ΠΟΛΗ

Ανεβαίνοντας τη φθαρμένη κλίμακα της Αθήνας του 1956

anevainontas-ti-ftharmeni-klimaka-tis-athinas-toy-1956-2354584

Οταν ανεβαίνεις μόνος στα σιωπηλά εντόσθια ενός παλαιού κτιρίου, η σιωπή έχει οσμή, η θερμοκρασία έχει το βάρος της υγρασίας. Είχα τρυπώσει στη Στοά Αθηνών, Σοφοκλέους 4, σε αυτό το πεπαλαιωμένο μέγαρο που με υποδεχόταν λάθρα στις κοιλότητές του. Το είχα παρατηρήσει εξωτερικά, αυτό το αστικό σκήνωμα του κέντρου των Αθηνών, ηλικίας πλέον άνω των 60 ετών. Φέγγιζε εσωτερικά σαν ημιδιάφανο και αυτό έμοιαζε οξύμωρο καθώς ήταν ένα κτίριο βαρύ, φαινομενικά απροσπέλαστο, μοναχικό σαν κενοτάφιο.

Η Αθήνα του ’50 μου φάνηκε άξαφνα τόσο μακρινή όσο και μια προπολεμική ανασκαφή των Αγγλων στο Ιράκ. Ηταν μια στιγμιαία απόσταση, ψυχική περισσότερο, καθώς είχα προσέλθει μισοζαλισμένος από τον θόρυβο της καθημερινότητας, και η καταβύθιση στον σιωπηλό κόσμο αυτού του μεγάρου με οδηγούσε σε μία συνθήκη τυμβωρυχίας. Σκέφτηκα ότι όταν ήμουν παιδί αυτό το σκοτεινιασμένο από τον χρόνο μέγαρο έλαμπε από νεότητα. Σαν δίνες μου φάνηκαν οι σκάλες, έτσι όπως ανέβαιναν ως κλίμαξ περισσότερο, ως πετρωμένη άμπελος, παρά ως κλιμακοστάσιο εξυπηρέτησης. Ηταν μια εμπειρία, της οποίας την παράταση επιζητούσα.

Κρατούσα την ανάσα μου, γιατί αυτό το καθεστώς στα όρια μιας ψευδαίσθησης συντηρείται όπως μία φούσκα από σαπούνι. Αν άκουγα ξαφνικά φωνές από άλλον όροφο ή αν έβγαινε το ασανσέρ με θόρυβο εκεί όπου πατούσα, θα αναγκαζόμουν να επανέλθω στο εδώ και τώρα, που δεν φάνταζε τόσο ελκυστικό, τουλάχιστον εκείνη την ώρα. Το μέγαρο ήταν ένα από τα «παλάτια» της Αθήνας της ανοικοδόμησης. Οσα επιβιώσουν, θα τα κοιτούν με συγκίνηση οι γενιές που θα έρθουν γιατί η δική τους Αθήνα του 2080 θα είναι τόσο διαφορετική από την Αθήνα του 1956 που έδωσε ζωή στη Στοά Αθηνών. Και εγώ με τη σειρά μου, βάδιζα σαν μεταλλωρύχος με φανό στο μέτωπο σε ένα κτίριο του 1956, και σκέφτηκα ότι ήταν κάτι αντίστοιχο με τη φανταστική υπόθεση ενός προ εκατονταετίας αντίστοιχου ιχνηλάτη του 1919 σε ένα κτίριο του 1856, χτισμένο επί Οθωνος.

Οι παλινδρομήσεις του χρόνου συντηρούσαν την εμπειρία αυτής της ανασκαφής. Η σκάλα ήταν σαν ένα απολιθωμένο κοίτασμα, σαν στερεοποιημένο υγρό, σαν σκοτεινή λάβα, που «πάγωσε» σε καμπύλες μιας μεταπολεμικής, ιδιώνυμης αρ ντεκό. Το φως είχε εκείνη τη χαλκοπράσινη ανταύγεια που έπαιρνε θέρμη από τις κοιλότητες στον ξεφλουδισμένο σοβά και ήταν σαν να υπήρχαν αθέατα βρύα, αστικοί μύκητες και παράδοξα μικροσκοπικά μανιτάρια που ευδοκιμούν στα σπλάγχνα των τοίχων μιας κάποιας ηλικίας. Από τους φεγγίτες, που ήταν σχεδιασμένοι από χέρι με στέρεη παιδεία του 1910 και του 1920, μπορούσα να δω από διάφορα ύψη, όσο άλλαζα ορόφους, τα αθέατα σπλάγχνα της Αθήνας. Γραφεία, παράθυρα, άχρηστα αντικείμενα, μεσοτοιχίες και μια αίσθηση κάθετων γραμμών προς τον ουρανό που εκείνη την ώρα ήταν σαν λευκό σεντόνι. Ακουγα ομιλίες, χωρίς να βλέπω πρόσωπα, μύριζα το ίζημα 63 χρόνων και δεν μπορούσα να ξεχωρίσω την προέλευση αυτής της οσμής.

Ολόγυρα η Αθήνα… η πλατεία Κοτζιά, η Αριστείδου, η Σοφοκλέους. Κτίρια του 1910, του 1930, του 1950, του 1970. Πιο κάτω Τσίλλερ, πιο κάτω η Αγορά. Ατμοί μιας πόλης που σε τύλιγε και που, εσύ, ήσουν εκείνη τη στιγμή, μόνος σε μία σκονισμένη μαρμάρινη σκάλα σε ένα κτίριο γερασμένο πριν από την ώρα του, με σκιές πρασινωπές, σαν αντανακλάσεις από αόρατο τοπίο. Ανέβαινα και το φως γινόταν πιο ισχυρό, χιμούσε από τους μισάνοιχτους φεγγίτες και η σάρκα του κτιρίου άλλαζε υφή. Ποιος θα τραγουδήσει τη δόξα αυτών των κτιρίων του ’50;

Σκεφτόμουν ότι ήταν οι γενιές οι γεννημένες από το 1890 ώς το 1910 που έχτισαν την Αθήνα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Εδώ, στο εσωτερικό αυτού του κήτους ένιωθα τις ανάσες τους. Οι σκιές απλώνονταν.