ΤΑΞΙΔΙΑ

Νίκος Αλιάγας: Δημοσιογράφος στο τηλεοπτικό δίκτυο TF1, Φωτογράφος

nikos-aliagas-dimosiografos-sto-tileoptiko-diktyo-tf1-fotografos-2145417

Καταξιωμένος δημοσιογράφος, είναι ευρέως γνωστός στη Γαλλία ως παρουσιαστής δημοφιλών σόου αλλά και για τις συνεντεύξεις του. Του αρέσει να ταξιδεύει ως περιηγητής και όχι σαν τουρίστας και θεωρεί ότι για να καταλάβεις έναν τόπο πρέπει να γνωρίσεις τους ανθρώπους του. Στην Ελλάδα τον εμπνέει το φως και προτιμά να επισκέπτεται τα ξεχασμένα χωριά της Ηπείρου από άλλα πιο κοσμικά μέρη. Μιλήσαμε μαζί του για τα ταξίδια του αλλά και τις δύο φωτογραφικές εκθέσεις του αυτή την εποχή στην Αβινιόν και στο Παρίσι – η δεύτερη μάλιστα με 40 φωτογραφίες μόνο από την Ελλάδα που δείχνουν πρόσωπα γεμάτα συναίσθημα και ανθρώπους υπερήφανους για την ιστορία και τη χώρα τους.

Πού σας αρέσει να ταξιδεύετε, ποιο είναι το αγαπημένο σας μέρος;

Ταξιδεύω πολύ στο πλαίσιο της δουλειάς μου στην Ευρώπη, αλλά δεν το θεωρώ ταξίδι να πάω Ιταλία, Ισπανία ή Αγγλία. Η Ευρώπη έγινε μια γειτονιά, η Ελλάδα είναι μια ανάγκη. Δεν θα με φτάσει μια ζωή για να ταξιδέψω στις ομορφιές της.

Τι απολαμβάνετε στα ταξίδια σας και ποιοι ήταν οι πιο πρόσφατοι προορισμοί σας;

Αυτά που αναζητώ πάντα είναι όσα δεν λέει ο ταξιδιωτικός οδηγός. Για να καταλάβεις έναν τόπο ή ένα τοπίο, πρέπει να μιλήσεις με τους ανθρώπους του. Ταξίδεψα πολύ μέχρι τα τριάντα μου, δυστυχώς δεν έχω πλέον το χρόνο που θα ήθελα για να κάνω όλα τα ταξίδια που επιθυμώ, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια έχω πάει στην Κούβα, στην Ισλανδία και στον Μαυρίκιο. Ο καλύτερος τρόπος για να αναθεωρήσεις τις απόψεις σου είναι να ταξιδεύεις. Οχι σαν τουρίστας, αλλά ως περιηγητής.

Πώς περνάτε το χρόνο σας όταν έρχεστε στην Ελλάδα: επισκέπτεστε αρχαιολογικούς χώρους, χαλαρώνετε σε παραλίες ή βλέπετε συγγενείς;

Περνάω καλύτερα σε ένα ξεχασμένο χωριό της Ηπείρου παρά στα πολυδιαφημισμένα μπιτς μπαρ ενός νησιού των Κυκλάδων. Μου αρέσει η Ελλάδα που αντιστέκεται. Το παράδοξο ενός τοπίου, όπως για παράδειγμα στο Ιόνιο μπορείς να ξαπλώσεις κάτω από τα πεύκα μόλις λίγα μέτρα από την παραλία. Πιστεύω στους ανθρώπους: στα χέρια τους, στα μάτια τους, στις σιωπές τους βρίσκω μεγαλύτερες αλήθειες από δηλώσεις και διαφημίσεις. Η Ελλάδα που αγαπώ θυμάται σιωπηλά. Το Μεσολόγγι και γενικότερα τα γύρω χωριά της Ρούμελης έχουν αυτά τα διαχρονικά στοιχεία. Κάτι εκτός τόπου και χρόνου. Κάτι που έρχεται από το παρελθόν αλλά και το μέλλον μ’ έναν περίεργο τρόπο. Την ουσία της ζωής σαν μοναδική επιλογή.

Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη φωτογραφία;

Το προφίλ μου δεν είναι αυτό ενός τυπικού φωτογράφου, γιατί το κάνω από χόμπι. Τη δεκαετία του ’90 εργαζόμουν για το Euronews ως ρεπόρτερ και ταξίδευα σε όλο τον κόσμο παρέα με την κάμερά μου. Ομως η σχέση μου με τη φωτογραφία ξεκινάει από παιδί, όταν στο τραπέζι της Κυριακής έβλεπα φωτογραφίες των γονιών μου σε ένα παλιό κουτί παπουτσιών. Τότε, σε ηλικία 6-7 χρόνων, χάρη στις φωτογραφίες συνειδητοποίησα ότι και οι γονείς μου υπήρξαν νέοι και άρχισα να βγάζω «αόρατες» φωτογραφίες με τα χέρια μου. Οταν ήμουν πια 12 χρόνων, ο πατέρας μου μου αγόρασε μια μικρή Kodac Instamatic. Τελευταία όμως άρχισα να μοιράζομαι τις εμπειρίες μου -από τις συναντήσεις με τους επωνύμους που έρχονταν στα στούντιο για συνεντεύξεις μέχρι τα καλοκαίρια στην Ελλάδα- μέσα από τα κοινωνικά και φωτογραφικά δίκτυα: στο Instagram με ακολουθούν 450.000 άνθρωποι και στο Flickr έχω 28.000.000 views!

