ΠΟΛΗ

Μπροστά σε μια καρφωμένη πόρτα στην οδό Αγίου Ισιδώρου

poli

Σε εκείνες τις γειτονιές της Αθήνας, με τα σκόρπια παλιά σπίτια, σε μεγάλη κλίση, καθώς γαντζώνονται στους πρόποδες του Λυκαβηττού, κυκλοφορούν στον αέρα ιστορίες από τα παλιά. Εκεί, στον Λυκαβηττό, πριν ακόμη στρωθούν οι δρόμοι με άσφαλτο, πριν γίνουν τα σκαλοπάτια και πριν η περιοχή αποκτήσει έναν οργανωμένο χαρακτήρα, ζούσαν οικογένειες, εργένηδες, χήρες και μοναχικές κοπέλες… κάποιες από αυτές μάζευαν δραχμή δραχμή για να αγοράσουν ένα φόρεμα και καινούργια παπούτσια και όταν έβγαιναν τις Κυριακές, ντυμένες στην τρίχα, πρόσεχαν τις λάσπες και τις λακκούβες για να μη χαλάσουν τα γοβάκια τους. Νιώθω ακόμη την αύρα εκείνης της παλιάς ατμόσφαιρας της αθηναϊκής γειτονιάς, στις ανηφοριές, πάνω από το Γαλλικό Ινστιτούτο και τη Γερμανική Εκκλησία προς τη Δαφνομήλη και τη Νικηφόρου Ουρανού.

Ολη αυτή η περιοχή (όπως παλιά και η Δεξαμενή) γεννήθηκε μέσα στα κατσάβραχα και ήταν ένας σπασμός της πόλης που διεκδικούσε χώρο. Ασπριζαν οι πλαγιές από τα καινούργια σπιτάκια. Γεννήθηκαν όμορφα λιθόχτιστα σπίτια δίπλα σε κακορίζικες παράγκες, αλλά ήδη μετά το 1920 τα ωραία σπίτια, νοικοκυρόσπιτα με αυλές, ήταν τα περισσότερα. Πάντα σκέφτομαι τη «Μυστική ζωή» του Αγγελου Τερζάκη, που περιγράφει αυτά τα σπιτάκια της Νεάπολης και του Λυκαβηττού, σαν ζωντανεμένα σπιρτόκουτα που τη νύχτα βυθίζονταν στο σκοτάδι και με την αυγή ξυπνούσαν. Θυμάμαι και τις βόλτες της «Καμπουρίτσας», της αξέχαστης ηρωίδας του Στράτη Μυριβήλη, και έχω ακόμη τη φωνή του ηθοποιού Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου να μας διαβάζει αυτό το διήγημα σε μια ταράτσα του σχολείου του Πικιώνη στα Πευκάκια. Από κάτω ήταν ο Αγιος Νικόλαος, η Ασκληπιού και οι ατελείωτες ανάσες της Αθήνας, σε πολυκατοικίες, δρόμους, διαμερίσματα, γραφεία, μαγαζιά και σπίτια.

Ασθμαίνοντας ανεβαίνεις τα ωραία στενά και σε κάθε βήμα κάτι θα βρεις να σε περιμένει. Είχα σταθεί ώρα πολλή έξω από τον αριθμό 7 της οδού Αγίου Ισιδώρου, εκεί γύρω, πάνω από την Πατριάρχου Φωτίου, και κοιτούσα το έρημο διώροφο. Ο δεύτερος όροφος ίσως να προστέθηκε μετά το ’50, αλλά όλο μαζί ήταν ιδιαίτερο μέσα στην κοινοτοπία του. Ωστόσο, η εξώθυρα μου τράβηξε την προσοχή. Ηταν μια ξύλινη πόρτα του παλιού καιρού, βγαλμένη ποιος ξέρει από τίνος μάστορα τα χέρια. Και ήταν κλειστή και καρφωμένη.

Είχε όμως μια χάρη ξεχωριστή καθώς τα μοτίβα της ήταν ανθόσχημα αρ νουβό και ο ξυλουργός που τη σχεδίασε, κοπιάροντας κάποιο αρχιτεκτονικό φιγουρίνι της εποχής, θα είχε κέφια. Είχε βέβαια και ικανότητα, ήταν μάστορας όνομα και πράγμα. Και σκεφτόμουν ότι να, εδώ, σε ένα σπιτάκι σαν κι αυτό, με μια καρδιόσχημη πόρτα και μεταλλικά αρ νουβό ανθάκια να λυγίζουν τους μίσχους, μπορεί να έμενε μονάχη και η «Καμπουρίτσα» του Μυριβήλη και να τραβούσε αυτήν εδώ την πόρτα όταν θα ήθελε να μπει και να βγει, με το στραβοχυμένο σώμα της να ισορροπεί πάνω στα γοβάκια της. Από αυτήν την πόρτα θα έβγαινε για τους μοναχικούς περιπάτους της, στολισμένη και αμίλητη, και η γειτονιά θα κρυφοκοίταζε.

Η καρφωμένη πόρτα της οδού Αγίου Ισιδώρου με επανέφερε στην πραγματικότητα. Το άνοιγμα δεν μου επέτρεπε να δω μέσα το χολ και τις πόρτες στο βάθος, αλλά μπορούσα να το φανταστώ. Τα αρ νουβό ανθάκια μπροστά από το θαμπό τζάμι στα φύλλα της εξώθυρας ήταν μια υποσημείωση που, όμως, έλεγε τόσο πολλά για την αθηναϊκή συνοικία. Ηταν μια σχεδόν λαϊκή τέχνη από τα εργαστήρια της Αθήνας, χειρωνακτική, με εκείνη την εμμονή στην ομορφιά, στο φινίρισμα, στη χρηστικότητα. Αυτές οι πόρτες άνοιγαν και έκλειναν, μέρα-νύχτα… Το βράδυ έριχναν χλωμό φως, το πρωί μακριές σκιές.