ΤΑΞΙΔΙΑ

Λιουμπλιάνα: Μια αξιαγάπητη πόλη «μπουτίκ»

lioympliana-mia-axiagapiti-poli-mpoytik-2042622

Το περασμένο Σαββατοκύριακο η Λιουμπλιάνα αποχαιρετούσε το καλοκαίρι με υπαίθριες συναυλίες, χορευτικές παραστάσεις και παραδοσιακή μαγειρική στις πλατείες, όπου είχαν στηθεί μεγάλες ψησταριές. Οι κάτοικοι έμειναν πιστοί σε αυτήν την τελετή του «αποχαιρετισμού» παρόλο που το φετινό καλοκαίρι δεν ήταν και το καλύτερο. Μειωμένα κατά 10%, ή κατά 200 εκατ. ευρώ, εκτιμάται ότι θα είναι φέτος τα τουριστικά έσοδα της Σλοβενίας και για την πτώση ευθύνεται ο αλλοπρόσαλλος καιρός. Οι παλιότεροι δεν θυμούνται τόσο βροχερό καλοκαίρι όσο το φετινό. Οσο για τον χειμώνα που προηγήθηκε, ήταν πολύ δύσκολος για τους Σλοβένους, με σφοδρές χιονοθύελλες και εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες. H καθημερινή εφημερίδα «Ντέλο» είχε περιγράψει την κακοκαιρία που έπληξε τη χώρα ως τη χειρότερη στη σύγχρονη ιστορία της, αλλά και τη μεγαλύτερη καταστροφή για τα πυκνά δάση, που καταλαμβάνουν το ήμισυ του εδάφους της.

Οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου, όμως, ήταν ένα λαμπερό, αναζωογονητικό διάλειμμα. Ο πεντακάθαρος ουρανός και ο δυνατός ήλιος είχαν βγάλει στους δρόμους τους κατοίκους της σλοβενικής πρωτεύουσας – κοσμοπλημμύρα στις αγορές, στα καφέ και τα εστιατόρια στις όχθες του ποταμού Λιουμπλιάνιτσα που διατρέχει την πόλη, κόβοντάς την στα δύο.

Σκάνδαλο «Patria»

«Ο Μιλόσεβιτς συνήθιζε να λέει ότι εμείς οι Σλοβένοι μπορούσαμε να φύγουμε από τη Γιουγκοσλαβία, οι Κροάτες όμως όχι, γιατί είναι δεμένοι με αίμα μ’ εμάς τους Σέρβους», είχε πει κάποτε σε συνέντευξή του ο Μίλαν Κούτσαν, πρώην πρόεδρος της χώρας και πρωταγωνιστής στο διαζύγιο της Σλοβενίας από τη Γιουγκοσλαβία. Ηταν καλοκαίρι, 21 Ιουνίου του 1991, όταν το σλοβενικό Κοινοβούλιο κήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για την επερχόμενη καταιγίδα. Ακολούθησαν συγκρούσεις του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού με τη σλοβενική αστυνομία και πολιτοφυλακή – ένας σύντομος πόλεμος που έμεινε γνωστός ως ο «πόλεμος των δέκα ημερών», προτού ο Γιουγκοσλαβικός Λαϊκός Στρατός αποχωρήσει και η Σλοβενία αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Η ανεξάρτητη, πια, χώρα κατάφερε να ορθοποδήσει γρήγορα.

Ηδη από τα χρόνια της Γιουγκοσλαβίας η Σλοβενία ήταν η πιο εύπορη από τις άλλες ομόσπονδες δημοκρατίες, εκμεταλλευόμενη απόλυτα το γεωγραφικό της πλεονέκτημα μεταξύ Αυστρίας και Ιταλίας αλλά και την ειδίκευσή της στη βιομηχανία της μεταποίησης. Σήμερα, η Σλοβενία, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια εθεωρείτο χώρα-υπόδειγμα στην Ευρωζώνη –ήταν μάλιστα η πρώτη, ανάμεσα στα νέα μέλη, που ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το 2008– έχει πληγεί από την οικονομική κρίση και ζει σε πολιτική αστάθεια. Μέσα σε τρία χρόνια η χώρα άλλαξε τρεις κυβερνήσεις.

Στην κατάληψη του παλιού στρατοπέδου –σήμερα εναλλακτικό καλλιτεχνικό στέκι– στη Μετέλκοβα της Λιουμπλιάνας, ένα οικοδομικό τετράγωνο από το πολύ ενδιαφέρον Εθνογραφικό Μουσείο, χτυπάει η καρδιά των νέων της πόλης, που όπως και πολλοί άλλοι συνομήλικοί τους σε διάφορες χώρες της Ευρώπης παλεύουν με το τέρας της ανεργίας. Η ύφεση και η ανεργία, η ακρίβεια μετά την ένταξη στο ευρώ, το 2007, είναι η απάντηση στον αυξανόμενο αντιευρωπαϊσμό των Σλοβένων. Στις ευρωεκλογές του Μαΐου ψήφισε μόλις το 21%, ενώ στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας κατά των μέτρων λιτότητας της απερχόμενης κυβέρνησης Γιάνεζ Γιάνσα –ο οποίος σήμερα βρίσκεται στη φυλακή μετά την καταδίκη του για διαφθορά στο σκάνδαλο «Patria»– πριν από περίπου δύο χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους στο πλήθος σημαίες της πρώην Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας.

