ΠΟΛΗ

Eνα θραύσμα Τοσκάνης στις φυλλωσιές των Πατησίων

ena-thraysma-toskanis-stis-fyllosies-ton-patision-2377342

Στη στάση Κλωναρίδου επί της Πατησίων, η παλιά έπαυλη της οικογενείας που έδωσε το όνομά της στην περιοχή, έχει μείνει ένα όστρακο σε μία ξένη χώρα. Δεν είναι πολύς καιρός που είχα αγγίξει την επιδερμίδα αυτού του μοναχικού σπιτιού και εκεί, ανάμεσα στα φυλλώματα και εν μέσω μιας βαριάς σιωπής, είχα εισπνεύσει την ανάσα της, που έβγαινε σαν αόρατος ατμός από τους πόρους της. Βουτηγμένη σε μία βαθιά διχρωμία, που αποκαλυπτόταν σε διαβαθμίσεις του πράσινου και της τερακότας, με λάμψεις σε κυπαρισσί και βυσσινί, σε μια εναλλαγή που σε τρέλαινε και σου έπαιρνε το μυαλό, η Βίλα Κλωναρίδη, έστεκε, στέκει ακόμη ως ερείπιο του εαυτού της, ως υπόμνηση μιας διαρκούς εξορίας.

Στα όρια της ευρύτερης περιοχής των Πατησίων, εκεί όπου η αστική πυκνότητα του Αγίου Λουκά έδινε τη σκυτάλη στους κήπους, τις σκόρπιες μονοκατοικίες, στα χέρσα οικόπεδα που λουλούδιζαν την άνοιξη και γίνονταν κίτρινα χωράφια το καλοκαίρι, το παλιό εργοστάσιο Κλωναρίδη και μετέπειτα Φιξ ήταν και αυτό ένα παλάτσο βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Με τις επάλξεις του, που θύμιζαν πυργοειδείς πολεμίστρες, με τον μεγάλο του όγκο που έφερνε στο νου ένα κήτος με τα σωθικά γεμάτα ζύθο που έρρεε από παντού, με τη μυρωδιά του λυκίσκου να βάφει τους ουρανίσκους, με τους ψηλούς τοίχους και την άπλα ολόγυρα, ήταν – το εργοστάσιο Κλωναρίδη-Φιξ – μια πολιτεία μέσα στην πόλη. Oταν σταμάτησε να είναι εργοστάσιο, έγινε ένα στοιχειό της φαντασίας, μυστηριακό, γιγαντιαίο, πολυδαίδαλο, με λαβυρίνθους, στοές, λαγούμια, που ένιωθες ότι στάζουν υγρασία και πως στα υπόγεια υπάρχουν αθέατες λίμνες με παράξενα αμφίβια ζώα. Εκεί, είδαμε παραστάσεις, ο Γιάννης Κακλέας είχε φτιάξει έναν κόσμο, η θεατρική πράξη οριζόταν από στοιχεία που υπέβαλλε και ο ίδιος ο χώρος, ποτισμένος, χωνεμένος, οργωμένος. Μέχρι που γκρεμίστηκε…

Πίσω από το εργοστάσιο, βρισκόταν η βίλα της οικογενείας Κλωναρίδη, και πιο πίσω, σειρά τα εργατόσπιτα ή οι μικροαστικοί οικίσκοι σε παράταξη ή σε παράγωνα τετράγωνα. Μερικά ήταν απλοί κύβοι, άλλα είχαν περίβλημα νεοκλασικού επιχρίσματος, όλα ήταν μικρά. Η μυρωδιά του ζύθου από τα καζάνια είχε ποτίσει τον σοβά, τα πνευμόνια, τα ρουθούνια, ο αέρας ταξίδευε σε μεγάλη ακτίνα τη μυρωδιά της Κλωναρίδου. Αλλά ήταν μια νόρμα, μία κοινωνική και οικονομική ιεράρχηση που θύμιζε αδιόρατα υποστατικά της νότιας Ιταλίας, ένας απόηχος από το «1900» και τον «Γατόπαρδο» σε μια αθηναϊκή εκδοχή στους αγρούς, τότε, των Πατησίων. Πιο πάνω, εκεί, που μετά το 1920, χτίστηκε η έπαυλη του Δρακόπουλου, φύτευαν πατάτες ώς και αρκετά αργότερα, και ολόγυρα οι χαριτωμένες επαύλεις μετά την Ηρακλείου και την Αγίας Λαύρας έφτιαχναν έναν τόπο ευωχίας.

Αλλά η Βίλα Κλωναρίδη βρισκόταν εκεί πιο παλιά, από τα σπλάγχνα της αθηναϊκής μπελ επόκ. Και ήταν ο αστικός βραχίονας του εργοστασίου, που γεννούσε την περιουσία, που έδινε δουλειές, που εκπαίδευε τη γεύση των Ελλήνων. Ηταν ένα σπίτι παράξενο και επειδή ήταν στους αγρούς, μακριά από τα οικοδομικά τετράγωνα της πυκνής πόλης, είχε αυτόν τον εξοχικό, προαστιακό, προβενσάλ χαρακτήρα, ένα υποστατικό, μια βιλίτσα, μία έπαυλις του καιρού της. Ηταν ένα σπίτι που θύμιζε την ιταλική εξοχή, ένας αέρας Τοσκάνης και Καμπανίας είχε θρονιαστεί στη γη των Πατησίων και έφτιαχνε μια εικόνα θελκτική και ζείδωρη. Και όταν ερχόταν το βράδυ, άναβαν τότε τα παράθυρα, πάνω και κάτω, και ήταν σαν μία σειρά από πυγολαμπίδες ανάμεσα στα δένδρα που το προστάτευαν από τον βρυχηθμό του ζυθοποιείου.

Πίσω από τους τοίχους που είναι με μεγάλα πέτρινα αγκωνάρια, και ανάμεσα στην κεραμική οδοντωτή ταινία που χωρίζει τους ορόφους, έχει εξαερωθεί η παλιά ζωή. Ο ήλιος της Αθήνας μπαίνει μέσα, λούζει τα πατώματα.