ΤΑΞΙΔΙΑ

Σκοτεινές αίθουσες

Στους κινηματογράφους δεν πηγαίνουμε μόνο ως θεατές, πηγαίνουμε και ως ικέτες. © Royal Photographic Society/SSPL/Getty Images/Ideal Image

Το «ραντεβού τον Σεπτέμβρη» πήγε για Οκτώβρη, Δεκέμβρη – και βλέπουμε. Το φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, που θα άνοιγε αυτές τις μέρες, θα διεξαχθεί διαδικτυακά. Και οι ναοί της έβδομης τέχνης –εν αντιθέσει με τους κανονικούς– θα παραμείνουν κλειστοί.

«Eχω πάψει από καιρό να βλέπω έναν οίκο του Αλλάχ σε κάθε τζαμί που συναντώ στους δρόμους του Βερολίνου. Ξέρω πια ότι τα τζαμιά εδώ είναι κινηματογράφοι και η Ανατολή ταινία»* γράφει ο Γιόζεφ Ροτ στο χιουμοριστικό χρονογράφημά του «Η μεταστροφή ενός αμαρτωλού». Ισχυρίζεται πως η παρακολούθηση μιας ταινίας στο UFA Palace του Βερολίνου το 1925 τον έκανε να στραφεί στη θρησκεία.

Εμείς μπορεί να πάθουμε το αντίθετο: να μπούμε σε κάποια εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία και να καταλήξουμε φανατικοί κινηματογραφόφιλοι. Όχι πως θα είναι εύκολο να εξασκήσουμε τη νέα μας πίστη, οι «τελετουργίες» της θα απαγορεύονται για καιρό ακόμη. Υπάρχουν βέβαια πάντα τα υποκατάστατα: DVD, τηλεοράσεις, πλατφόρμες. Αλλά το σινεμά δεν είναι μόνο ταινίες. Στους κινηματογράφους δεν πηγαίνουμε μόνο ως θεατές, πηγαίνουμε και ως ικέτες, ζητώντας προστασία, άσυλο από την πραγματικότητα. «Ξάφνου η σάλα σκοτείνιασε, η αυλαία μισάνοιξε αργά κι ένα φως μυστηριώδες, ένα φως που δεν το έπλασε ο Θεός, ένα φως που η φύση δεν θα μπορέσει να γεννήσει ούτε σε χίλια χρόνια, έλουσε με τα κύματά του τις ασημένιες κουρτίνες στους τοίχους της αίθουσας και στο προσκήνιο».

Ανέκαθεν οι σκοτεινές αίθουσες ήταν καταφύγια, καταφύγια για τους μοναχικούς, για τους κουρασμένους, τους απογοητευμένους, τους ερωτευμένους, τους πιστούς κάθε λογής. «Είναι λοιπόν φανερό πως κάποια ισχυρή θεότητα έχει βάλει το χέρι της στο θέαμα – αλλά και στη σοβαρότητά του» συνεχίζει ο Ροτ. «Καθισμένοι όπως ήμασταν, ο ένας δίπλα στον άλλον, η μια σειρά πίσω από την άλλη, δεν μπορούσαμε να γονατίσουμε. Αλλά αν μπορείτε να το φανταστείτε: τα γόνατά μας λύγισαν από μόνα τους, έστω και χωρίς να αλλάξουν θέση…»

Το σινεμά ως έξοδος ήταν στην πραγματικότητα η είσοδος σε ένα εσωτερικό πιο κλειστό, πιο σκοτεινό, πιο απομονωμένο από το οικιακό, που ταυτόχρονα όμως άνοιγε μαγικά στον κόσμο όλο. «Στα νεανικά μου χρόνια ήταν υπέροχο που μπορούσα να αποφύγω τη μισητή καλοκαιρινή λιακάδα μπαίνοντας σε ένα σκοτεινό σινεμά, να γλιτώνω από τη ζέστη, να γλιτώνω από το φως και να κάθομαι απλώς και ξαφνικά να μεταφέρομαι οπουδήποτε: σε ένα πειρατικό πλοίο, στην έρημο, σε ένα νεοϋορκέζικο ρετιρέ… Ήταν πάντα εξαιρετικά απογοητευτικό όταν έβγαινα πάλι έξω, στον δρόμο, και με χτυπούσε το φως του ήλιου και επέστρεφα στην πραγματικότητα»** εξομολογείται ο Γούντι Άλεν σε μια παράξενη και αστεία ταινία-συνέντευξη που γύρισε ο Γκοντάρ το 1986. «Ήταν άλλος κόσμος το σινεμά όταν ήμουν νέος! Έμπαινες στην αίθουσα και είχαν πανέμορφα χαλιά και μπρούντζινα διακοσμητικά, ήταν διασκεδαστικό ακόμη και το να κάθεσαι στην ουρά και να βλέπεις τον κόσμο ντυμένο με τα καλά του και να ακούς τα σχόλιά τους για την ταινία».

