ΤΑΞΙΔΙΑ

Οι τελευταίοι ταξιδιώτες

«Η μοναχική ύπαρξη είναι εκ φύσεως περιπλανητική»* έγραφε η Μαίρη Σέλλεϋ. Κλεισμένοι στα σπίτια μας, ονειρευόμαστε ταξίδια. Και νιώθουμε όλο και πιο μόνοι. Ίσως γιατί ο σκοπός των ταξιδιών είναι πάντα η συνάντηση.

oi-teleytaioi-taxidiotes

Μια γυναίκα ζει μόνη σε ένα σπίτι στην άκρη της θάλασσας, στο Λονγκ Άιλαντ. Ώσπου να καταλήξει σε αυτή την ακτή έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, έχει διασχίσει την Αμερική, φτάνοντας ως το Μεξικό, έχει περιπλανηθεί με ιστιοφόρο στο Αιγαίο, έχει οδηγήσει ως τα βάθη της Σιβηρίας. Έχει επισκεφθεί την Ακρόπολη και τα ερείπια της Τροίας, έχει τριγυρίσει στο Άμστερνταμ και στο Παρίσι, στη Γένοβα και στη Μαδρίτη. Τώρα κάνει μακρινούς περιπάτους, πλένει τα ρούχα της σε μια κοντινή πηγή, απλώνει την μπουγάδα στους θάμνους. Σκαλίζει μηνύματα με ένα ραβδί στην άμμο, «γραμμένα στα ελληνικά από κάποιον που δεν γνωρίζει ελληνικά».
 
Ένας άντρας ζει μόνος στα αρχαία ερείπια της Ρώμης, περιφέρεται στις εκκλησίες και στα μουσεία, διαβάζει σπάνια χειρόγραφα στο Βατικανό, θαυμάζει το Κολοσσαίο και τους κήπους των Μποργκέζε, ονειροπολεί στον Τίβερη, χαράζει μηνύματα στα μάρμαρα του Αγίου Πέτρου. Υπολογίζει να αποπλεύσει νότια προς τη Νάπολη και μετά ανατολικά προς τις Κυκλάδες και πιο μακριά, στα μικρασιατικά παράλια, και στις ακτές της Συρίας και της Λιβύης, στο στενό του Γιβραλτάρ και μετά στον ωκεανό, περιπλέοντας την Αφρική, μακριά από την Ευρώπη.    
   
Η γυναίκα στην ακτή είναι η Κέιτ, η αφηγήτρια στο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μάρκσον «Η ερωμένη του Βιτγκενστάιν»**. Ένα από τα πιο παράξενα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα πειραματικό μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί.

Η Κέιτ είναι μόνη της στον κόσμο, για την ακρίβεια είναι το τελευταίο ζωντανό πλάσμα στη γη.

Δεν δίνονται εξηγήσεις, δεν έχουμε λεπτομέρειες για την καταστροφή που συντελέστηκε, αποσπάσματα μόνο από τις περιπλανήσεις της σε έναν άδειο από ζωή κόσμο. Περιστατικά διασκεδαστικά, όπως τότε που άφησε χιλιάδες μπάλες του τένις να κατρακυλήσουν στα Ισπανικά Σκαλιά της Ρώμης ή όταν εξέθεσε τους πίνακές της δίπλα σε αυτούς του Ρέμπραντ στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Σημειώσεις ταξιδιωτικές για τη λάμψη του Παρθενώνα γύρω στις τέσσερις το απόγευμα ή για την προνομιακή θέα από τις ταβέρνες της Πλάκας. Φιλοσοφικές παρατηρήσεις, καλλιτεχνικά κουτσομπολιά και ανέκδοτα. Και αν στην αρχή οι αναφορές φαίνονται ελαφρώς ξεκάρφωτες, σιγά σιγά καταλαβαίνουμε τις συνδέσεις «ένα από τα πράγματα που όλοι θαυμάζουν στον Ρούμπενς –ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν– είναι το πως κάθε άνθρωπος στους πίνακές του αγγίζει πάντα κάποιον άλλον».

