ΤΑΞΙΔΙΑ

Ο συγγραφέας Νικόλας Περδικάρης «συναντά» στο πλοίο για την Αίγινα την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

o-syggrafeas-nikolas-perdikaris-synanta-sto-ploio-gia-tin-aigina-tin-katerina-aggelaki-royk-561479155

Ονόμαζα γαλήνη το χειμώνα, την τρέλα καλοκαίρι
Και μεταμορφωνόμουνα σε άγγελο χειμερινό, σε σατανά της ζέστης.
Η μάνα μου ετρόμαζε μ’ αυτές τις δύο μου φύσεις.
Θα φταίνε, έλεγε, οι δύο κόσμοι, η πολυκατοικία και το νησί
Μα όπου να ’ναι χειμωνιάζει
Πού θα πάει κι αυτή… θα μαζευτεί.  
[ Απο το ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ « Αίγινα Ι » ]  

Πρώτη φορά σε γνώρισα μέσα από την τηλεόραση. Έτσι όπως σε είδα, να κατεβαίνεις τις σκάλες της πολυκατοικίας στην Αθήνα, ανησύχησα κάπως για το κράτημα της ισορροπίας σου. Τι ανόητος… Και τώρα να, σκαρφαλώνεις τις σκάλες του «Απόλλωνα» πιο γρήγορα από τον καθένα. Κυρία Ρουκ, δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Αλλά το θέλω, το θέλω πολύ να ταξιδέψω μαζί σου στην Αίγινα. Να γίνω σοφός στο νησί, χάρη σ’ εσένα. Ύστερα ας χαζέψω πάλι. Ας γίνω ο βουβός, ο ανόητος της πόλης. Μα μέχρι τότε, σε παρακαλώ, μίλησέ μου για το φως. Αυτό που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά, παρά μόνο στην ακροθαλασσιά, στις πέτρες και στα δέντρα που γαργάλησε με τα δάχτυλά της η Αφαία. 

Είμαστε κιόλας στο κατάστρωμα. Παρότι ταξιδεύω με φίλους, τους αφήνω στην άκρη για να σε πλησιάσω. Νομίζω κάθεσαι στο βάθος, σε ένα στενόμακρο «κάδρο» που παραπέμπει, δίχως άλλο, στο σκαρί του πλοίου. Είσαι γελαστή, όπως η εικόνα σου που θυμάμαι. Αλλά γελάς πιο πολύ με τα μάτια. Σαν παιδί. Ποια ψυχή παιδιού –αν όχι η δική σου– δεν θα γαλήνευε τόσο στη θέα της θάλασσας, στη σκέψη ότι ένας παράδεισος περιμένει τον δικό του άνθρωπο, μία ώρα μόλις μακριά από τα καυσαέρια, από τη βουή του κόσμου. Η «βουή φτάνει και εδώ», λες. «Αλλά στη γη που λατρεύεις, όλα είναι αλλιώς». Καίγομαι να σε ρωτήσω αν αυτό είναι ποίηση. Όμως δεν λέω τίποτα, μην τυχόν και φανερωθεί μπροστά σου η άγνοιά μου. 

Χωρίς να το καταλάβουμε, έχουμε ήδη προσεγγίσει το λιμάνι. Και τσουπ… εσύ γελάς πάλι. Αυτή τη φορά με το στόμα ορθάνοιχτο. Προτού προλάβω να σε ρωτήσω αν θέλεις βοήθεια, βλέπω να πατάς κιόλας στην προβλήτα. «Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο πιο ανάλαφρο», σκέφτομαι. «Να πετάει έτσι, σαν γλάρος». Από τη φούρια μου να σε φτάσω, παραμερίζω την παρέα. «Προχωράω μπροστά και ελάτε να με βρείτε», φωνάζω στους φίλους μου. Κάποιοι από αυτούς δεν σε βλέπουν. Δεν μπορούν. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Αντικρίζουν μόνο εμένα, να τρέχω σαν τρελός πίσω από κάτι άπιαστο. Αυτό και αν είναι ποιητικό, σκέφτομαι. Όμως, πάλι προτιμώ να μην πω λέξη.
Απέναντί μας είναι παρκαρισμένες δύο άμαξες. Ακόμα πιο πέρα δεσπόζει η ώχρα των νεοκλασικών κτιρίων. Το χρώμα μάς καλωσορίζει στην ανάπαυση, στην ανεμελιά. Αντικριστά –πάντα με ακρίβεια– το νερό μάς καθρεφτίζει. Κυρία Κατερίνα. Κατερίνα, πάμε μια βόλτα με την άμαξα; Βιάζεσαι να επιστρέψεις στο κόκκινο σπίτι σου, το ξέρω. Όμως ας φάμε, για αρχή, μια πάστα ή ένα παγωτό στο Αιάκειο. Και όσο θα μπουχτίζω του λόγου μου από καλοκαιρινή δροσιά, εύχομαι εσύ να μη με ρωτήσεις τι ξέρω για τον νονό σου, τον Καζαντζάκη. Δεν τον έχω μελετήσει ακόμα όσο θα έπρεπε. Και ντρέπομαι.  
***

