ΠΟΛΗ

Για όσο υπάρχει ακόμη ο παλιός Κεραμεικός

gia-oso-yparchei-akomi-o-palios-kerameikos-2300225

Ενιωσα ένα σφίξιμο όταν είδα από μακριά τις κόκκινες κορδέλες που απέκλειαν την πρόσβαση στο σπιτάκι που είχε ξαφνικά καταρρεύσει την προηγούμενη νύχτα. Είχα ακούσει στο ραδιόφωνο για το μικρό σπίτι της οδού Αρτεμισίου, στον Κεραμεικό, που στις 4 τα ξημερώματα εξέπνευσε και καταλήγοντας έπεσε δίχως πνοή πάνω σε δύο αυτοκίνητα. Είδα τον σωρό των ερειπίων, πέτρες γερές, από εκείνες που έπαιρναν οι μάστορες και έχτιζαν την Αθήνα.

Στον Κεραμεικό, όπως και σε τόσες ακόμη συνοικίες, τα παρατημένα σπίτια υπάρχουν σε κάθε δρόμο. Μοιάζουν με κουφάρια, και αυτό που έπεσε πρόσφατα ήταν ένα από τα παλιά, απλά σπιτάκια, με τρία παράθυρα στον δρόμο και είσοδο από την αυλόπορτα. Είδα πολλά παρόμοια στους γύρω δρόμους και όλα μου θύμισαν νεκρικά πορτρέτα, ίσως γιατί είχα φρέσκια τη δραματικότητα των εικόνων από τον νέο τίτλο («Το τελευταίο πορτρέτο») στη θαυμάσια φωτογραφική σειρά των εκδόσεων από το αρχείο ΜΙΕΤ- ΕΛΙΑ. Παρά το λαμπρό φως της ημέρας, υπήρχε εκείνη η γνωστή πένθιμη ατμόσφαιρα των άδειων σπιτιών. Υπήρχε εκείνο το μαύρο φως του μεσημεριού.

Αν έχεις στον νου αυτήν την αλυσίδα των κλειστών σπιτιών σε αυτούς τους παλιούς δρόμους αυτής της συνοικίας, χωνεμένης στον αθηναϊκό χρόνο, στην Αρτεμισίου και στη Μυκάλης, στην Κεραμεικού και στη Λεωνίδου, στο μικροσκοπικό δρομάκι Προδίκου και στη χαριτωμένη οδό Καλυψούς, έρχονται όλα σε μια σειρά, σαν φωτογραφίες χαρτονένιες με βουβό κρότο. Αλλά όσο η περιήγηση κρατά, παγώνει η αίσθηση μπροστά στην πόλη που αποσαθρώνεται.

Στην Αρτεμισίου, δρόμος μεγάλος, που στην αρχή της, εκεί όπου συναντά την οδό Κεραμεικού, στεφανώνεται από δύο επιβλητικά διώροφα αρχοντικά, επιζούν σκόρπιες σάρκες σπιτιών. Τις είδα από πλαϊνές εισόδους και αυλές έρημες πλέον, με κεραμίδια ξηλωμένα και πορτοπαράθυρα χτισμένα. Αυτή η εικόνα, όσο και αν ανακαλεί τη δραματική ποίηση των αστικών ερειπίων, όσο και αν συναντά την κυνική διαπίστωση της φθοράς και της αλληλουχίας των γενεών, αφήνει εκείνη την πικρή αίσθηση ενός κατευόδιου.

Στην οδό Προδίκου 8 σώζεται ένα σπιτάκι σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό που κατέρρευσε στην Αρτεμισίου, κοντά στην Κωνσταντινουπόλεως. Εβλεπα το ζωηρό κίτρινο χρώμα του σοβά δίπλα στη γαλανή αυλόπορτα, ένα σπίτι με ευγενή απλότητα. Λίγο πιο κάτω, στην οδό Μυκάλης 10, ένα άλλο μονώροφο νεοκλασικό σπιτάκι ήταν σταυρωμένο. Δοκάρια σφράγιζαν τα πράσινα παραθυρόφυλλα, ερμητικά κλειστά, σαν σε κάσα με δωρικές παραστάδες. Τα ξέφτια της ώχρας και της τερακότας στον τοίχο σχημάτιζαν μια φρίζα από ίχνη και ήταν σαν να υπήρχε ένας παράλληλος χρόνος. Ενας ολόκληρος αστικός πολιτισμός, στον Κεραμεικό, στο Μεταξουργείο, στο Ρουφ, στον Κολωνό, στην Αχαρνών, στον Αγιο Παύλο, έχει σβηστεί ή σβήνεται. Ανακαλώ με τη μνήμη γράμματα, φωτογραφίες, διηγήσεις, περιπάτους, μαρτυρίες από ανθρώπους που έζησαν σε αυτά τα σπίτια και σκέφτομαι ότι όλα αυτά σαρώνονται όχι μόνο για λόγους οικονομικούς ή νομικούς, αλλά λόγω άγονης αδιαφορίας. Οι βροχές του χειμώνα έχουν φουντώσει τις πρασινάδες στα κεραμίδια, έχουν απλώσει τις υγρασίες στις αυλές, έχουν γεμίσει λάκκους τα σπίτια που δεν έχουν πλέον σκεπή.

Οι λεπτομέρειες σε αυτά τα σπίτια που δεν τα έχτισαν αρχιτέκτονες, που ήταν λαϊκά ή μικροαστικά, συγκινούν. Εχουν εκείνη τη λεπτότητα του λαϊκού πολιτισμού και είναι σαν να υπάρχει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για την Αθήνα. Τα απλά σπίτια στις ιστορικές συνοικίες απέμειναν λίγα. Θα τα αναζητούν, όταν πλέον θα είναι ανάμνηση. Σαν σε ηρώα πεσόντων.