ΤΑΞΙΔΙΑ

Σουηδική άνοιξη

soyidiki-anoixi-561202639

Την ημέρα που έφτασα στο Γκέτεμποργκ ως φοιτήτρια Erasmus μπορώ εύκολα να την ανακαλέσω στη μνήμη μου με κάθε λεπτομέρεια, κι ας κοντεύουν 21 χρόνια από τότε. Ήταν 6 Ιανουαρίου, το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και ο ήλιος, όπως τον ήξερα στην Ελλάδα, δεν ανέτελλε σχεδόν καθόλου. Ένα συνεχές σούρουπο ήταν το πρωινό, που νωρίς το μεσημέρι γινόταν και πάλι νύχτα. Κάθε μέρα, για μέρες πολλές. Παρ’ όλα αυτά, έμαθα να ισορροπώ με το ποδήλατο στο γλιστερό πεζοδρόμιο, να αλωνίζω στην πόλη ό,τι καιρό κι αν έκανε, να εξοικειώνομαι με το σκοτάδι, κι ας μου έλειπε όσο τίποτα το αττικό φως. 

Αυτό που επίσης θυμάμαι ζωηρά, πέρα από τα πάρτι μέχρι το ξημέρωμα και τις απίστευτες υποδομές που παρείχε το εκεί τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ στους φοιτητές του, είναι ο ερχομός της άνοιξης, της πιο φωτεινής που έχω ζήσει μέχρι τώρα. Tα λουλούδια έμοιαζαν να ανθίζουν με χρώματα εκτυφλωτικά, η πόλη ήταν μια κούκλα, τα πάρκα της γεμάτα ζωή. Όταν μπήκε ο Απρίλιος και οι μέρες είχαν πια μεγαλώσει, σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή δεν χορταίναμε το έξω. Απολαμβάναμε την περιαστική φύση, φορούσαμε μαγιό και ξαπλώναμε στο γρασίδι μπροστά στα σπίτια μας, για να μην υπάρξει ούτε εκατοστό του κορμιού μας που δεν θα έβλεπε ο ήλιος. Ο ελεύθερος χρόνος σήμαινε πικνίκ που οργανώναμε στο πι και φι με ό,τι υπήρχε πρόχειρο στη φοιτητική κουζίνα μας: στον κήπο της εστίας, στο πάρκο, στη λίμνη. Βουτούσαμε ξανά και ξανά στο νερό, αδιαφορώντας για το κρύο που περόνιαζε το μέσα μας. Ήμασταν 20-22 χρονών, νιώθαμε πως μας ανήκει ο κόσμος όλος, ξέραμε όμως και ότι η σουηδική λιακάδα είχε πια έρθει για να μείνει. Το ποτάμι δεν γύριζε πίσω. 

Είχε προηγηθεί ένας δύσκολος χειμώνας, αλλιώτικος από αυτόν που είχαμε συνηθίσει. Τον ζήσαμε, τον αντέξαμε. Και κάπως έτσι ήμασταν πραγματικά έτοιμοι να χαρούμε το φως.