ΤΑΞΙΔΙΑ

Ένα διαφορετικό πρωινό στην Οία

(Φωτογραφία: Shutterstock)

Οι καμπάνες της Παναγίας του Ακάθιστου Ύμνου, γνωστής και ως «Πλατσανής» από τον ήχο που έκαναν τα κύματα όταν, κατά την παράδοση, ένας ψαράς βρήκε τη θαυματουργή εικόνα της στη θάλασσα, καλούν τους πιστούς στη θεία λειτουργία για τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Πρωινό Δευτέρας 14 Σεπτεμβρίου και βρισκόμαστε στην ασυνήθιστα ήσυχη Οία της Σαντορίνης. Η πλατεία είναι έρημη, το μόνο που ακούγεται είναι οι ψαλμωδίες, ο ήλιος υψώνεται σιγά σιγά, η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν κατανυκτική – ένα επίθετο που δύσκολα θα περιέγραφε υπό άλλες συνθήκες έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς του κόσμου σε όψιμη τουριστική περίοδο.

Όσο περνά η ώρα, οι πιστοί προσέρχονται με τις μάσκες τους και παίρνουν τις θέσεις τους, τηρώντας αποστάσεις – κάποιοι μέσα στον ναό, άλλοι στα καθίσματα που έχουν τοποθετηθεί στον εξωτερικό χώρο. Ανάμεσά τους αρκετοί νέοι, που σταματούν να ανάψουν ένα κεράκι και να προσκυνήσουν πριν πάνε στις δουλειές τους, αλλά και παιδάκια με τους γονείς ή τους παππούδες τους, που έρχονται καλοντυμένα για να μεταλάβουν πριν πάνε στον σχολικό αγιασμό. Τα βλέπεις και σου γλυκαίνεται η καρδιά.

Είναι μια στιγμή που η Οία παύει για λίγο να είναι destination και ξαναγίνεται χωριό. Επανασυνδέεται με την ιστορία της, τις παραδόσεις της, με την ίδια την ψυχή της. Όλα τα ιερά σκεύη του ναού, διαβάζω, είναι αφιερώματα ευσεβών Οιατών, κυρίως ναυτικών, για να τους προστατεύει η Πλατσανή στα ταξίδια τους. Τα περισσότερα προέρχονται από την ορθόδοξη Ρωσία, όπου με τα ιστιοφόρα τους μετέφεραν το φημισμένο κρασί της Σαντορίνης. Την ημέρα του Σταυρού, βέβαια, συνήθιζαν να σταματούν τα μακρινά ταξίδια με ιστιοφόρα, όπως συμβούλευε η παροιμία: «Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε».

Λίγο μετά τις 10 η λειτουργία τελειώνει και οι πιστοί βγαίνουν κρατώντας παραδοσιακά αμυγδαλωτά, πρόσφορα και βεβαίως κλαδιά βασιλικού, καθώς κατά την παράδοση η ευωδιά του βασιλικού ήταν που οδήγησε την Αγία Ελένη στο ερημικό σημείο όπου οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων είχαν θάψει τον ξύλινο Σταυρό του Χριστού, για να μην τον βεβηλώσουν οι άπιστοι. Με αυτόν τον βασιλικό οι νοικοκυρές συνηθίζουν να φτιάχνουν το προζύμι της χρονιάς ή επίσης τον βάζουν σε ένα ποτήρι με νερό για να βγάλει ρίζες και να τον ξαναφυτέψουν. «Δώσε μου, βρε, λίγο απ’ τον χειμωνιάτικο», λέει μια κυρία βλέποντας ότι η γνωστή της πρόλαβε να πάρει απ’ την ποικιλία που αντέχει στο κρύο, αλλά η γνωστή δεν μοιράζεται τη «σοδειά» της και εγώ χαμογελώ κάτω από τη μάσκα μου.

Ξαναπέρασα από την πλατεία λίγες ώρες μετά. Οι τουρίστες –όχι τα πλήθη παρελθόντων ετών, αλλά αρκετοί– φωτογραφίζονταν σε διάφορες αυτάρεσκες πόζες. Η παρένθεση αυθεντικότητας είχε κλείσει. Και του χρόνου.