Πανέμορφη

Η σύγχρονη Λιουμπλιάνα, πάντως, είναι μια πόλη «μπουτίκ». Συγκεντρώνει τις 270 χιλιάδες από τα περίπου 2 εκατ. και μερικές χιλιάδες κατοίκους του συνόλου της χώρας. Μικρή, πανέμορφη, καταπράσινη, εξαιρετικά νεανική και ζωντανή, δικαιώνει απόλυτα το όνομά της, που σημαίνει «αξιαγάπητη». Περπατιέται εύκολα, αγαπάει και διευκολύνει τους ποδηλάτες, είναι πεντακάθαρη και τακτοποιημένη, ενώ οι Σλοβένοι, άνθρωποι φιλήσυχοι, ευγενικοί και φιλόξενοι, λατρεύουν τα σκυλιά τα οποία παίρνουν μαζί τους παντού: από τα σούπερ μάρκετ μέχρι τα εστιατόρια.

Στην πόλη δεσπόζει το κάστρο Ljubljanski Grad, όπου ανεβαίνεις με τελεφερίκ πληρώνοντας 4 ευρώ – αν δεν αντέχεις το περπάτημα. Ηταν κάποτε βασιλική κατοικία αλλά και φυλακή, και σήμερα φιλοξενεί καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και γαμήλιες δεξιώσεις. Αξίζει μια επίσκεψη γιατί προσφέρει υπέροχη θέα στην πόλη καθώς και στις Αλπεις.

Στην παλιά πόλη, με τα λιθόστρωτα δρομάκια, τους πεζόδρομους, τις κομψές πλατείες, που είναι απολύτως προστατευμένη από τα αυτοκίνητα, «διαβάζεις» την ιστορία της Λιουμπλιάνας μέσα από τις επιρροές που έχει δεχτεί από τη γειτονική Αυστρία και την Ιταλία, οι οποίες εκφράζονται κυρίως στην αρχιτεκτονική. Σε κάθε δρόμο θα δει κανείς εξαιρετικά δείγματα μπαρόκ και αρ νουβό, τα περισσότερα από τα οποία φέρουν την υπογραφή του Γιόζε Πλέτσνικ, «εθνικού» αρχιτέκτονα της Σλοβενίας. Ο ίδιος έχει σχεδιάσει τη διάσημη και πολυφωτογραφημένη τριπλή γέφυρα Tromostovje –μία από τις πολλές όμορφες γέφυρες της πόλης– αλλά και τον κεντρικό δρόμο στο αγαπημένο τους πάρκο, το Tivoli. Το έμβλημα της πόλης είναι ο δράκος –που σκότωσε ο Ιάσων γυρίζοντας με το χρυσόμαλλο δέρας, σύμφωνα με έναν από τους πολλούς μύθους– και θα τον δείτε σε γλυπτά, σε μαγνητάκια για το ψυγείο, σε κούπες για καφέ. Αποκλείεται να χάσετε και τον καθεδρικό του Αγίου Νικολάου, καθώς ο πράσινος τρούλος του και τα δίδυμα καμπαναριά του είναι εντυπωσιακά.

Μια Ελληνίδα στη Λιουμπλιάνα

Σ’ ένα γραφικό στενάκι του εμπορικού κέντρου τα βλέμμα πέφτει πάνω στις χάρτινες ελληνικές σημαιούλες που κοσμούν την είσοδο ενός μικρού μαγαζιού, αλλά και στον βασιλικό που έχει φουντώσει μέσα στον παλιό τενεκέ φέτας. Στη βιτρίνα, παξιμάδια, βάζα με ταχίνι και θυμαρίσιο μέλι, μπουκάλια με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, αλλά και ούζο. Η Μαρία Μαριδάκη, μια γλυκύτατη Κρητικιά, εγκαταστάθηκε στη Λιουμπλιάνα το 2000, «υπακούοντας» στον έρωτά της για έναν Σλοβένο με τον οποίο έχουν σήμερα δύο πιτσιρίκια. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στην ελληνική πρεσβεία, όμως έπεσε θύμα των περικοπών της κρίσης, κι έτσι αποφάσισε να ανοίξει ένα μικρό μπακάλικο το οποίο ονόμασε «Grkinja» (Ελληνίδα) και να συστήσει στους Σλοβένους τα ελληνικά προϊόντα. «Εχουν αλλάξει πολλά από τότε που ήρθα εδώ», μας λέει. «Τα πρώτα χρόνια ήταν υπέροχα, οι περισσότεροι ζούσαν καλά. Από τότε που η Σλοβενία μπήκε στο ευρώ, η ζωή ακρίβυνε. Οι Σλοβένοι παραπονιούνται για το σύστημα υγείας και την παιδεία, που παραδοσιακά ήταν δωρεάν και δούλευαν ρολόι. Τώρα πληρώνουμε για το σχολείο των παιδιών μας και για τους παιδικούς σταθμούς. Οσο για τα νοσοκομεία, μπορεί να περιμένεις και τρεις μήνες για να σε δει ο γιατρός ή να κάνεις μια εξέταση. Επίσης, πολλοί γιατροί και αρχιτέκτονες έχουν φύγει καθώς δεν υπάρχει δουλειά. Υπάρχει κρίση, όχι βέβαια τόσο έντονη όπως στην Ελλάδα, γιατί τα μεγέθη εδώ είναι πολύ μικρότερα».