ΤΑΞΙΔΙΑ

Κλασικά ηχογραφημένα

Σκηνή από την ταινία «Το σημάδι της Αφροδίτης». © VISUALHELLAS.GR

Κυλάνε τα νησιά; Τα βιβλία μιλάνε; Θα μας πάρει αποκάτω επειδή δεν ταξιδεύουμε όπως πρώτα; Μήπως να βράσουμε νερό για μακαρόνια και να το κουβεντιάσουμε;

Πριν από έναν χρόνο, αναγκάστηκα τελευταία στιγμή να αναβάλω ένα ταξίδι στην Ορτίτζια της Σικελίας. Ήταν ένα ταξίδι που φαντασιωνόμουν καιρό. Τις μπαρόκ εκκλησίες, τα τραγανά θαλασσινά, τα ειδυλλιακά χωριά, την κάπως παράλογη αίσθηση πως θα ξαναβρεθώ με έναν μακρινό συγγενή – τον θείο που έφυγε παιδί και μάθαινα νέα του κρυφακούγοντας μεταμεσονύκτιες ψιθυριστές συζητήσεις. 

Το ανέβαλα για δύο τρεις μήνες. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον τότε. Και μετά… μετά ο κόσμος σαν να ξεχείλωσε. Όσο στένευε ο προσωπικός μας χώρος με τα μέτρα, όσο τον οριοθετούσαμε με SMS, τόσο μεγάλωνε ο γεωγραφικός. Οι αποστάσεις επαναδιεκδικούσαν τη σημασία που τους είχαμε στερήσει τόσα χρόνια με φθηνά αεροπορικά εισιτήρια και βολικές ανταποκρίσεις.

Η Σικελία είχε απομακρυνθεί. Την έβλεπα να γλιστράει απαλά στον χάρτη, να κυλάει προς τη μεριά της Ισπανίας, μακριά μου. Και λίγο αργότερα άρχισαν να καταφτάνουν οι φρικτές ειδήσεις από το Μιλάνο και το Μπέργκαμο και το Βένετο. Το γεγονός πως όλα αυτά συνέβαιναν στην Ιταλία έκανε τα νέα ακόμη πιο δυσκολοχώνευτα. Όχι μόνο γιατί ήταν δίπλα μας. Δεν νιώθαμε κοντά τους μόνο εμείς.

Είναι ιδέα μου ή υπάρχει μια διεθνής συνωμοσία συμπάθειας προς τους Ιταλούς; Κανείς δεν φαίνεται να αντιπαθεί στα σοβαρά τους γείτονες. Είναι το στερεότυπο της «Bella Italia»; Το φαγητό, η όπερα, το σινεμά, τα ρούχα, η γλώσσα; Πάνω απ’ όλα είναι το πάθος για τη ζωή, η αγάπη για τον άνθρωπο που αναδύεται από την κουλτούρα τους. Κάπως τα καταφέρνουν και ξεχνάμε όλα τα άλλα – τη Μαφία, τον καθολικό συντηρητισμό, τα σκουπίδια στη Νάπολη, τις Λίγκες και τις Λαπεντούζες.

Η Ναταλία Γκίνσμπουργκ, από τις επιφανέστερες προσωπικότητες των ιταλικών γραμμάτων, γεννήθηκε στη Σικελία το 1916 και μεγάλωσε στο Τορίνο. Έγραψε ένα βιβλίο για τα παιδικά και νεανικά της χρόνια που σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζες αυτοβιογραφικό. «Το “Οικογενειακό λεξικό” είναι ένα βιβλίο με αναμνήσεις. Μα εγώ η ίδια είμαι ελάχιστα παρούσα σε αυτό: πρόκειται, πρωτίστως, για την ιστορία της οικογένειάς μου»*.

Η οικογένεια Λέβι –η πατρική οικογένεια της Γκίνσμπουργκ– που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα είναι μια τυπική ιταλική οικογένεια ή μάλλον μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες. Πώς γίνεται τώρα αυτό; Πώς γίνεται μια οικογένεια εκκεντρικών Εβραίων αντιφασιστών στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, εν μέσω διωγμών, φυλετικών νόμων, φτώχειας, εξορίας και της τερατώδους απειλής των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της οριστικής εξόντωσης, να είναι μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες; Πώς γίνεται να αναγνωρίζουν τη δική τους οικογένεια σε αυτό το βιβλίο οι πολυάριθμοι αναγνώστες του; Γίνεται, γιατί η Γκίνσμπουργκ έγραψε ένα βαθιά ουμανιστικό βιβλίο, όπου οι διαφορές καταντούν ασήμαντες μπροστά στις ομοιότητες. Το «Οικογενειακό Λεξικό» κυκλοφόρησε το 1963 και ανατυπώθηκε ευρέως –και ως σχολικό ανάγνωσμα– και σε αυτό κι εμείς, ακόμη και σήμερα, αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας. Γιατί όλοι μοιάζουμε και ο κόσμος είναι το σπίτι μας.