Ο μανιώδης αθηναιογράφος Δημήτρης Φύσσας κατέγραψε την ιστορία των αθηναϊκών κινηματογράφων σε έναν μοναδικό εκδοτικό άθλο χωρίς εκδότη. Το βιβλίο του «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013 – Ιστορίες του αστικού τοπίου» δεν εκδόθηκε ποτέ, είναι ελεύθερα αναρτημένο στο διαδίκτυο. Εκεί συναντάμε και το δικό μας ΟΥΦΑ ΠΑΛΛΑΣ, το μετέπειτα σκέτο Παλλάς της Βουκουρεστίου, σχεδόν συγκαιρινό με το ομώνυμο βερολινέζικο και εξίσου μεγαλοπρεπές όπως διαβάζουμε στην πρόσκληση των εγκαινίων: «Η Ευρώπη στην Αθήνα… η πολυτελεστέρα αίθουσα των Βαλκανίων… άπλετος, αφανής φωτισμός… η απειρία των ταπήτων εκ καουτσούκ επίστρωσις του διαδρόμου… το ανεξάντλητον της αιθούσης… τα νεώτερα μηχανήματα ΟΥΕΣΤΕΡΝ ΕΛΕΚΤΡΙΚ με αρωματισμένον αέρα – καταργηθέντος του ενοχλητικού ψεκασμού…»***

Το σινεμά δεν έχει να κάνει ούτε με την αρχιτεκτονική ούτε με τη νοσταλγία, έχει να κάνει με κάτι πιο ανατρεπτικό, όπως το θέτει ο Γκοντάρ: «Η είσοδος στο σινεμά είναι ένας τρόπος να απαλλαγεί κάποιος από την έγκριση των γονιών του. Στην τηλεόραση, στα τρία τέταρτα των περιπτώσεων, η μανούλα κι ο πατερούλης κάθονται δίπλα σου, στο ίδιο δωμάτιο ή έστω στην ίδια πόλη κοιτώντας την ίδια συσκευή. Δεν υπάρχει τίποτα απαγορευμένο στο να παρακολουθείς τηλεόραση. Ίσως η ευχαρίστηση που προσφέρει το σινεμά συνδέεται με αυτό: με την ελευθερία που νιώθεις όταν μπαίνεις σε μια σκοτεινή αίθουσα».

Ας ελπίσουμε, όταν θα είμαστε ξανά ελεύθεροι κι ανοίξουν με το καλό οι αίθουσες, να μη μοιάζουμε με τους Αθηναίους του ’30 στα εγκαίνια του Παλλάς: «…χιλιάδες ανθρώπων είχαν κατακλύσει την οδό Βουκουρεστίου και χωρίς εισιτήριον, χωρίς τάξι, χωρίς καμμία υπομονή, εννοούσαν να ξεχυθούν στο θέατρο και να το καταλάβουν με το “έτσι θέλω”. Τέσσερις, πέντε, δέκα αστυφύλακες που ήταν εκεί παρεσύρθησαν από το ποτάμι του κόσμου, ανετράπησαν μαζί με το πλέγμα της πόρτας και δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν κανέναν. Έτσι, περί τας δέκα πλέον το βράδυ, αφού παρεβιάσθησαν οι πόρτες, αφού έσπασαν τζάμια, εξυλίσθησαν άνθρωποι, ελιποθύμησαν κυρίες, εξεζουμίσθησαν παιδία, πατείς με πατώ σε, χώθηκε η μισή Αθήνα στην αίθουσα του νέου κινηματογράφου». 

Joseph Roth, «Βερολινέζικα χρονικά, 1920-33», μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα

**Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Meetin’ WA, 1986. www.openculture.com/2011/12/meetin_wa.html

***Δημήτρης Φύσσας, «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013 – Ιστορίες του αστικού τοπίου» κάντε κλικ εδώ για το pdf