Εχετε ταξιδέψει σε πολλά μέρη σε όλο τον κόσμο. Τι είναι αυτό που σας εμπνέει στην Ελλάδα;

Το φως. Δίνει την ίδια σημασία στο αόρατο και το ορατό. Στην Ελλάδα η σιωπή και το βλέμμα λένε περισσότερα από το λόγο. Είναι ένα μυστήριο συνονθύλευμα, ένα σταυροδρόμι μεταξύ χριστιανικού και παγανιστικού, βυζαντινού και αρχαίου, Ανατολής και Δύσης. Τα πράγματα θεμελιώνονται από ένστικτο, πιο βίαια αλλά και πιο γλυκά. Μου αρέσει να φωτογραφίζω στο Μεσολόγγι, από όπου κατάγονται οι γονείς μου, τους ανθρώπους στη λιμνοθάλασσα που πριν μπουν στο βούρκο αλείφουν τα σώματά τους και γίνονται σαν αγάλματα, αλλά σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία δεν ξέρεις αν αυτό είναι λάσπη ή πετρέλαιο, βρώμικο ή καθαρό. Η Ελλάδα για μένα δεν είναι μπλε και άσπρη, βλέπω γραμμές, γωνίες, φως, σκιές. Μου αρέσει να κοιτάζω μια φωτογραφία και να βλέπω πίσω από αυτήν, να ακούω πίσω από την κλειστή πόρτα.  

Το γεγονός ότι ζείτε μακριά σάς δίνει μια διαφορετική οπτική όταν τη φωτογραφίζετε;

Αν ζούσα στην Ελλάδα, ίσως να μην έβλεπα ορισμένα πράγματα, μόνο οι ποιητές και οι καλλιτέχνες βλέπουν τη διαφορετικότητα, τις λεπτομέρειες. Εβαζα το φίλτρο του ξένου για να μπορέσω να τα δω και μετά την ψυχή του Ελληνα, και έτσι μπόρεσα να δω καινούργια πράγματα. Νιώθω κοντά στον ξένο που έγινε Ελληνας, γιατί για μένα το να είσαι Ελληνας δεν είναι το πού γεννήθηκες, αλλά το να σκέφτεσαι ελληνικά. Κάτι πιο βαθύ και αυτό προσπαθώ να φωτογραφίσω: το μυστήριο του Ελληνα, ο οποίος αντιστέκεται ακόμη χωρίς κανείς να ξέρει γιατί και πώς.

Τι αγαπάτε περισσότερο να φωτογραφίζετε;

Τα χέρια. Με τρελαίνουν, γιατί λένε όσα δεν μπορούν πια να πουν τα λόγια, όσα θέλει να κρύψει το πρόσωπο, η κοινωνική μάσκα. Στο χέρι είναι αποτυπωμένη η ζωή, είναι το DNA της. Ισως επειδή είμαι γιος ράφτη. Τα χέρια του πατέρα μου, που δούλευαν για τους μεγάλους οίκους, με μεγάλωσαν.

Πώς επιλέγετε τα θέματά σας;

Δεν περιπλανιέμαι σαν τουρίστας τραβώντας φωτογραφίες. Πρώτα θα μιλήσω με τους ανθρώπους, να τους καταλάβω. Επειτα δεν θα με βλέπουν, αλλά θα είμαι κοντά. Θα προσπαθήσω να γίνω ένα με τον τοίχο, με ένα τραπέζι, ώστε να τους φωτογραφίσω. Με συγκινούν οι άνθρωποι, ο ψαράς στην Κούβα που κοιτάζει τον ορίζοντα, η 90χρονη γιαγιά στον Μαυρίκιο που ζει σε ένα τσίγκινο σπιτάκι.

Τη φετινή χρονιά, η δουλειά σας ως φωτογράφου έχει κερδίσει την αναγνώριση. Πώς αισθάνεστε;

Η φωτογραφία δεν είναι για μένα επιχείρηση, δεν ζω από αυτήν, είναι ανάγκη: να χτίσω γέφυρες, σχέσεις, να επικοινωνήσω, να αποτυπώσω ένα συναίσθημα. Γι’ αυτό είναι απίστευτο να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων που με συγκίνησαν να εκτίθενται. Φέτος, λοιπόν, υπό την αιγίδα του γαλλικού υπουργείου Πολιτισμού διοργανώθηκε στην καρδιά του Παρισιού η έκθεση «Corps et Ames» με έργα μου, που τώρα παρουσιάζεται στην Αβινιόν, ενώ υπάρχει ακόμη μία («Ελληνική Ψυχή») στη Photo12 Galerie, η οποία ανήκει στην κόρη του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν – του πρώην προέδρου της Γαλλίας που έβαλε την Ελλάδα στην Ε.Ε. Πριν από τρία χρόνια μού είχε πει ότι δεν ήμουν ακόμα έτοιμος και θα ερχόταν να με ξαναβρεί. Και ήρθε.

Παρότι περιγράφετε τη φωτογραφία ως χόμπι, είστε παθιασμένος με αυτήν.

Η φωτογραφία έγινε για μένα κάτι σαν αντικαταθλιπτικό. Δεν είχα κατάθλιψη, αλλά το γεγονός ότι περνάω εγώ πίσω από το φακό είναι κάτι σαν κάθαρση. Παρατηρώ τον κόσμο για να βρω και να εκφράσω όσα αισθάνομαι γι’ αυτόν.