ΤΑΞΙΔΙΑ

Ανοιχτοί δρόμοι

Τι κρύβει ο καθένας μας στις αποσκευές του; Πόσο μας βαραίνουν οι βαλίτσες μας όταν είναι άδειες; Με δυσκίνητα μπαούλα ή με το δισάκι στον ώμο, αυτό που χρειάζεται στο ταξίδι δεν είναι οι αποσκευές, αλλά οι ανοιχτοί δρόμοι.

anoichtoi-dromoi-561188140

Μ ας έπιασε η προκοπή οικογενειακώς την προηγούμενη εβδομάδα και βαλθήκαμε να κατεβάσουμε παπούτσια χειμερινά από το πατάρι. Συνειδητοποιήσαμε πως από πέρυσι τον Απρίλη κυκλοφορούμε αποκλειστικά με αθλητικά και σαγιονάρες, και η αναμονή των γιορτών μάς δημιούργησε επιθυμία για μια κάποια κομψότητα.

Όπως ανοίξαμε όμως τις πόρτες του παταριού, ένα τείχος ορθώθηκε μπροστά μας: οι βαλίτσες μας, παρατεταγμένες και συνοφρυωμένες, μας κοιτούσαν επιτιμητικά.

Τις είχαμε αφήσει τόσους μήνες κλεισμένες εκεί πάνω, που είχαμε σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή τους. Παλιότερα όλο και κάποια σερνόταν στο δωμάτιο μισοάδεια. Όλο και κάποιο ταξίδι θα προέκυπτε, ποιος ο λόγος να την αποθηκεύσουμε.

«Δεν θα πάρουμε μαζί μας αποσκευές, μια τσάντα μόνο με δύο πουκάμισα και τρία ζευγάρια κάλτσες για μένα και τα ίδια για σένα. Θα αγοράζουμε ό,τι ρούχα χρειαστούμε στη διαδρομή», έλεγε ο Φιλέας Φογκ στον Πασπαρτού πριν ξεκινήσουν για τον «Γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες». Αν σκεφτούμε τις αποσκευές της εποχής, είχε απόλυτο δίκιο. Οι αποσκευές ήταν θεόρατα κιβώτια, ογκώδη και ασήκωτα, που απαιτούσαν μια στρατιά χαμάληδων, αχθοφόρων και υπηρετών για να τα φέρουν βόλτα. Τέτοια μπαγκάζια αφορούσαν την ανώτερη τάξη – τη μόνη που ταξίδευε για λόγους αναψυχής μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.

Πολύ σύντομα οι αποσκευές θα γίνονταν σύμβολα κύρους, αντικείμενα πολυτελείας. Ο νεαρός Louis Vuitton ήρθε στα δεκαέξι του στο Παρίσι ως μαθητευόμενος σε εργαστήριο κατασκευής ταξιδιωτικών κιβωτίων και μπαούλων. Δεκαεπτά χρόνια μετά άνοιξε το πρώτο μαγαζί με το όνομά του και το γνωστό λογότυπο. Τα μπαούλα του ήταν ανθεκτικά, αδιάβροχα και τα πρώτα με επίπεδα καπάκια ώστε να μπορούν να στοιβάζονται. Από το 1886 περιλάμβαναν μια κλειδαριά τόσο ασφαλή, ώστε ο Βουιτόν προκάλεσε τον περίφημο Χουντίνι να αποδράσει από ένα κλειδωμένο μπαούλο του.

Το 1910, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Jesse Shwayder θα ξεκινήσει μια οικογενειακή επιχείρηση κατασκευής ταξιδιωτικών μπαούλων. Ως πιστός χριστιανός θα ονομάσει ένα από τα πρώτα του μοντέλα «Σαμσών», όνομα που θα υιοθετήσει και για την εταιρεία, γνωστή ως Samsonite.

