ΠΟΛΗ

«Αρχαιότητες» του μοντερνισμού στου Γκύζη

archaiotites-toy-monternismoy-stoy-gkyzi-2387701

Ο πυκνός θόλος που σχηματίζουν οι ψευδοακακίες στη Μουστοξύδη φιλτράρει το φως όπως σε καθεδρικό ναό. Το καλοκαιρινό φως κατέβαινε σε διάθλαση, σαν μέσα από βιτρό, τρεμόπαιζε στο αεράκι, έριχνε σκιές σε εισόδους πολυκατοικιών, έκανε το βήμα μου ζωηρό. Ημουν ολόγυρα σε δρόμους του Γκύζη, η Λεωφόρος Αλεξάνδρας ήταν δίπλα, την ένιωθα και την άκουγα, ο Λόφος Φινόπουλου, από πάνω, ενδιάμεσα πυκνές οι πολυκατοικίες και τα παλιά τριώροφα.

Αυτή η συνοικία έχει πλέον και αυτή τη δική της πατίνα. Δρόμοι του Γκύζη… Παράσχου και Λομβάρδου, Κουμανούδη και Ραγκαβή, σιγοτραγουδισμένοι στις μνήμες χιλιάδων Αθηναίων, έλαμπαν εκείνο το καλοκαιρινό απομεσήμερο, και χρύσιζαν εναλλάξ σε κάθε στροφή. Είχα την αίσθηση πως περπατάω σε ένα αστικό όρυγμα που ανήκε αποκλειστικά στον εικοστό αιώνα, σαν να ήταν γέννημα και θρέμμα εκείνων των 40 ετών από το 1930 ώς το 1970, πολυκατοικίες σε πλατιά μέτωπα, και ανάμεσα σφήνες τα μεσοπολεμικά διώροφα και τριώροφα. Θα ήθελα κάποτε να δοξαστεί ο μοντερνισμός του Γκύζη. Υπάρχει μια ιδιαίτερη αύρα που τυλίγει αυτά τα παλιοκαιρινά, άλλοτε υπερσύγχρονα, διαμερίσματα στις τριπλοκατοικίες της Λομβάρδου και της Παράσχου, με τις μαύρες, σιδερένιες πόρτες, και τα στερνά έρκερ. Σκέφτομαι χωματόδρομους, αλάνες και ανοικοδόμηση στα 1937.

Προσπερνώ συχνά αυτά τα σπίτια με ελαφρύ δέος. Ερχονται στον νου εκείνα τα σαλόνια με την κουζίνα πίσω στον ακάλυπτο με τις στριφογυριστές σκάλες, λίγο σκοτεινά στο βάθος, πλατύφυλλα φυτά και μια γάτα, με εκείνη την πατίνα να χτυπάει τις αισθήσεις, κολόνια 4711, ένα τεύχος του «Ταχυδρόμου» και από κάτω η «Δράση» για τον 11χρονο του σπιτιού, μυρωδιά από γεμιστά το καλοκαίρι, η φωνή των αθέατων γειτόνων.

Παρασυρμένος στον ρυθμό του βωβού μονολόγου, ζαλισμένος λίγο από ένα ανάκατο αίσθημα ερημιάς και πυκνότητας, δεν πρόσεξα αμέσως το όρθιο, αστικό σκήνωμα επί της Μουστοξύδη, κοντά στη γωνία με την Παράσχου. Ηταν ένα από αυτά τα μεσοπολεμικά του Γκύζη, αυτά τα «ιδιαίτερα». Μόνο που το συγκεκριμένο προσέφερε ένα θέαμα υποβλητικό, παράταιρο, γκροτέσκο. Στάθηκα να το δω, όπως θα στεκόμουν μπροστά από μια αποκαθήλωση «παγωμένη» στον χρόνο. Πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές, το σαβανωμένο κτίριο έχασκε σαν συλημένος τάφος, πράσινες λινάτσες το έζωναν και μια μπάρα από λαμαρίνες το συγκρατούσε. Αλλά δεν φαινόταν να έχει πνοή. Αν δεν περνούσαν αυτοκίνητα, θα άκουγες τον αχό του ξεκοιλιασμένου σπιτιού σαν από όστρακο, και θα άκουγες τον ρόγχο του καθώς στηριζόταν στο διπλανό τριώροφο, γωνία με την Παράσχου.

Ηταν και εκείνο άδειο και διπλομανταλωμένο, ένα ψηλό, μοντερνιστικό κτίριο με προβεβλημένα έρκερ. Αυτό το διπλανό ήταν κτίριο προβολής, ενώ το σαβανωμένο, επί της Μουστοξύδη, ήταν πιο χαμηλόφωνο, διώροφο, κάποτε ένα από τα μοντέρνα της γειτονιάς. Η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει μαρτυρούσε ένα βασανιστικό θάνατο, ένα μαρτύριο, γι’ αυτό και απρόσκλητα ήρθαν στο νου εικόνες από θρησκευτικούς πίνακες, από τον Επιτάφιο Θρήνο του Μαντένια… με τα σάβανα του Ιησού να μετουσιώνονται στις ιερές λινάτσες της οδού Μουστοξύδη. Θύμιζε την αποκαθήλωση του Ρούμπενς, με τις πλούσιες πτυχώσεις του σάβανου, έτσι όπως ήταν τυλιγμένο και θρόιζε όλο το κτίριο, κενό και φαγωμένο από μέσα, πίσω από τις πυκνές ψευδοακακίες που ριγούσαν κι αυτές στον άνεμο.

Και ήταν μια στιγμή έξω από τον αστικό κανόνα, μια στιγμή ρηγμάτωσης του πραγματικού. Εβλεπα πίσω και πέρα από το τείχος των προσόψεων, γιατί αυτές οι μοντέρνες Παλμύρες της οδού Μουστοξύδη παράβγαιναν η μια την άλλη ως μάρτυρες μιας δραματικής καμπής του περασμένου αιώνα.