ΤΑΞΙΔΙΑ

7 δημιουργικοί άνθρωποι, 7 υπέροχες βόλτες

Επτά δημιουργικοί άνθρωποι μοιράζονται μαζί μας τη δική τους αγαπημένη διαδρομή στην πόλη.

7 δημιουργικοί άνθρωποι, 7 υπέροχες βόλτες

Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Ηθοποιός)
«ΜΕ ΠΑΕΙ ΒΟΛΤΑ Η ΕΥΤΥΧΙΑ»

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes0
© Δομνίκη Μητροπούλου


«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη», λέει ο ποιητής, και ξεκινούν από τα Πετράλωνα, θα συμπλήρωνε με χιούμορ ο «τοπικιστής» εαυτός μου, που τώρα –πιο πολύ από ποτέ– ευγνωμονεί την τύχη που του φύλαξε μια γωνιά σε αυτή τη γειτονιά. Μέγας οδηγός της εξερεύνησης, ο σκύλος μου. Αφήνομαι στις πατούσες του και, καθώς το όνομά του είναι Happy, για να ξορκίσω το κακό, λέω ότι έτσι με πάει βόλτα η ευτυχία. Μαζί ανακαλύπτουμε ξανά τον κάθε αρχαίο βράχο που ξεμυτίζει γύρω από την Πνύκα, τις πλαγιές του Λόφου των Μουσών, τις ιδανικές για αναρρίχηση και αγκάλιασμα δέντρου, τα στενάκια στα Προσφυγικά, με τα πέτρινα νοικοκυρεμένα σπίτια. Κλέβουμε λίγη θαλπωρή από το μέσα τους. Έχουμε, επίσης, εκτονωθεί χορεύοντας νύχτα όλη την έρημη Καλλισθένους! Τέλος, αποδίδουμε κάθε πρωί φόρο τιμής σε εκείνο το μαγικό σημείο όπου ο ορίζοντας είναι το μακρινό λιμάνι με έναν εντελώς διαφορετικό ουρανό κάθε φορά. Αδημονούμε για την έκπληξη και, αν είμαστε τυχεροί, μυρίζει και λίγο θάλασσα.

Βασίλης Κεκάτος (Σκηνοθέτης)
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ 

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes1
(Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΛΑΪΚΟΣ)

Έχω την τύχη να κατοικώ στην Κυψέλη, το πιο πολύχρωμο ψηφιδωτό της Αθήνας. Μια γειτονιά-συναπάντημα των λαών και των τάξεων. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις στην Κυψέλη ή να σκεφτείς ότι είσαι καλύτερος από τον άλλο, αφού στην ίδια πολυκατοικία συνυπάρχει ο μετανάστης με τον αστό. Έχει μια δικαιοσύνη η Κυψέλη. Το να ζεις εδώ είναι μια γλυκιά για ορισμένους, πικρή για κάποιους άλλους, υπενθύμιση της ανάγκης για επιστροφή στην ανθρωπιά, στα υλικά που μας κάνουν όλους ίσους. Αυτά σκέφτομαι πολλές φορές κατεβαίνοντας στη Φωκίωνος Νέγρη. Αναπόφευκτα και τον Βακαλόπουλο: «Ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη, παρά η ωραιότερη στον κόσμο», έγραφε στη «Γραμμή του ορίζοντος», κι εγώ αναρωτιέμαι: Αν ήταν δύσκολο τη δεκαετία του ’90, τώρα τι είναι; Καμιά κοπέλα δεν φαίνεται πίσω από τη μάσκα, κανένα αγόρι. Οι άνθρωποι στον δρόμο είναι λίγοι και όμοιοι. Τα μαγαζιά κλειστά. Σαν Κυριακή. Κάθε μέρα σαν Κυριακή. Όμως δεν χάνω το κουράγιο μου, γι’ αυτό και την περπατάω όσο πιο συχνά μπορώ. Λίγο ακόμα θα ιδούμε τις νεραντζιές να ανθίζουν, το πλακόστρωτο να λάμπει στον ήλιο, τη θάλασσα από ανθρώπους να κυματίζει. Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα. Για να παραφράσω έναν ακόμη αγαπημένο μου. Λίγο ακόμα, σκέφτομαι, και η Φωκίωνος ομορφαίνει.

