LIFE

Ο Α. Αβρανάς αναλύει το σημερινό σκηνικό στον κινηματογράφο

YIORGOS KAPLANIDIS @THISISNOTANOTHERAGENCY

Το βραβείο Σκηνοθεσίας που κέρδισε στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2013 ο Αλέξανδρος Αβρανάς τού δίνει την αφορμή να αναλύσει το σημερινό σκηνικό στον κινηματογράφο, που τόσο αγαπά.

Ντυμένος πάντα στα μαύρα και με τη χαρακτηριστική φράντζα να πέφτει στο μέτωπό του, μοιάζει με άνθρωπο που δεν του αρέσουν οι αλλαγές. Λάθος. Προσωπικότητα που μεταλλάσσεται συνεχώς, εξελίσσεται με την ίδια ταχύτητα που μιλάει. Εξαιρετικά παρατηρητικός, έχει τις κεραίες του στραμμένες προς όλες τις κατευθύνσεις, αντλώντας από παντού έμπνευση. Είναι ευαίσθητος, αλλά και δυναμικός, έχει άποψη και κανείς δεν μπορεί να τον βγάλει από τον δρόμο του. Με ιδιαίτερη κινηματογραφική γραφή, έχει κατακτήσει το σινεφίλ κοινό, αλλά και το διεθνές κινηματογραφικό κατεστημένο, αφού μόλις για τη δεύτερη ταινία του, Miss Violence, τιμήθηκε το 2013 με τον Αργυρό Λέοντα (Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας) στο Φεστιβάλ Βενετίας – στην ταινία ήταν επίσης σεναριογράφος και παραγωγός.

Αυτό το μεγάλο βραβείο σήμερα κοσμεί τη βιβλιοθήκη του. «Είναι ασημένιος, μασίφ, βαρύς, με βάση από μάρμαρο και με ένα πορτάκι στη θήκη του, που την έχω πάντα κλειστή», με ενημερώνει. «Πολλά από τα βραβεία μου τα έχω δώσει στη μητέρα μου, όμως αυτό και κάποια ακόμα τα έχω κρατήσει. Τα χρησιμοποιώ και ως στοπ πόρτας για να μη χτυπάει από τον αέρα – όχι όμως το λιοντάρι», λέει γελώντας. «Αυτό το αγαπάω πολύ. Ήταν το πρώτο μου μεγάλο βραβείο, και μάλιστα για μια ταινία με “βαρύ” θέμα και πολλές δυσκολίες μέχρι να ολοκληρωθεί. Με χαροποιεί να το βλέπω, αλλά και με αγχώνει, γιατί ένα μεγάλο βραβείο βάζει τον πήχη ψηλά τόσο για σένα όσο και για τους άλλους, που θέλουν να δουν κάτι ανάλογο στην επόμενη δουλειά σου. Όμως, δεν μπορείς να κάνεις συνέχεια ταινίες-ταμπού. Δεν έχεις πάντα αυτή τη διάθεση, και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν πια και τόσα ταμπού. Ούτε όταν γύριζα τη Miss Violence το πίστευα. Το συνειδητοποίησα μετά. Ήταν μπροστά από την εποχή της, αν και είχαν γίνει ήδη κάποιες τέτοιες ταινίες. Το ενδιαφέρον είναι ότι, όταν εμείς γυρίζαμε, έβγαιναν πολλές ανάλογες υποθέσεις στην τηλεόραση. Το θέμα της ήταν η παιδεραστία, η παιδοφιλία και η βία στην οικογένεια, αλλά στην ουσία αναφερόταν στην εξουσία έξω, στην κοινωνία. Αυτή ήταν η μεγάλη εικόνα».