Το βιβλίο παραμένει υπνωτιστικά διασκεδαστικό ως το τέλος, αλλά σταδιακά αντιλαμβανόμαστε πως η παράθεση όλων αυτών των αναφορών είναι η ίδια η ανθρώπινη ιστορία, η Κέιτ ο μοναδικός φορέας της. Και καθώς η ανάγνωση προχωράει, συνειδητοποιούμε το μέγεθος της απώλειας, το μέγεθος της μοναξιάς που καλείται να διαχειριστεί. Η Κέιτ ζει συνομιλώντας με τους νεκρούς, το παρόν μοιάζει ακίνητο, το μέλλον δεν υπάρχει.

Ο μοναχικός άντρας στη Ρώμη ζει στο 2100 μ.Χ. Είναι ο Λάιονελ Βερνέ, ο αφηγητής του μυθιστορήματος «Ο τελευταίος άνδρας» της Μαίρης Σέλλεϋ. Το βιβλίο που εκδόθηκε το 1826 είναι ένα δυστοπικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Μια επιδημία ξεσπάει κάπου στην Ασία το 2073 και γρήγορα αρχίζει να εξαπλώνεται.

Αρχικά η Ευρώπη αισθάνεται απρόσβλητη, αλλά σταδιακά όλο και περισσότερες χώρες ερημώνονται εξαιτίας της πανδημίας. Τυφώνες, τσουνάμι, λιμοί και πολεμικές συγκρούσεις ξεσπούν σε όλο τον πλανήτη. «Άπλωσα μπροστά μου τον παγκόσμιο χάρτη. Δεν έβρισκα ούτε ένα σημείο που θα μπορούσα να βάλω το δάχτυλό μου και να πω: εδώ υπάρχει ασφάλεια». 

Η Μαίρη Σέλλεϋ –αδίκως γνωστή μόνο ως η συγγραφέας του Φρανκενστάιν– έγραψε το βιβλίο σε μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ζωής της. Είχε χάσει τρία παιδιά από τύφο, ο άντρας της, ο ποιητής Πέρσυ Σέλλεϋ, είχε πνιγεί στις ακτές της Ιταλίας, ο επιστήθιος φίλος τους, ο Λόρδος Μπάιρον, είχε πεθάνει στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, η αδερφή της είχε αυτοκτονήσει.

Η ίδια είχε απομείνει ως η τελευταία των Ρομαντικών, υπερασπιζόμενη ιδέες που την άφηναν υπερβολικά μόνη: τον φεμινισμό, τα ριζοσπαστικά πολιτικά ιδεώδη, τη σεξουαλική ελευθερία.

Κατ’ αντιστοιχία στο μυθιστόρημα ο Βερνέ θα χάσει όλους τους συντρόφους του και θα διασχίσει τη ρημαγμένη –έρημη από ανθρώπους– Ευρώπη για να βρει καταφύγιο στα κλασικά ερείπια της Ρώμης.

Ίσως κάποια μέρα ο Λάιονελ, διαπλέοντας χρονικά παράδοξα και λογοτεχνικούς πειραματισμούς, έχοντας επιζήσει από όλες τις θύελλες και τις τρικυμίες, να διασχίσει τον Ινδικό και τον Ειρηνικό, να περιπλεύσει τη Λατινική Αμερική και να συνεχίσει βόρεια ώσπου να ξεβραστεί σε εκείνη την απόμερη ακτή του Λονγκ Άιλαντ. Και εκεί, ξέπνοος, να καταφέρει να διαβάσει τα περίεργα γράμματα πάνω στην άμμο: «Κάποιος μένει εδώ».

*   «The Last Man», Mary Shelley, 1826
** «Wittgenstein’s Mistress», David Markson, Dalkey Archive Press