Madame Ginger (Food Blogger)
ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΡΚΑ

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes2

Όταν με ρωτάνε τι ανακάλυψα τελευταία στην Αθήνα, συνήθως απαντώ με κάποιο καινούργιο εστιατόριο, έναν υπέροχο νέο φούρνο ή το πιο hot καφέ της πόλης αυτή τη στιγμή. Τους τελευταίους οκτώ μήνες όμως, η εστίαση περνάει την πιο δύσκολη φάση της και οι βόλτες μου στην πόλη για ατελείωτο φαγοπότι έχουν δώσει προσωρινά τη θέση τους σε μεγάλες βόλτες στη φύση, δηλαδή στα υπέροχα πάρκα της Αθήνας που άρχισα να ανακαλύπτω στην πρώτη καραντίνα και συνεχίζω μέχρι σήμερα. Οι εξερευνήσεις μου ξεκίνησαν από το σκοτεινό και βγαλμένο από ατμοσφαιρική ταινία Άλσος των Ιλισίων, με τα γερμένα από τα χρόνια πεύκα και τα γεμάτα runners μονοπάτια του, στο οποίο –σχεδόν κάθε Σάββατο πλέον– θα μπω από Ζωγράφου για να καταλήξω τελικά στο αγαπημένο μου Παγκράτι. Σε μια ηλιόλουστη βόλτα μου τον Δεκέμβριο, αποφάσισα να ξαναχαθώ στον δαιδαλώδη Εθνικό Κήπο, να συγκινηθώ με τη λιλιπούτεια παιδική βιβλιοθήκη, που μου θύμισε τις βόλτες με τη γιαγιά μου, να στενοχωρηθώ με τα φυλακισμένα ζώα και τελικά να λιαστώ ξαπλωμένη στο γκαζόν ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια, πριν βγω στο Σύνταγμα και ανηφορίσω τη Βασιλίσσης Σοφίας. Μια ευχή για τη συνέχεια: να μην ξεχάσουμε τα πάρκα μας όταν επιστρέψουμε στην κανονικότητα και στις επόμενες βόλτες μας να βλέπουμε τα σκουπίδια από τους επισκέπτες τους εκεί που ανήκουν –στους κάδους– και όχι μπλεγμένα στα χορτάρια και στα λουλούδια.

Αμάντα Μιχαλοπούλου (Συγγραφέας)
ΚΟΛΩΝΑΚΙΩΤΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes3
© Ανδρέας Σιμόπουλος

Τον τελευταίο καιρό κοιμόμουν στο γραφείο μου, στο κέντρο, προσπαθώντας να τελειώσω ένα έργο που δεν τελειώνει. Οκτώ και κάτι, μετά το μπαράζ μαθημάτων δημιουργικής γραφής στο zoom, έπαιρνα την Πατριάρχου Ιωακείμ και την ανεβοκατέβαινα σαν φυλακισμένη, από τον Ευαγγελισμό έως την πλατεία Κολωνακίου. Αν κατάφερνα να ξεκινήσω λίγο νωρίτερα, έπαιρνα την άδεια Βουκουρεστίου και περπατούσα μέχρι το Σύνταγμα, στις παρυφές της Πλάκας. Μετά πάλι πίσω στην ανηφόρα, για το καμαράκι μου.Στην επιστροφή τα φώτα είχαν σβήσει. Στη σιωπή και στο σκοτάδι η πλατεία Κολωνακίου έμοιαζε με μια πλατεία στα Τρίκαλα, δίπλα στο νερό. Οι αστυνομικοί έγερναν στις γυαλιστερές μηχανές τους, φέρνοντας στον νου γουέστερν με καουμπόηδες και άλογα. Κι όλα τα σαλούν κλειστά.

Από την κινηματογραφική φαντασίωση με έβγαζαν τα αγόρια που μαζεύονταν για ένα τελευταίο τσιγάρο στις γωνίες, μια «πιάτσα» βλέμματος που βγήκε κατευθείαν από τη δεκαετία του ’70, ράθυμος αισθησιασμός στα χρόνια της Covid. Και οι Wolt-άνθρωποι με τα τιρκουάζ γιλέκα, που κάνουν τρελούς ελιγμούς στα πεζοδρόμια, επειδή η Αθήνα είναι δική τους μετά τις εννιά.

