ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Πίσω στο μέλλον

«Καρέ» από την ταινία  «La Jetée» (1962) του Κρις Μαρκέρ.

Οι Έλληνες κοιμήθηκαν το βράδυ της 15ης Φεβρουαρίου 1923 και ξύπνησαν το πρωί της 1ης Μαρτίου. Το κενό των δεκατριών ημερών οφειλόταν στην αντικατάσταση του Ιουλιανού ημερολογίου από το Γρηγοριανό. Ίσως φέτος χρειαζόμαστε ριζοσπαστικότερα μέτρα. Να κοιμηθούμε, ας πούμε, την 7η Σεπτεμβρίου και να ξυπνήσουμε στις 15 Ιουνίου; Του 2021 φυσικά.

Ή είναι προτιμότερο να μην παίζουμε με τον χρόνο; Με έβαλε σε σκέψεις το «Τenet», η τελευταία ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν. Καλύτερα να μην προσπαθήσω να περιγράψω την πλοκή, φοβάμαι ότι δεν κατάλαβα πολλά. Η βασική ιδέα είναι πως ο ήρωας πηγαινοέρχεται μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, σε μια κβαντική σούπα, προσπαθώντας να σώσει την ανθρωπότητα από τον μελλοντικό εαυτό της. Φουσκωτοί με τανάλιες, Ρώσοι ολιγάρχες, συνταξιούχοι κατάσκοποι σε εγγλέζικες λέσχες, βίλες στην Ιταλική Ριβιέρα, τζεϊμσμποντικοί κακοί και υπερηρωικοί πράκτορες με ολίγη από Χάιντεγκερ και μπόλικη Κβαντική Πολυπλοκότητα.

Άλμα στον χρόνο τώρα: 1979, καλοκαίρι, πηγαίνουμε με τον πατέρα μου στο Ελληνικό, να παραλάβουμε έναν φίλο από τη Γαλλία. Η μεγάλη μου διασκέδαση ήταν η πλατφόρμα παρατήρησης του αεροδρομίου. Έβγαινα σε μια μεγάλη βεράντα του πρώτου ορόφου και χάζευα προσγειώσεις και απογειώσεις. Όταν τροχιοδρόμησε το αεροσκάφος της Air France, κατεβήκαμε στις Aφίξεις και συναντήσαμε έναν ψηλό, ηλιοκαμένο, εγκάρδιο τύπο που δεν έμοιαζε καθόλου με Γάλλο. Το όνομά του ήταν Νταβός Χανίχ και, βάσει των οικογενειακών διηγήσεων, είχε συνεργαστεί ως δύτης με τον Κουστό, ήταν ζωγράφος και γλύπτης και εκτιμούσε τους ζαχαροπλαστικούς πειραματισμούς της μάνας μου – αυτό το επιβεβαίωσα εκείνες τις μέρες και με εντυπωσίασε βαθιά. Μετά από χρόνια έμαθα πως ήταν και ο πρωταγωνιστής του «La Jetée» (1962), της πειραματικής ταινίας του Κρις Μαρκέρ, ενός από τα επιδραστικότερα φιλμ στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η ταινία αποτελείται από ασπρόμαυρες στατικές φωτογραφίες και ξεκινά με κάποια πλάνα στην πλατφόρμα παρατήρησης του αεροδρομίου του Ορλί. Εκεί, ένα παιδί βλέπει έναν άντρα να σκοτώνεται μπροστά στα μάτια του. Το πλάνο αλλάζει, βρισκόμαστε σε ένα δυστοπικό μέλλον, μετά τον Γ΄ Παγκόσμιο. Στα υπόγεια καταφύγια, κάποιοι επιζώντες επιστήμονες πειραματίζονται με ταξίδια στον χρόνο. Χρησιμοποιούν ως πειραματόζωο έναν αιχμάλωτο πολέμου – τον οποίο ερμηνεύει ο Νταβός. Αρχικά τον στέλνουν στο παρελθόν, όπου συναντά μια νέα γυναίκα, την οποία ερωτεύεται. Αργότερα καταφέρνουν να τον στείλουν στο μέλλον, όπου οι τεχνολογικά προηγμένοι απόγονοί μας τον εφοδιάζουν με μια συσκευή που μπορεί να επαναφέρει τη ζωή στον πλανήτη. Του αποκαλύπτουν επίσης ότι μετά την επιστροφή του οι επιστήμονες θα τον εκτελέσουν και του προσφέρουν τη δυνατότητα να καταφύγει είτε στο μέλλον είτε στο παρελθόν. Διαλέγει το παρελθόν, με την ελπίδα να ξαναβρεί τη γυναίκα που ερωτεύτηκε, και μεταφέρεται στην πλατφόρμα του Ορλί: βλέπει τη γυναίκα, βλέπει το παιδί –που ήταν ο ίδιος σε μικρή ηλικία– και συνειδητοποιεί πως ήταν επίσης ο άντρας που σκότωσαν. Ο άντρας από το μέλλον που είχε δει τον θάνατό του ως παιδί.

Οι αναλογίες της ταινίας του Νόλαν με το ιοπαθές μας παρόν είναι αναπόφευκτες. Πέρα από τις προφανείς –τα αεροστεγή κοντέινερ, οι μάσκες οξυγόνου που φορούν οι «ανεστραμμένοι» ήρωες– υπάρχουν και οι πιο ενοχλητικές: τα συσσωρευμένα μας λάθη, το απειλητικό μέλλον (τα σπαστικά πηγαινέλα στον χρόνο, που θυμίζουν τα ταξίδια-αστραπή του καλοζωισμένου τζετ σετ, το συγκαταβατικό ανθρωπιστικό «νοιάξιμο» στη θέση του παθιασμένου έρωτα), η ετεροχρονισμένη επικαιρότητα των κρουσμάτων – αυτό που ζούμε σήμερα έχει ήδη συμβεί, προ δεκαπενθημέρου. Οι συγκρίσεις με το «La Jetée», όμως, είναι κάπως μελαγχολικές – και όχι μόνο με καλλιτεχνικά κριτήρια.

Η βασική διαφορά του «Τenet» από το «La Jetée» ίσως είναι απότοκος της εποχής μας: το 1960 οι Ευρωπαίοι είχαν ακόμη ελπίδα. Οι άνθρωποι του μέλλοντος στο «La Jetée» δεν αρνούνται να βοηθήσουν τους αυτοκαταστροφικούς προγόνους τους – το μέλλον σώζει το παρελθόν χωρίς πολλά λόγια. Στο «Τenet» η σύγκρουση είναι αμείλικτη, το μέλλον μακελεύει το παρελθόν χωρίς εξηγήσεις. Η σύγκριση με την επικαιρότητα –η σφοδρή κριτική προς τη νεολαία που θα σκοτώσει τους παππούδες με τη θερινή ανεμελιά της– είναι λίγο τραβηγμένη, αλλά αναπόφευκτη. Και τι να πούμε για τη βεβαιότητα πως ο μεγαλύτερος εχθρός της ανθρωπότητας είναι η ίδια η ανθρωπότητα; Μήπως οι κάθε λογής ιώσεις μια πάλη με τον εαυτό μας δεν είναι τελικά;