Εκτός από ικανοποίηση για την αναγνώριση της δουλειάς του, φαντάζομαι ότι ο Αργυρός Λέων έχει και συναισθηματική αξία για εκείνον. «Συναισθηματική αξία έχει για μένα καθετί που θεωρώ ότι λέει κάτι στον κόσμο», απαντά. «Αυτή την τιμή δεν την περίμενα, γιατί δύσκολα απονέμονται βραβεία σε τέτοιου προϋπολογισμού ταινίες. Ξεκινήσαμε με εκατόν οκτώ χιλιάδες ευρώ και με την ολοκλήρωσή της δεν φτάσαμε καν τις πεντακόσιες. Ήταν έκπληξη, επομένως, η βράβευση, και μάλιστα διπλή, αφού εκτός από τη σκηνοθεσία κέρδισε και ο Θέμης Πάνου το πρώτο βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας Cupa Volpi στο ίδιο φεστιβάλ. Αργότερα μάθαμε ότι είχαμε προταθεί για ακόμα δύο: καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την Ελένη Ρουσσινού και σεναρίου. Όπως επίσης ότι συζητηθήκαμε για τον Χρυσό Λέοντα, αλλά ο Bernardo Bertolucci επέμεινε να τιμηθώ προσωπικά, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να απονείμουν τέσσερα βραβεία. Έκοψαν λοιπόν το σενάριο πρώτα, μετά συζητιόταν πάρα πολύ η Ελένη και η Judi Dench. Χωρίστηκε η επιτροπή και τελικά το απένειμαν τιμητικά στην Elena Cotta, Ιταλίδα ηθοποιό μεγάλης ηλικίας. Έτσι έμειναν το δικό μου και του Θέμη».

Αναρωτιέμαι αν δένεται με τα πράγματα. «Δεν νομίζω», απαντά. «Έχω ένα Μac στο οποίο γράφω τις σκέψεις και τις ιδέες μου, κάποια βιβλία και μικροπράγματα που μπορεί να μου θυμίζουν κάτι. Αλλά δεν δένομαι με τα αντικείμενα. Ακόμα και όταν πρόκειται να ταξιδέψω, δεν ψάχνω πληροφορίες για τον προορισμό, ανακαλύπτω τα πάντα επιτόπου. Δεν αγοράζω, δε, αναμνηστικά. Είμαι, θα έλεγα, του “όπου γης και πατρίς”. Από τα σχεδόν είκοσι βραβεία μου, εκτός από δυο-τρία, όπως σας είπα, τα άλλα τα χαίρονται οι γονείς μου, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με την τέχνη, αλλά μπορούν να εκτιμήσουν ό,τι προσπαθώ να κάνω. Ποτέ δεν καταπίεσαν την επιθυμία μου να ασχοληθώ με αυτό που μου άρεσε.

Όταν ένα παιδί έχει καλλιτεχνικές τάσεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι, όχι να το υποστηρίζεις τόσο πολύ ώστε να νιώθει ότι αναγκάζεται να το κάνει, αλλά να του δίνεις τον αναγκαίο χώρο. Εγώ από πολύ μικρός έκανα graffiti και ανέβαζα παραστάσεις – είχα καλύτερη σχέση με το θέατρο παρά με τον κινηματογράφο. Στο σπίτι δεν είχαμε καν βίντεο. Ταινίες έβλεπα σε φίλους ή στο σινεμά. Από πέντε-έξι χρονών μάζευα τα παιδιά της γειτονιάς σε αλάνες και γιαπιά και έστηνα παραστάσεις, τα σκηνοθετούσα, κάναμε πρόβες. Μου άρεσαν οι τραγωδίες και λάτρευα τον από μηχανής θεό. Αν τραγουδούσε κάποιος καλά, οργάνωνα και συναυλίες. Αργότερα άρχισα να κατασκευάζω διάφορα πράγματα, γιατί είχα αποκτήσει δεξιότητες δουλεύοντας από πολύ μικρός στα δημόσια έργα. Έφτιαχνα διπλά ποδήλατα, επισκεύαζα τα skateboard, έκανα γλυπτά και διάφορα άλλα. Οπότε, το πιο καλλιτεχνικό που θα μπορούσα να γίνω από μια οικογένεια πολιτικών μηχανικών και εργολάβων, ήταν αρχιτέκτονας. Όμως δεν με ενδιέφερε κι έτσι μεταπήδησα στην Καλών Τεχνών – δύσκολη και ακριβή επιλογή.

Ξεκίνησα ως φοιτητής στην Καλών Τεχνών Αθηνών και μετά πήγα στην U.d.K. του Βερολίνου, όπου τέλειωσα γλυπτική με τον Anthony Cragg. Εκεί έκανα και το μεταπτυχιακό μου. Έφτιαχνα art films και εγκαταστάσεις, πάντα με ιστορία. Κάπως έτσι μεταπήδησα στον κινηματογράφο, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο, πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου, αφού πιστεύω ότι τα εικαστικά δεν επικοινωνούν πια με τον θεατή. Απαιτείται συνήθως ένα κείμενο από τον επιμελητή της έκθεσης για να καταλάβουμε τι βλέπουμε. Άρα, έχουν απομακρυνθεί από τον κόσμο. Το θέατρο, πάλι, ενώ λογικά βρίσκεται κοντά στον κόσμο, κάποιες φορές, στην προσπάθειά του να αναγεννηθεί, αποστασιοποιείται. Ειδικά στην εποχή μας, που όλα περιστρέφονται γύρω από την εικόνα και οι πάντες μπορούν με ένα κινητό να τραβήξουν όσα βίντεο και φωτογραφίες θέλουν. Αυτό ασυνείδητα γίνεται μέτρο σύγκρισης. Φοβάμαι ότι το θέατρο πολλές φορές στρέφεται προς τον κινηματογράφο, για να μπορέσει να μιλήσει μια σύγχρονη γλώσσα και να έχει απήχηση».