Δημήτρης Καραντζάς (Σκηνοθέτης)
ΙΔΙΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ ΦΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes4
© Ιωάννα Χατζηανδρέου

Μετά την πρώτη καραντίνα και πριν από τη δεύτερη, πρόλαβα να μετακομίσω. Χρόνια διάλεγα σπίτια στα πέριξ των Εξαρχείων· 100 μέτρα πάνω, 200 δεξιά, 300 κάτω. Αυτή τη φορά βρέθηκα για πρώτη φορά από την άλλη πλευρά της Αλεξάνδρας, σε ένα σπίτι που από το μπαλκόνι του μπορείς να αντικρίσεις τον λόφο Φινοπούλου. Η θέα του πρασίνου γλυκαίνει με τον τρόπο της το ζοφερό κλίμα της περιόδου. Μια μέρα αποφάσισα να ανέβω και η διαδρομή με εξέπληξε – με αποζημίωσε με το παραπάνω. Ένα άκρως μοναχικό και ήσυχο μέρος, που αν ανέβεις στην κορυφή του έχεις το προνόμιο να έχεις όλη την Αθήνα στα πόδια σου, από τον Λυκαβηττό έως την Ακρόπολη και λίγο παραπέρα. Εκεί περνάω τις ώρες μου στην καραντίνα και με ευχαριστεί. Δουλεύω, διαβάζω, κρατάω σημειώσεις στα παγκάκια. Μια πραγματικά αθόρυβη και καταπράσινη γωνιά της πόλης, μόλις λίγα μέτρα πάνω από το Πεδίον του Άρεως, που δεν την πιάνει το μάτι σου, αλλά αξίζει να την επισκεφτείς και να την «αναπνεύσεις». Για όλους τους λάτρεις της ιδιωτικότητας.

Θέμης Καραμουρατίδης (Συνθέτης)
ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΠΑΓΚΡΑΤΙ

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes5
© Λεωνίδας Βασιλοπουλος

Η δεύτερη καραντίνα με πέτυχε να έχω μόλις μετακομίσει στο Παγκράτι, σύνορα με Βύρωνα και Καισαριανή. Ως παιδί της επαρχίας που έχει πάρει υπερβολική δόση πρασίνου έως τα δεκαοκτώ, είμαι απ’ αυτούς που δεν τους λένε τίποτα τα πάρκα, το Άλσος Παγκρατίου και λοιπές φυσικές ομορφιές μέσα στην πόλη. Αντιθέτως, ποτέ δεν μου αρκούσαν οι βόλτες στο αστικό τοπίο. Η βόλτα, λοιπόν, που με ξεκουράζει στην καραντίνα είναι η διαδρομή από την Υμηττού στην Ευτυχίδου, με τις γκρίζες πολυκατοικίες και τα υπέροχα διώροφα του ’30 που αντιστάθηκαν στη μόδα της αντιπαροχής. Ανεβαίνοντας την Πρόκλου, για να καταλήξω στην πλατεία Βαρνάβα ή να πάρω τη Σπύρου Μερκούρη δεξιά για να φτάσω στην πλατεία Προσκόπων, στο σπίτι του Γεράσιμου, σιγουρεύομαι ότι αυτή η γειτονιά θα ’χει πάντα τη δική της ταυτότητα, ένα μείγμα πολιτισμών, αντίθετων εικόνων και ξεχωριστών αρωμάτων που σε κρατούν άθελά σου ενεργό αυτές τις μέρες της αδράνειας.

Κώστας Βογιατζής (Founder & Creative Director of Yatzer)
ΚΑΦΕΣ ΣΤΟΝ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟ

7-dimioyrgikoi-anthropoi-7-yperoches-voltes6
© Δήμητρα Σπυροπούλου

Στις βόλτες μού αρέσει πάντα να έχω έναν στόχο, κάτι να περιμένω στο τέλος της διαδρομής. Μένω στους πρόποδες του Λυκαβηττού και μία εξ αυτών ξεκινάει από το μονοπάτι που βρίσκεται απέναντι από το 14ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Δημήτρης Πικιώνης, 1932), με πορεία προς τον Ιερό Ναό των Αγίων Ισιδώρων. Λίγα βήματα παρακάτω, βρίσκεται η «Πράσινη τέντα», ένα καφενείο που κατασκευάστηκε πιθανότατα στις αρχές της δεκαετίας του ’40 και με άδεια δόμησης που εκδόθηκε από τον Δήμο Αθηναίων άνοιξε ξανά το φθινόπωρο του 2020, μετά από 17 χρόνια μη λειτουργίας. Αυτή την περίοδο, εκεί είναι που με περιμένει ένας ζεστός καφές στο χέρι και μια πανέμορφη Αθήνα από ψηλά, χωρίς ίχνος θορύβου. Εικόνες που πάντα θα αποζημιώνουν τον κόπο της ανάβασης.