Το κτήμα στην Αίγινα, τον «παράδεισό» σου, έλεγες, τον χρωστάς σε μια καταστροφή. Το οικογενειακό σπίτι αποκτήθηκε για να προσφέρει στέγη στους πρόσφυγες-συγγενείς του πατέρα σου από τη Μικρά Ασία. Προτού με συστήσεις σε αυτό το καταφύγιο (στις φιστικιές, στα πεύκα, στα κυπαρίσσια τριγύρω), σου ζητάω να χαθούμε για λίγο στη Χώρα. Ξενάγησέ με στο Κυβερνείο, μετά στο λαογραφικό μουσείο, ύστερα στην παραλία της Αύρας. Καθώς εσύ θα με παρουσιάζεις από το ένα σημείο του ορίζοντα στο άλλο, εγώ θα ψάχνω στα μαγαζάκια μήπως βρω κανένα δώρο για σένα. Βλέπεις, έχω έρθει χιλιάδες φορές στον τόπο σου, αλλά ποτέ μαζί σου.
Ο ήλιος έχει γίνει πια πορτοκαλί. «Τι καθησυχαστικά που πέφτουν οι σκιές της ιστορίας σε αυτό το νησί», σκέφτομαι. Ενώ προχωράμε οι δυο μας κατά μήκος του λιμανιού, σε φαντάζομαι να με μαλώνεις: «Δεν είναι σωστό που άφησες την παρέα σου για να βολτάρεις μαζί μου». «Πράγματι δεν είναι», παραδέχομαι χαμηλόφωνα. Στροβιλίζομαι τώρα ανάμεσα στα τουριστικά σταντ με τις καρτ ποστάλ και τα βιβλία. «Παντού υπάρχουν αυτά», με προλαβαίνεις κάπως στη σκέψη. Έπειτα, τι ωραίο, συλλογίζομαι εκ μέρους σου∙ να μπορούν και οι τουρίστες να βρίσκουν ένα δικό τους σπουδαίο ανάγνωσμα. Να διαβάζουν στη γλώσσα τους τον Καβάφη ή τον Σεφέρη. 

Στ’ αριστερά μας οι καφετέριες και τα μαγαζιά φωνάζουν, σχεδόν, το δικαίωμα των επισκεπτών στην ξεκούραση, στα κεράσματα φαγητού ή ποτού. Το απογευματινό φως τρυπώνει σε τρίγωνα και ημικύκλια κάτω από τις στέγες καταστημάτων. Η αρχοντιά της πέτρας στα κτίσματα, οι αποχρώσεις, η υφή μιας αναπόφευκτης ταλαιπωρίας μαρτυράει τους περιπάτους σημαντικών ανθρώπων στον χώρο, όπως εσύ. Πλάι στη θάλασσα, μέσα στον χρόνο. Κάτι με προτρέπει να σε φωνάξω με το επώνυμο, πιο επίσημα.

«Κυρία Αγγελάκη-Ρουκ, όπου να ’ναι φεύγουμε από το λιμάνι», λέω. Έχουμε ήδη προσπεράσει την εκκλησία της Παναγίτσας. Κατευθυνόμαστε πεζή προς νότο. Μια περατζάδα στον δρόμο προς Μαραθώνα, Αιγινήτισσα, Πέρδικα. Ίσα να ατενίσουμε τις καλαμιές, τους θάμνους, τους ευκάλυπτους δίπλα στην παραλία. Εστιάζοντας την προσοχή μου σε ένα σωρό γειρτά δέντρα, σκέφτομαι κορμιά κάτω απ’ τα σύννεφα. Τα σώματα που τόσο δόξασες στους στίχους σου. 

Πριν νυχτώσει, φτάνουμε, επιτέλους, στο κόκκινο σπίτι. Απόψε θα μου κάνεις τη χάρη να δεις μόνο ένα δελτίο ειδήσεων ή κανένα. Ομολόγησες κάποτε ότι είχες εθιστεί στις ειδήσεις. Μα ας αφήσουμε στην άκρη την ενημέρωση. Ας κλείσουμε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, για να υποδεχτούμε σφιχτά τον Άγιο Σεπτέμβρη. Από το βάθος, να, έρχονται και οι φίλοι μου. Σε βλέπουν τώρα. Ήξεραν σίγουρα πού θα σε συναντήσουν. Τη νύχτα θα οργανώσουμε μαζί μια μεγάλη γιορτή. Είμαστε τόσο νέοι και τόσο όμορφοι. Μα όχι περισσότερο απ’ τις λέξεις σου. Μοιάζουμε όλοι σαν τους καρπούς που ξεμυτίζουν απ’ το τσόφλι τους, έτοιμοι για συγκομιδή. Πέφτουμε ένας ένας όπως τα λόγια που εσύ ‒κυρία του χαμόγελου‒ άφησες να γλιστρήσουν στα σκαλιά του φθινοπώρου.