Το βιβλίο –ακριβώς όπως δηλώνει ο τίτλος– είναι ένα λεξικό. Ασχολείται με τις λέξεις, την ίδια τη γλώσσα: «μπουνταλάς/ κουρελήδες/ γαϊδούρια/ γουρουνιές/ ρεμπεσκές/ σκερβελές/ μπαμπέσικο/ κατιτίς/ χλαπάκιασμα/ ζεβζεκιές/ μασκαράς…» – η οικογενειακή ιδιόλεκτος γεμίζει τις σελίδες. Και αυτά που λένε οι ήρωες της Γκίνσμπουργκ στις σελίδες της τα ακούμε καθαρά. Δεν σταματάνε να τα φωνάζουν, άλλοτε χαρούμενα, άλλοτε θυμωμένα. Περισσότερο το «ακούς» αυτό το μυθιστόρημα παρά το διαβάζεις. Είναι ένα βιβλίο ηχογραφημένο – οι περισσότερες φράσεις του είναι μέσα σε εισαγωγικά. Και τελειώνουν κατά κανόνα με θαυμαστικά.

«Είναι σφαλιστή! Δεν μιλάει!» / «Πόσο χαριτωμένος είναι ο Τζίνο! Ο Τζινούλης μου!»
«Κρίμα που αυτός ο Ραζέτι είναι τόσο άγονος! Δεν συζητάει για πολιτική, δεν τον ενδιαφέρει. Είναι άγονος άνθρωπος!» / «Τι άξια που είναι η Αντέλε! Σηκώνεται νωρίς, ζωγραφίζει! Πηγαίνει να μαζέψει βότανα!» / «Η κακομοιρούλα η Ρετζίνα!» / «Πόσο χαριτωμένος είναι ο Μάριο! Πόσο όμορφος!» / «Πόσο πνευματώδης ήταν ο Σίλβιο! Πόσο συμπαθητικός!» / «Τι μυγιάγγιχτη που είσαι! Τι μυγιάγγιχτοι που είστε όλοι σας!» 
Παραδόξως, ανεξάρτητα από το σε ποια γλώσσα το διαβάζεις, το «ακούς» στα ιταλικά.

Ο Γκοντάρ στο κινηματογραφικό του δοκίμιο «Ιστορία/ες του σινεμά» μάλλον το εξηγεί καλύτερα. Αναφέρεται στην κινηματογραφική ένδεια των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και, αφού κατεδαφίζει με ελάχιστες φράσεις όλες τις εθνικές κινηματογραφίες («Οι Ρώσοι έκαναν ταινίες-αγιογραφίες. Οι Αμερικανοί διαφημιστικά. Οι Εγγλέζοι έκαναν ό,τι κάνουν πάντα: τίποτα. Οι Γερμανοί δεν είχαν σινεμά, δεν είχαν πια σινεμά. Και οι Γάλλοι; Οι Γάλλοι γύρισαν το “Η Σιλβί και το φάντασμα”, μια χαζοκομεντί»), εστιάζει στον ιταλικό νεορεαλισμό. 

«Με το “Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη” η Ιταλία ξανακέρδισε το δικαίωμα να αντικρίζει το πρόσωπό της στον καθρέφτη», μας λέει. Ακολουθεί το πιο συγκινητικό πεντάλεπτο ολόκληρης της φιλμογραφίας του. Ένα κολάζ από πλάνα του Ντε Σίκα, του Βισκόντι, του Αντονιόνι, του Παζολίνι, του Φελίνι εναλλάσσονται με λατινικές φράσεις και μουσική υπόκρουση το «La nostra lingua italiana» του Riccardo Cocciante. «Η γλώσσα του Οβίδιου και του Βιργίλιου, του Δάντη και του Λεοπάρντι κατόρθωσε να τρυπώσει στην εικόνα».

Και κάπως έτσι η Ιταλία, μεταπολεμικά, κατόρθωσε να σώσει την τιμή του παγκόσμιου σινεμά.

* Ναταλία Γκίνσμπουργκ, «Οικογενειακό λεξικό», μτφ. Βασιλική Πέτσα, Εκδόσεις Καστανιώτη