι ταξίδια».

* Όλγκα Τοκάρτσουκ, «Πλάνητες», μτφ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη