ΤΑΞΙΔΙΑ

Η τέχνη σώζει σε δύσκολους καιρούς;

Στη θαλασσογραφία του Γκουστάβ Κουρμπέ «Φουρτουνιασμένη θάλασσα» ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει το νερό σαν απολιθωμένο ορυκτό, σαν έναν μαλαχίτη σπασμένο στα δύο. © VISUALHELLAS.GR

Ζαλίζεστε; Ιδρώνετε; Έχετε ταχυκαρδία; Δεν μπορείτε να αναπνεύσετε; Πριν πάτε για τεστ κορωνοϊού, σκεφτείτε μήπως καταναλώσατε τελευταίως περισσότερη υψηλή τέχνη από όση αντέχετε. Ή πολύ λιγότερη.

«Βγαίνοντας από τη Σάντα Κρότσε, είχα ταχυκαρδία, ένιωθα ότι δεν απέμενε ζωή μέσα μου, περπατούσα και φοβόμουν ότι θα πέσω», αναφέρει ο Σταντάλ στις ταξιδιωτικές του αναμνήσεις. Aιτία της αδιαθεσίας ήταν η επίσκεψή του στη Φλωρεντία. Tο 1817, περιπλανώμενος στην πόλη όπου στριμώχνονται τα περισσότερα αριστουργήματα της ιταλικής αναγέννησης, ένιωσε το βάρος των αιώνων της ιστορίας και των λαμπρών καλλιτεχνικών επιτευγμάτων να τον πιέζει σε σημείο ασφυξίας. Όταν πια ήρθε αντιμέτωπος με τους τάφους του Μιχαήλ Άγγελου, του Γαλιλαίου, του Μακιαβέλι, τα έργα του Τζιότο, του Τσιμαμπούε, του Ντονατέλλο στη Βασιλική της Σάντα Κρότσε κατέρρευσε. Από ό,τι φαίνεται δεν ήταν ο μόνος.

Το 1989, μια Ιταλίδα ψυχίατρος συγκέντρωσε σε μια μελέτη τις παρατηρήσεις της από παρόμοια συμπτώματα τουριστών που χρειάστηκαν περίθαλψη στα επείγοντα της κλινικής της Σάντα Μαρία Νουόβα της Φλωρεντίας και τα ονόμασε –προς τιμήν του συγγραφέα– «Σύνδρομο Σταντάλ». Η εικόνα κάποιων παχύσαρκων, μεσήλικων Αμερικανών με τζετ λαγκ, που μετά από υπερκατανάλωση υδατανθράκων με μπόλικη παρμεζάνα συνοδεία κόκκινου κρασιού προσπαθούν να βολέψουν έναν δυσανάλογο αριθμό μνημείων σε μια επίσκεψη σαράντα οκτώ ωρών μάς κάνει να αμφιβάλλουμε για την εγκυρότητα της διάγνωσης αυτού του συνδρόμου. Έτσι όμως αποφεύγουμε μια παράπλευρη ερμηνεία: πως η τέχνη επιδρά πάνω μας, κινητοποιεί σκέψεις, προκαλεί αισθήματα, δημιουργεί συγκρούσεις. Στη φωτεινή ομορφιά των αναγεννησιακών γλυπτών κρύβονται και σκοτεινά σημεία, ενοχλητικές λεπτομέρειες που μας αναστατώνουν. Στο κάτω κάτω, η τέχνη δεν «οφείλει να είναι το τσεκούρι που θρυμματίζει την παγωμένη θάλασσα εντός μας», όπως είπε ο Κάφκα;

«Κάθε φορά που κοιτάω τη “Φουρτουνιασμένη θάλασσα” κάτι σφίγγεται μέσα μου, είναι μια αίσθηση ανάμεσα στο στήθος και την τραχεία, σαν ελαφρύ δάγκωμα. Έχω καταλήξει να προσέχω και να σέβομαι αυτό το τσίμπημα, γιατί το σώμα μου βγάζει συμπεράσματα πιο γρήγορα από το μυαλό μου. Αργότερα, καθυστερημένα, μπαίνει στο παιχνίδι κι η συνείδησή μου με το ατελές σετ των εργαλείων της».*  Η ηρωίδα της Μαρία Γκάινσα αναφέρεται σε μια θαλασσογραφία του Γκουστάβ Κουρμπέ που συνάντησε στο Μουσείο Καλών Τεχνών του Μπουένος Άιρες. Σε αυτόν τον πίνακα ο καλλιτέχνης «ζωγραφίζει το νερό σαν απολιθωμένο ορυκτό, σαν έναν μαλαχίτη σπασμένο στα δύο. Σκέφτομαι τη μαγνητική δύναμη που ασκεί εκείνος ο πίνακας του Κουρμπέ πάνω μου. Υπάρχουν ορυκτά που, αν εκτεθούν σε υπεριώδες φως, μπορούν να διατηρήσουν τη λάμψη τους για μέρες, αυτό το λαμπύρισμα λέγεται φωσφορισμός. Η θάλασσα του Κουρμπέ φέγγει στο μυαλό μου για μέρες». Η αφηγήτριά της ονειρεύεται να τοποθετήσει αυτόν τον πίνακα πάνω από το τζάκι –που δεν έχει– προκειμένου να τον απολαμβάνει με την ησυχία της. Αυτή την ησυχία ελάχιστοι από εμάς φαίνεται να διέθεταν σε χώρους τέχνης: ο χρόνος που ο μέσος θεατής δαπανά μπροστά από ένα έργο τέχνης είναι δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Κατά κανόνα, τα δέκα από αυτά αφιερώνονται στην ανάγνωση της επεξηγηματικής πινακίδας. «Ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να κοιτάξουν έναν πίνακα για περισσότερη ώρα από αυτή που χρειάζονται για να ξεφλουδίσουν ένα πορτοκάλι», όπως έλεγε ο γνωστός ιστορικός τέχνης Κένεθ Κλαρκ.

Άραγε κινδυνεύουμε από υπερβολική δόση τέχνης ή από την έλλειψή της; Μάλλον από υπερβολική πληροφόρηση και ελάχιστη εστίαση υποφέρουμε. Η θεραπεία που πρότεινε πριν από λίγα χρόνια στους φοιτητές της στο Χάρβαρντ η Τζένιφερ Ρόμπερτς ήταν απλή: να κοιτάξουν για τρεις ολόκληρες ώρες έναν πίνακα ή ένα γλυπτό.

Εμείς –ειδικά τώρα που οι συνθήκες προσφέρονται για μοναχικές ενατενίσεις– θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με ένα τέταρτο της ώρας. Όσο μια συνεδρία… διαλογισμού. Και με ανάλογα οφέλη όπως φαίνεται. Πριν από την πανδημία, οι γιατροί του Ινστιτούτου Καρδιολογίας του Pitié-Charité άρχισαν να συνταγογραφούν επισκέψεις σε μουσεία. Μελέτες είχαν δείξει πως η ενατένιση έργων τέχνης μείωνε τη συγκέντρωση κορτιζόλης –της ορμόνης του στρες–, απελευθέρωνε μεγαλύτερη ποσότητα ντοπαμίνης, αύξανε τις ενδορφίνες και την ωκυτοκίνη, την ορμόνη της αγάπης, ενίσχυε την ενσυναίσθηση, την εστίαση και την αίσθηση σκοπού στη ζωή.

Στο πρόσφατο –και επίκαιρο– βιβλίο της «Ζόρικοι καιροί: Η τέχνη στην εντατική» η Ολίβια Λάινγκ γράφει: «Είναι τόσο εύκολο να αφεθείς στην απελπισία. Υπάρχει τόσος φόβος, τόσα πράγματα που πάνε άσχημα. Αλλά, αν η πανδημία μάς έδειξε κάτι, αυτό είναι πως όλα είναι αλληλένδετα, είμαστε όλοι συνδεδεμένοι. Πρέπει να κρατάμε ο ένας τον άλλο στην επιφάνεια – ακόμα κι όταν δεν μπορούμε να αγγιχτούμε. Η τέχνη είναι ένας τόπος που αυτό είναι δυνατόν, όπου οι ιδέες και οι άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι. Είναι μια περιοχή μαγείας αλλά και αντίστασης και είναι προσβάσιμη ακόμα και τώρα».

Η Μαρία Γκάινσα το λέει ακόμα καλύτερα: «Μπροστά –στη Φουρτουνιασμένη θάλασσα– η τέχνη εξαφανίζεται και κάτι άλλο παίρνει τη θέση της: η ζωή με όλο της το εκκωφαντικό μεγαλείο».

*Μαρία Γκάινσα, Το οπτικό νεύρο, μτφ. Μαρία Μπεζαντάκου, εκδ. Opera.