Μιλώντας για σύγχρονες καλλιτεχνικές εκφράσεις, ποια είναι η άποψή του για την επέλαση των σειρών; «Θεωρώ ότι το HBO και το Netflix είναι πολύ ενδιαφέροντα –το Handmaid’s Tale είναι εξαιρετικό και το Game of Τhrones ήταν θεαματικό, αλλά όχι και κάτι σοβαρό, ειδικά με το φινάλε που είχε–, ενώ ο κινηματογράφος είναι πια λίγο μπερδεμένη υπόθεση. Είναι πολύ πιο εύκολο να πληρώνεις 5 ή 12 ευρώ τον μήνα και να κάθεσαι σπίτι σου να βλέπεις άπειρα πράγματα, παρά να πηγαίνεις στο σινεμά, που λόγω και των προβλημάτων διανομής έχει λιγότερα να προσφέρει. Έτσι, κατεβάζουμε στο laptop ταινίες που δεν φτάνουν ποτέ στην Ελλάδα. Ακόμα και η Γαλλία, μια χώρα με τεράστιο σινεφίλ κοινό και μεγάλο αριθμό αιθουσών, έχει κι αυτή πρόβλημα.

Όμως ο κινηματογράφος έχει αλλάξει και επί της ουσίας. Σπάνια βλέπω πια ταινίες που να μου θυμίζουν γιατί στράφηκα σε αυτή την τέχνη. Είδα πρόσφατα την Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και το ξαναθυμήθηκα. Παλιά ο κινηματογράφος μιλούσε στον κόσμο, τον προβλημάτιζε, με σκοπό να τον εξελίξει ή να τον κάνει να αναθεωρήσει πράγματα, ασκούσε κριτική στην κοινωνία. Το κενό αυτό έρχονται να το καλύψουν σήμερα οι σειρές, που πέρα από το ανικανοποίητο που δημιουργούν –να δούμε κι άλλο επεισόδιο, κι άλλο, κι άλλο– αφιερώνουν χρόνο στην αφήγηση, ενώ το σινεμά ακολουθεί ένα αμερικανικό μοντέλο, τρέχοντας πίσω από τον χρόνο. Έτσι, η μικρή οθόνη προσφέρει μεγαλύτερη εμπειρία – εξαιρώντας βεβαίως τα εύπεπτα προϊόντα. Εν μέσω πανδημίας μάλιστα, η τηλεόραση και το laptop κερδίζουν, όχι ο κινηματογράφος».

Τα δικά του σχέδια ποια είναι; «Ετοιμάζω μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, με τίτλο Apathy, μια γαλλική παραγωγή με αρκετούς συμπαραγωγούς. Πρόκειται για μια δυνατή αλληγορία σχετικά με τα παιδιά των πολιτικών προσφύγων, κυρίως από τις πρώην σοβιετικές χώρες, που πέφτουν σε κώμα όταν η αίτηση ασύλου τους απορρίπτεται και το μόνο που καταφέρνει να τα ξυπνήσει είναι η ελπίδα. Ευελπιστώ, αν όλα πάνε καλά, να ξεκινήσω γυρίσματα στη Σουηδία την άνοιξη. Θεατρικά θα ανεβάσω το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη Σ’ εσάς που με ακούτε, στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με ένα δυνατό cast και εξαιρετικούς συνεργάτες. Θέατρο με κινηματογραφικό ήχο». Εγώ να προσθέσω ότι στο καστ περιλαμβάνεται η σύντροφος και μούσα του, Ελένη Ρουσσινού, και να κάνω την τελευταία μου ερώτηση: Σε ποιον θα άφηνε τον Αργυρό Λέοντα; «Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά τώρα που το συζητάμε, σίγουρα θα τον άφηνα στην Ελένη».

– ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΟΛΙΤΗ

Δημοσιεύτηκε στο Vogue.gr – Διαβάστε περισσότερα εδώ