ΤΑΞΙΔΙΑ

Με δύο «βλέμματα» ο χρόνος πυκνώνει

felix1

Ο 60χρονος σήμερα Γουίλιαμ Κέντριτζ πρωτοείδε χαρακτικά του Αλμπρεχτ Ντίρερ στην εφηβεία του. Ηταν δύο καρτ ποστάλ που αποτύπωναν τον «Ρινόκερο» και τη «Μελαγχολία». Αργότερα αγόρασε ένα κατάλογο με έργα του Ντίρερ, έκοψε τις σελίδες και τις κόλλησε στον τοίχο του δωματίου του. Τέλη του 2015 μια έκθεση στο Βερολίνο ένωσε τον δημοφιλή Νοτιοαφρικανό καλλιτέχνη και έναν από τους σημαντικότερους Γερμανούς δημιουργούς της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, σε μια απρόβλεπτη «συνομιλία». Η έκθεση «Double vision» στο Μουσείο Kupferstichkabinett, στο Kulturforum, κοντά στην Ποτσντάμερ Πλατς, άνοιξε στις 11 Νοεμβρίου του 2015 και ολοκληρώνεται στις 6 Μαρτίου του 2016.

Το «Double Vision» φέρνει κοντά 120 έργα του Αλμπερτ Ντίρερ και του Γουίλιαμ Κέντριτζ «έτσι ώστε να πυροδοτήσει ένα διπλό διάλογο: του ενός με τον άλλον και των δύο με τους επισκέπτες» επισημαίνεται στον εξαιρετικά φροντισμένο κατάλογο. Η έκθεση είναι το αποτέλεσμα μιας συνεργασίας ανάμεσα στο Κέντρο Ανθρωπιστικών Σπουδών BildEvidenz του Πανεπιστημίου του Freie και του Staatliche Museen zu Berlin’s Kupferstichkabinett. To πρώτο είναι ένα ερευνητικό κέντρο για την τέχνη και τον οπτικό πολιτισμό και το δεύτερο ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία στον κόσμο με χαρακτικά και σχέδια από την Αναγέννηση μέχρι τις μέρες μας. Ο Κέντριτζ ως υπότροφος του BildEvidenz το 2013 ασχολήθηκε ειδικά με τα σχέδια του Ντίρερ. Με αυτό το αντικείμενο εξάλλου, είχαν προηγηθεί εκθέσεις του στη Φρανκφούρτη και στη Βρέμη το 2007.

Ο Ντίρερ και ο Κέντριτζ είναι δύο βλέμματα που διασταυρώνονται ή πορεύονται παράλληλα με απόσταση τεσσάρων αιώνων; Και ακόμη: γιατί ο Ντίρερ με τον Κέντριτζ; Τα ερωτήματα ανασκευάστηκαν μετά την επίσκεψή μας στην έκθεση, ένα βροχερό Σάββατο μεσημέρι. Ο κόσμος τόσος όσο να κινείται κανείς άνετα στην ευρύχωρη αίθουσα, εξοπλισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι, γύρω από το οποίο καθόσουν για να διαβάσεις πληροφορίες για τα έργα, και μεγάλα μαξιλάρια αν ήθελες να απολαύσεις αναπαυτικά τη «συνάντηση» ενός ρινόκερου διά χειρός ενός ζωγράφου του 16ου αιώνα (1515) κι ενός άλλου, σε κολάζ, με αδρές αφαιρετικές γραμμές, με την ένταση του 21ου (2007). «Η σχέση ανάμεσα στους δύο δημιουργούς είναι ποικιλόμορφη και ζωντανή παρά το χρονικό και πολιτισμικό χάσμα», ισχυρίζονται οι ιστορικοί τέχνης.

Πώς μπορεί να «συνομιλήσει» ο 16ος με τον 21ο αιώνα; Η χρήση του άσπρου-μαύρου, θα μπορούσε να είναι ένας πρώτος κοινός κώδικας. «Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η γερμανική Αναγέννηση και η σύγχρονη νοτιοαφρικανική τέχνη είναι συγγενή πνεύματα στην προσπάθειά τους να εξερευνήσουν τη διαχρονική σχέση ανάμεσα στο λευκό του χαρτιού και στο μαύρο του σκίτσου με σκοπό τη δημιουργία πολύπλοκων εικαστικών χώρων και σκηνών δράσης για τα έργα» αναφέρεται στον κατάλογο.

Πρώτος ο Αλμπρεχτ Ντίρερ το 1500 περίπου, καθιέρωσε το καλλιτεχνικό σχέδιο με τη μορφή της χαρακτικής σε ξύλο και χαλκό. Ο Γουίλιαμ Κέντριτζ, από την άλλη πλευρά, χρησιμοποιεί τη μεγάλη, πλέον, ποικιλία που υπάρχει από τεχνικές χαρακτικής για να ξεκλειδώσει τις δυνατότητες αφήγησης της ασπρόμαυρης εικόνας, η οποία και αποτελεί τη βάση για τη δουλειά του στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στις περφόρμανς. «Δουλεύω με λευκά χαρτιά και μαύρα μελάνια. Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που μερικοί καλλιτέχνες σκέφτονται. Αλλοι χειρίζονται χρώματα, εγώ όχι. Είναι ασφαλώς ένας διαφορετικός τρόπος για να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο» λέει ο Κέντριτζ.

Το μόνο χρώμα που συναντάμε στην έκθεση είναι το κόκκινο. Σε μια από τις επτά ενότητες, στις οποίες χωρίζεται το «Double vision» και ονομάζεται «Ρουμπρίκες», ο Κέντριτζ έχει τυπώσει με κόκκινα κεφαλαία γράμματα, πάνω στις σελίδες μια λατινικής εγκυκλοπαίδειας του 18ου αιώνα, διάφορα σχόλια όπως: Βλέποντας το αβέβαιο, Οι απολαύσεις της αυταπάτης, Πυκνός χρόνος.

Από τη «Μελαγχολία» του Ντίρερ στις μελαγχολικές σκοτεινές φιγούρες του Κέντριτζ. Από μνημειώδεις σειρές χαρακτικών, με έντονα τα γοτθικά στοιχεία, πυκνή διακόσμηση και έντονη συγκίνηση, που επιτυγχάνουν την πιο γόνιμη σύνθεση των ρεαλιστικών τάσεων των Κάτω Χωρών με το εξπρεσιονιστικό πάθος της γερμανικής παράδοσης και τα ιδεαλιστικά στοιχεία της ιταλικής Αναγέννησης, σε αυτήν την απολύτως προσωπική αισθητική γλώσσα του Κέντριτζ. Μια γλώσσα που συνδυάζει τη νοτιοαφρικανική παράδοση, με τον ρωσικό κονστρουκτιβισμό, την ντανταϊστική τρέλα με τις hitech εφαρμογές των multimedia. Οι εποχές ανακατεύονται και ανασυντίθενται, διατηρώντας ταυτόχρονα την αυτοτέλειά τους. Βγαίνοντας από την έκθεση, άφηνα πίσω μου μια άλλη «συνάντηση»: ανάμεσα σε έναν πραγματικό ουμανιστή της περιόδου της Μεταρρύθμισης του Λούθηρου και έναν ιδεαλιστή ουμανιστή που μάχεται με τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της χώρας του και του αιώνα του.