Οι βαλίτσες όπως τις ξέρουμε θα εμφανιστούν στον μεσοπόλεμο πάνω κάτω και θα χρησιμοποιηθούν ευρέως τα επόμενα χρόνια, και όχι για λόγους αναψυχής. Ο πόλεμος δημιούργησε ανάγκες μετακινήσεων πολύ πιο δραματικές, σαν αυτές που περιγράφει η Μέλπω Αξιώτη στο μυθιστόρημά της «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη» (εκδ. Άγρα). Η ηρωίδα της, η Λίζα, περνάει μέρες κρυμμένη στην εμφυλιακή Ελλάδα σε ένα σπιτάκι με πολλούς άλλους φυγάδες. Όταν βραδιάζει, κοιμάται πάνω στη βαλίτσα της. Την ίδια που θα κουβαλήσει όταν αναγκαστεί να φύγει για το Παρίσι. «Στα πόδια της, έχει τις βαλίτσες της. […] Η πράσινη, η μικρή, ήταν ακόμη ολοκαίνουργια. Πριν φύγει την αγόρασε, μπήκε αιφνιδίως σε ένα μαγαζί στην Αθήνα και ρώτησε: Πόσο κάνει; Κι αυτό ήταν. Σάστισε η πωλήτρια, τι γλήγορη πελάτισσα ήταν αυτή, σε τέτοιους καιρούς, όλο σκοτούρες και βάσανα. Κι η Λίζα απάντησε στο σχεδόν πανικόβλητο βλέμμα της: Ξέρετε, δεσποινίς, τόσο εύκολα πεθαίνεις σήμερα, που γιατί τάχατες να τα διαλέγεις τα πράματα, έτσι κι αλλιώς πίσω σου θα τ’ αφήσεις».

Ο χρόνος κύλησε, όπως και οι βαλίτσες μας – επιτέλους. Το 1974 ο Bernard Sadow πατεντάρισε την εφεύρεσή του, τη βαλίτσα με ροδάκια. Περιέργως δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση, οι άντρες θεώρησαν την καινοτομία υποτιμητική για τον ανδρισμό τους – ένα βήμα προς την εκθήλυνση, μια άμεση αμφισβήτηση της σωματικής τους ρώμης. Έπρεπε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια ώστε ένα παρεμφερές σχέδιο να επικρατήσει διεθνώς.  

Ήταν το μοντέλο Rollaboard και η διαφορά ήταν πως τα ροδάκια είχαν γίνει δύο, το σχήμα της βαλίτσας κάθετο και είχε προστεθεί και ένα πτυσόμενο χερούλι. Το γεγονός πως αυτός που τη σχεδίασε ήταν ο ανδροπρεπής πιλότος Robert Plath κάποιο ρόλο πρέπει να έπαιξε στην αποδοχή της από το ανδρικό κοινό. Έκτοτε οι βαλίτσες δεν σταμάτησαν να προσαρμόζονται στον επιταχυνόμενο ρυθμό των ταξιδιών. Τα σχέδιά τους έγιναν πιο αεροδυναμικά, το βάρος τους όλο και μικρότερο, τα υλικά τους πιο εξωτικά. Πριν από δύο χρόνια μια νεοφυής εταιρεία ρομποτικής δημιούργησε μια βαλίτσα που διαθέτει GPS, ελέγχεται μέσω κινητού τηλεφώνου και κινείται αυτόνομα ακολουθώντας τον ιδιοκτήτη της μέσα στα πλήθη των αεροδρομίων.

Ειρωνικό ακούγεται αυτό εν μέσω πανδημίας, αλλά η φιλοδοξία της εταιρείας ήταν να μετατρέψει την TravelMate σε ένα είδος ψηφιακού μπάτλερ, που όχι μόνο θα σε ακολουθεί κατά πόδας κουβαλώντας τα υπάρχοντά σου αλλά θα μπορεί φέρ’ ειπείν να συγκεντρώνει και τα ιατρικά σου δεδομένα και να ειδοποιεί τον γιατρό σου αν η πίεσή σου ανέβει επικίνδυνα. Σε αεροδρόμιο δεν ξέρω πότε θα ξαναβρεθώ, αλλά μια βαλίτσα που θα μου μιλάει, θα με ακολουθεί σαν σκυλάκι και, αν χρειαστεί, θα ειδοποιεί και τον γιατρό μου δεν μου φαίνεται κακή ιδέα στην εποχή μας.